Search This Blog

Followers

Εταιρια - Company

Τα ΦΥΤΩΡΙΑ DELTA – TREES ΕΠΕ είναι επιχείρηση με ευρείες δραστηριότητες στον κλάδο της παραγωγής – εμπορίας - αντιπροσωπείας καλλωπιστικών φυτών και δένδρων. Σκοπός της εταιρείας είναι η προμήθεια φυτών ιδιαίτερα μεγάλης ανάπτυξης στον δημόσιο τομέα, σε φυτώρια , σε εταιρείες πρασίνου, ξενοδοχειακές μονάδες ,σε ιδιώτες ,είτε από παραγωγική διαδικασία είτε από εισαγωγές σε συνεργασία η αντιπροσωπεία με τους μεγαλύτερους οίκους του εξωτερικού. Η εταιρία DELTA – TREES ΕΠΕ διαθέτουν κάθετες μονάδες παραγωγής φυτών στη γη, σε ιδιόκτητες εκτάσεις άνω των 100.000 τμ με συνεχείς βελτιώσεις και αυξητικές τάσεις, στην ευρύτερη περιοχή του ΑΣΤΑΚΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ. Η επιχείρηση εκτός της παραγωγικής και εμπορικής διαδικασίας ειδικεύεται στην μεταμόσχευση όλων των ενηλίκων αλλά ταυτόχρονα και σπανίων δένδρων. Η περικοπή η μεταμόσχευση η μεταφορά και η εκφόρτωση αυτών των δένδρων απαιτούν συγκεκριμένες τεχνικές πού υπονοούν υψηλή τεχνογνωσία και μεγάλη εμπειρία. DELTA–TREES LTD company is a business with expanding activities in the field of production trading and representation of ornamental plants and trees. Purpose of the company is the supply of plants of high growth in the public section, in plants companies, hotel units, in faculties or from productive procedure or from imports in cooperation or represent with the biggest companies of exterior. DELTA – TREES LTD nurseries dispose integral production units of plants in owned areas over 100.000 m2 with continuous improvements and increasing tensions located in the area of Astakos Etoloakarnanias. The business except the production and trading procedure is being specialized in eradication of all the adults as well as rare trees. The retrenchment, eradication, transportation and unloading of these trees demands specific techniques which undermining high technical knowledge and big experience.

ΠΡΟΥΝΟΣ ( Prunus - Cherry Tree )

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010 0 σχόλια




prunus pisardii nigra
σε παραγωγή στα φυτώριά μας.
ΠΡΟΥΝΟΣ(Prunus) Γένος που περιλαμβάνει πάνω από 400 είδη ανθεκτικών και συνήθως φυλλοβόλων δέντρων και θάμνων εύκολης καλλιέργειας. Πολλά από τα είδη αυτά είναι άριστα οπωροφόρα ενώ άλλα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον σαν καλλωπιστικά δέντρα. Τα φύλλα, εναλλασσόμενα και μερικές φορές ακέραια παρουσιάζουν συχνά ωραιότατα φθινοπωρινά χρώματα. Τα λουλούδια μονήρη ή ενωμένα σε ταξιανθίες από 5 σέπαλα και 5 στρωγγυλωπά πέταλα διάφορων χρωμάτων (από το άσπρο ως το κόκκινο- πορφυρό). Οι καρποί συνήθως εδώδιμοι είναι σαρκώδεις και έχουν ένα μόνο κεντρικό πυρήνα. Το γένος αυτό υποδιαιρείται σε διάφορα τμήματα τα σημαντικότερα από τα οποία είναι η Αμυγδαλιά (Amygdalus) που περιλαμβάνει τις αμυγδαλιές –η Βερυκοκιά (Armeniaca) που περιλαμβάνει τις βερυκοκιές –κερασιά (cerasus) που περιλαμβάνει τις κερασιές η Δαφνοκέρασος (Laurocerasus) που περιλαμβάνει τις δαφνοκερασιές η Ροδακινιά (Persica) που περιλαμβάνει τις ροδακινιές και τέλος η Δαμασκηνιά (Prunus) που περιλαμβάνει τις δαμασκηνιές.
Είδη και ποικιλίες
Τμήμα Αμυγδαλιά (Amygdalus)
Prunus x amygdalo-persica «Pollanrdii»
Εύρωστο υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση μιας ροδακινιάς και μιας αμυγδαλιάς. Χρησιμοποιείται συχνά σαν υποκείμενο για τον εμβολιασμό οπωροφόρων ποικιλιών. Φτάνει σε ύψος 10 περίπου μ και σε πλάτος 6μ. Έχει λογχοειδή φύλλα και έντονα ρόζ λουλούδια που μοιάζουν με της αμυγδαλιάς. Ανθίζει τον Φεβρούαριο –Μάρτιο πριν από την εμφάνιση των φύλλων.
Prunus amygdalus
Προύνος ο αδενώδης (Prunus glandulosa)
Θαμνώδες είδος που κατάγεται από την Κίνα και την Ιαπωνία. Πρέπει να καλλιεργείται σε προφυλαγμένες και προσήλιες θέσεις. Έχει πυκνές διακλαδώσεις και φτάνει σε ύψος και διάμετρο 1,5-1,8μ. Παρουσιάζει ωοειδή –λογχοειδή φύλλα με οδοντωτές παρυφές και άσπρα ή ροζ λουλούδια που σχηματίζονται κατά τον Μάρτιο-Απρίλιο πάνω σε όρθια και λεπτά στελέχη. Από τις διάφορες ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Λευκή –Διπλανθή» (Albo-plena) με διπλά άσπρα λουλούδια που ανοίγουν τον Μάιο και τη «Σινική» (Sinensis) με διπλά έντονα ροζ λουλούδια που εμφανίζονται τον Απρίλιο.
Προύνος ο τρυφερός (Prunus tenella)
Θαμνώδες είδος που ονομάζεται και Προύνος ο νάνος (Prunus nana). Κατάγεται από τη δυτική Ασία και τη νοτιοανατολική Ευρώπη. Έχει όρθια και λεπτά στελέχη που σχηματίζουν έναν πυκνό θύσανο ύψους και πλάτους 1-1,5μ και γυαλιστερά ωοειδή –λογχοειδή φύλλα έντονα πράσινα στην επάνω επιφάνεια και κάπως πιο ανοιχτόχρωμα στην κάτω. Παράγει άφθονα λουλούδια με φωτεινό ρόζ χρώμα που ανοίγουν τον Μάρτιο-Απρίλιο καλύπτοντας ολόκληρο το θάμνο. Το είδος αυτό καλλιεργείται σε καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη και σε εξαιρετικά προσήλιες θέσεις. Είναι κατάλληλο για φράχτες ή παρτέρια. Οι καλύτερες ποικιλίες του είναι η «Λόφος Φωτιάς» (Fire Hill) με νάνα, ροζ, κρεμεζί λουλούδια και η «Gessleriana» με ρόζ λουλούδια.
Προύνος ο τρίλοβος (Prunus triloba)
Είδος γνωστό και σαν Προύνος τρίλοβος πολλαπλός (Triloba multiplex) σαν Αμυγδαλιά της Κίνας. Είναι ένας θάμνος ή μικρό δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που χάρη στην πυκνή και όμορφα διακλαδισμένη «κόμη» του μπορεί να να καλλιεργηθεί και σαν μεμονωμένο δενδρύλλιο ή δίπλα σ’έναν τοίχο σε διάταξη βεντάλιας.
Φτάνει σε ύψος και διάμετρο 2,5-4,5μ και απαιτεί εξαιρετικά προσήλιες θέσεις. Έχει φωτεινά πράσινα φύλλα με οδοντωτές παρυφές και ανοιχτά ροζ λουλούδια που ανοίγουν με αφθονία από τα τέλη Μαρτίου ως τις αρχές Απριλίου.
Τμήμα Βερικοκιά (Armeniaca)
Προύνος ο αρμενιακός (Prunus armeniaca)
Προύνος ο δασύκαρπος (Prunus dasycarpa)
Μικρό δέντρο με πρώιμη ανθοφορία, ελικοειδή κλαδιά και φλοιό γεμάτο ρωγμές.
Προύνος μούμε (Prunus mume)
Μικρό δέντρο που κατάγεται από την Κίνα, την Ιαπωνία την Κορέα φτάνει σε ύψος και πλάτος 4-7μ. Έχει ωοειδή φύλλα και ανοιχτά ρόζ λουλούδια που εμφανίζονται στο τέλος του χειμώνα ή στις αρχές της ανοίξεως ενωμένα σε δέσμες. Στο είδος αυτό ανήκουν οι ποικιλίες «Alphandii» με ημίδιπλα ανοιχτά ροζ λουλούδια και «Beni Shi Don» με ροζ αρωματικά λουλούδια.
Τμήμα κερασιά (cerasus)
Προύνος «Accolade» Κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση των ειδών Προύνος ο σαργέντειος (P.sargentii) και Prunus subhirtella. Φτάνει σε ύψος 6-9μ και παρουσιάζει ωοειδή φύλλα με οδοντωτές παρυφές και μονήρη, ημίδιπλα λουλούδια που έχουν έντονο ροζ χρώμα και ανοίγουν κατά τον Μάρτιο-Απρίλιο.
Προύνος «Amanogawa» Κηπευτικό υβρίδιο που κατάγεται από την Ιαπωνία και είναι εξαιρετικά κατάλληλο για τη διακόσμηση μικρών κήπων. Πρόκειται για δέντρο με όρθια κλαδιά που φτάνει σε ύψος 6-8μ και σε πλάτος 2-2,5μ. Έχει ωοειδή φύλλα με οδοντωτές παρυφές και χαλκοπράσινο χρώμα σε νεαρή ηλικία και ανοιχτά ροζ ημίδιπλα λουλούδια που αναδίδουν ένα ευχάριστο άρωμα. Η ανθοφορία εξαιρετικά πλούσια παρατηρείται κατά τον Απρίλιο –Μαίο.
Προύνος «Asano» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 6-9μ και σε πλάτος 4,5-7,5μ. Έχει φύλλα ωοειδή, φύλλα με οδοντωτές παρυφές και διπλά ροζ λουλούδια που εμφανίζονται στις αρχές Απριλίου ενωμένα σε πυκνούς βότρεις.
Προύνος των πτηνών (Prunus avium) Εξαιρετικά εύρωστο είδος από το οποίο προέρχονται όλες οι οπωροφόρες κερασιές. Φτάνει σε ύψος 20περίπου μ. και σε πλάτος 6-9μ. Τα φύλλα ωοειδή και οδοντωτά παίρνουν ένα όμορφο κόκκινο –κρεμεζί χρώμα το φθινόπωρο ενώ τα λουλούδια άσπρα και κυπελλοειδή ανοίγουν μεμονωμένα τον Απρίλιο μαζί με τα φύλλα. Στο είδος αυτό ανήκει και η ποικιλία «Διπλανθής» (Plena) με διπλά άσπρα λουλούδια.
Prunus conradinae Είδος με πρώιμη ανθοφορία που κατάγεται από την Κίνα και καλλιεργείται σε προφυλαγμένες θέσεις. Φτάνει σε ύψος 6-9μ και σε πλάτος 4,5-6μ. Έχει ωοειδή φύλλα και αρωματικά άσπρα ή ρόζ λουλούδια που ανοίγουν μονήρη κατά τον Φεβρουάριο. Η ποικιλία «Ημιδιπλανθής»(Semiplena) παράγει ημίδιπλα ροζ λουλούδια που διατηρούνται πολύ.
Prunus «Daikoku» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως με ύψος 6-9μ πλάτος 4,5-6μ και κλαδιά κυρτά προς τα κάτω. Έχει ωοειδή φύλλα με οδοντωτές παρυφές και κιτρινοπράσινο χρώμα σε νεαρή ηλικία πορφυρό χρώμα μπουμπούκια και διπλά ροζ –λιλά λουλούδια που ανοίγουν μονήρη τον Απρίλιο-Μαίο.
Prunus «Fudanzakura» Ονομάζεται και προύνος ο πριονωτός «Αρειανθής» (Prunus serrulata Semperflorens»). Πρόκειται για δέντρο κηπευτικής προελεύσεως με ύψος 4,5-6μ και πλάτος 3-5μ. Έχει στρογγυλωπή «κόμη» ωοειδή και οδοντωτά φύλλα που παρουσιάζουν σε νεαρή ηλικία, κοκκινωπές αποχρώσεις, ροζ μπουμπούκια και άσπρα λουλούδια που ανοίγουν από τα τέλη του χειμώνα μέχρι τον Απρίλιο.
Prunus «Fugenzo» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως με ύψος και πλάτος 8-10μ. Έχει ωοειδή φύλλα με οδοντωτές παρυφές και χαλκοκόκκινες αποχρώσεις σε νεαρή ηλικία και διπλά ροζ λουλούδια που ανοίγουν τον Απρίλιο-Μάιο.
Prunus «Halle Jolivette» Εξαιρετικά διακοσμητικό, κηπευτικό υβρίδιο, που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση του Prunus jedoensis και του Prunus subhirtella. Έχει παρατεταμένη ανθοφορία και φύλλα όμοια με της ιτιάς. Καλλιεργείται κυρίως σε κήπους μικρών διαστάσεων. Φτάνει σε ύψος 4,5-6μ και παράγει άφθονα άσπρα, ημίδιπλα λουλούδια με ρόδινες αποχρώσεις. Ανθίζει κατά τον Απρίλιο-Μάιο.
Prunus x hillieri. Κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση των ειδών Προύνος ο σαργέντειος (P.sargentii) και Προύνος ο εντετμημένος (P.incisa). Φτάνει σε ύψος και διάμετρο 8-9μ. Τα φύλλα του ωοειδή και οδοντωτά παίρνουν το φθινόπωρο έντονες κρεμεζιές αποχρώσεις ενώ τα λουλούδια του μονήρη και απλά έχουν απαλό ροζ χρώμα και ανοίγουν τον Απρίλιο. Περισσότερο κατάλληλη για μικρούς κήπους είναι η ποικιλία «Spire» με κωνική «κόμη» που φτάνει σε ύψος 6-8μ.
Prunus «Hokasai» Εύρωστο δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 6-8μ και σε πλάτος 8-10μ. Έχει ωοειδή φύλλα με οδοντωτές παρυφές και καστανοκόκκινο χρώμα σε νεαρή ηλικία. Παράγει ημίδιπλα αχνορόδινα λουλούδια που ανοίγουν στα τέλη Απριλίου και καλύπτουν τελείως τα κλαδιά.
Prunus «Horinji» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 4,5-6μ και παρουσιάζει ωοειδή φύλλα με οδοντωτές παρυφές και χαλκοπράσινο χρώμα σε νεαρή ηλικία. Τα λουλούδια του σε ανοιχτό ροζ χρώμα είναι ημίδιπλα και ανοίγουν από τα τέλη Απριλίου ως τις αρχές Μαίου.
Prunus «ichiyo» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 6-8μ και σε πλάτος 5-6μ. Έχει ωοειδή μυτερά και οδοντωτά φύλλα, χαλκοπράσινα σε νεαρή ηλικία και διπλά ρόζ λουλούδια με κροσωτά πέταλα που εμφανίζονται στο τέλος Απριλίου.
Prunus x incame « Okame» Κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση των ειδών Προύνος ο κωδωνοειδής (P.campanulate) και προύνος ο εντετμημένος (P.incisa). Φτάνει σε ύψος 6-8μ και παρουσιάζει ροζ-κόκκινα λουλούδια που ανοίγουν τον Μάρτιο.
Προύνος ο εντετμημένος (Prunus incisa) Θαμνώδες είδος που κατάγεται από την Ιαπωνία και καλλιεργείται και σαν μικρό δέντρο. Φτάνει σε ύψος 3-4,5μ και παρουσιάζει ωοειδή, οδοντωτά φύλλα και άσπρα λουλούδια που ανοίγουν τον Μάρτιο, πριν από τα φύλλα. Στο είδος αυτό ανήκει και η ποικιλία «Πρώιμη» (Praecox) που ανθίζει προς το τέλος του χειμώνα.
Prunus «Jo-nioi» Εύρωστο δέντρο κηπευτικής προελεύσεως, με πλαγιόκλαδη «κόμη»και ύψος 6-8μ. Έχει ωοειδή και οδοντωτά φύλλα χρυσοκάστανα σε νεαρή ηλικία και άσπρα αρωματικά λουλούδια που ανοίγουν τον Μαίο.
Prunus «Kanzan» Εύρωστο δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 8-9μ. Έχει δύσκαμπτα κλαδιά με κατεύθυνση προς τα πάνω και ωοειδή οδοντωτά φύλλα με χαλκοκόκκινο χρώμα σε νεαρή ηλικία. Παράγει διπλά πορφυρά λουλούδια που ανοίγουν προς το τέλος του Απριλίου και καλύπτουν τελείως τα κλαδιά.
Prunus «kiku-shidare sakura» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 4,5-6μ. Τα φύλλα ωοειδή, μυτερά και οδοντωτά έχουν σε νεαρή ηλικία, χαλκοπράσινο χρώμα ενώ τα λουλούδια σε έντονο ροζ είναι διπλά και καλύπτουν εντελώς τα κλαδιά.
Prunus x kursar Εύρωστο κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση των ειδών. Προύνος ο σαργέντειος (P.sargentii) και Προύνος ο κουριλένσειος (P.kurilensis) και φτάνει σε ύψος 6-9μ. Τα φύλλα ωοειδή, μυτερά και οδοντωτά είναι χαλκοπράσινα στην αρχή ενώ τα λουλούδια μονήρη και απλά έχουν ροζ χρώμα και ανοίγουν προς το τέλος του Απριλίου.
Prunus «Ojochin» Εξαιρετικά διακοσμητικό είδος που ονομάζεται και Προύνος ο πριονωτός «Σένρικο» (Prumus serrulata «senriko») και φτάνει σε ύψος και διάμετρο 6-9μ. Έχει ωοειδή, μυτερά και οδοντωτά φύλλα, χαλκοκόκκινα σε νεαρή ηλικία και ροζ λουλούδια.
Προύνος ο πάδος (Prunus padus) Δεντρώδες είδος διαδομένο στην Ευρώπη και τη βόρεια Ασία. Συνήθως καλλιεργείται η ποικιλία «Βατερέρι» (Watereri) που φτάνει σε ύψος 6-7μ και σε διάμετρο 4,5-6μ. Τον Μάιο παρουσιάζει άσπρα λουλούδια εξαιρετικά αρωματικά.
Prunus «Πανδώρα» Κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση του Prunus subhirtella και του Prunus yedoensis. Είναι κατάλληλο για τη διακόσμηση μικρών κήπων. Φτάνει σε ύψος 4,5-6μ και παράγει κατά τον Μάρτιο, άφθονα ανοιχτά ροζ λουλούδια.
Prunus «Pink perfection» Κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί με τη διασταύρωση του Prunus «Kanzan» και του Prunus «Shimidsu Sakura»
Φτάνει σε ύψος 6-8μ και παρουσιάζει ωοειδή μυτερά και οδοντωτά φύλλα, χαλκοπράσινα σε νεαρή ηλικία και διπλά ροζ λουλούδια που ανοίγουν στο τέλος Απριλίου ενωμένα σε κρεμάμενους βότρεις.
Προύνος ο σαργέντειος (Prunus sargentii) Δέντρο που κατάγεται από την Κίνα και την Ιαπωνία. Φτάνει σε ύψος 8-9μ και σε πλάτος 5-7,5μ. Έχει ωοειδή μυτερά και οδοντωτά χαλκοκόκκινα φύλλα και ανοιχτορόδινα λουλούδια που εμφανίζονται στα τέλη Μαρτίου μαζί με τα φύλλα.
Προύνος ο πριονωτός (Prunus serrulata) Κατάγεται από τη δυτική Κίνα και φτάνει σε ύψος 6-8μ. Έχει ωραιότατο φλοιό στενά φύλλα όμοια με της ιτιάς και άσπρα λουλούδια που εμφανίζονται ενωμένα σε βότρεις προς τα τέλη Απριλίου μαζί με τα φύλλα.
Prunus « Shimidsu Sakura» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που ονομάζεται και Προύνος ο πριονωτός μακρύπους (Prunus serrulata longipes). Φτάνει σε ύψος 3-4,5μ και σε διάμετρο 4,5-8μ. Έχει άσπρα μπουμπούκια με ρόζ αποχρώσεις και διπλά κροσσωτά κρεμάμενα λουλούδια με κάτασπρο χρώμα που ανοίγουν στο τέλος του Απριλίου ή τον Μαίο.
Prunus «Shirotae» Εύρωστο είδος κηπευτικής προελεύσεως που ονομάζεται και Prunus «Kojima». Φτάνει σε ύψος 6-8μ και παρουσιάζει πλαγιόκλαδη «κόμη» διαμέτρου 9-10μ με οριζόντια και κυρτά προς τα κάτω κλαδιά. Έχει ωοειδή μυτερά και οδοντωτά φύλλα με χαλκοπράσινο χρώμα και μονά ή ημίδιπλα ασπρα και αρωματικά λουλούδια που ανοίγουν στο τέλος του Απριλίου ενωμένα σε κρεμάμενους βότρεις.
Prunus subhirtella Κατάγεται από την Ιαπωνία και φτάνει σε ύψος 6-10μ. Τα λουλούδια έχουν ανοιχτό ρόζ χρώμα και ανοίγουν κατά τον Μάρτιο –Απρίλιο. Στο είδος αυτό ανήκουν πολυάριθμες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ποικιλίες από τις οποίες αναφέρουμε την «Κλαίουσα Ροζ Διλπανθή»(Pendula plena Rosea) με ροζ ημίδιπλα λουλούδια την «Κόκκινη Κλαίουσα»(Pendula Rubra) με έντονα ροζ ημίδιπλα λουλούδια που εμφανίζονται στην αρχή της ανοίξεως τη «Φθινοπωρινή»(Autumnalis) με άσπρα ημίδιπλα λουλούδια που ανοίγουν συνέχεια από τον Νοέμβριο ως τον Μάρτιο και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή κομμένων λουλουδιών τη Ροδινη Φθινοπωρινή (Autumnalis Rosea) όμοια με την προηγουμένη αλλά με ρόζ λουλούδια.
Prunus «Tai Haka» Εξαιρετικά εύρωστο δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 6-9μ. Έχει έντονα χαλκοπράσινα φύλλα και άσπρα λουλούδια που ανοίγουν τον Απρίλιο.
Prunus «Taoyoma Zakura» Κηπευτικό δέντρο που φτάνει σε υψος 6-8μ. Έχει ωοειδή μυτερά και οδοντωτά φύλλα πορφυροκάστανα σε νεαρή ηλικία και ημίδιπλα αρωματικά λουλούδια με ροζ χρώμα που εμφανίζονται μαζί με τα φύλλα στο τέλος του Απριλίου.
Prunus «Ukon» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 4,5-6μ και σε πλάτος 5-7,5μ. Στην αρχή το φύλλωμα του έχει ένα όμορφο μπρούτζινο –πορφυρό χρώμα. Παρουσιάζει ημίδιπλα κίτρινα-κρεμ λουλούδια με πράσινες αποχρώσεις που ανοίγουν στο τέλος του Απριλίου.
Prunus «Umeniko» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 4,5-6μ. Τα λουλούδια του έχουν άσπρο χρώμα και εμφανίζονται τον Απρίλιο μαζί με τα φύλλα που το φθινόπωρο αποκτούν ωραιότατες αποχρώσεις.
Prunus yedoensis Θαμνώδες είδος εξαιρετικά διακοσμητικό που κατάγεται από την Ιαπωνία και φτάνει σε ύψος 6-8μ. Έχει τοξοειδή κλαδιά και άσπρα λουλούδια που ανοίγουν από τα τέλη Μαρτίου μέχρι και τον Απρίλιο. Από τις διάφορες ποικιλίες του είδους αυτού αναφέρουμε την «Μoetheimi» με ύψος 3-4.5μ πλάτος 3,5μ κυρτά και μακριά κλαδιά και απλά ανοιχτά ροζ λουλούδια την «Ivensii» με ύψος και πλάτος 3-5μ άπλωτη «κόμη» και κυρτά κλαδιά που φέρουν άσπρα και αρωματικά λουλούδια.
Τμήμα Δαφνοκέρασος (Prunus laurocerasus)
Εύρωστο θαμνώδες αειθαλές είδος που κατάγεται από την ανατολική Ευρώπη και τη Μικρά Ασία και είναι εξαιρετικά κατάλληλο για φράχτες. Έχει μυτερά ωοειδή –επιμήκη δερματώδη φύλλα γυαλιστερά στην επάνω επιφάνεια και ανοιχτοπράσινα στην κάτω. Τον Απρίλιο παρουσιάζει άσπρα λουλούδια που σχηματίζονται στη μασχάλη των φύλλων και στη συνέχεια παράγει μικρούς μαύρους καρπούς. Από τις πολυάριθμες ποικιλίες του αναφέρουμε την Καμελιόφυλλο (Camellifolia) με παρυφές διαφορετικού χρώματος τη «Στενόφυλλη» (Augustifolia) με φύλλα πολύ στενά τη Μαγνολιόφυλλο (Magnoliaefolia) με φύλλα πολύ μεγάλα την «Καυκασική (Caucasica) με όρθια κλαδιά και επιμήκη-λογχοειδή λεπτά και βαθυπράσινα φύλλα την Πλατύφυλλη (Latifolia) εύρωστη με μεγάλα και βαθυπράσινα και γυαλιστερά φύλλα τη «Στρογγυλόφυλλη» (Rotundifolia) που είναι κατάλληλη για φράχτες την Schipkaensis με μικρό ανάστημα και λογχοειδή φύλλα τη «Zabeliana» όμοια με την προηγούμενη αλλά με έρποντα κλαδιά κατάλληλα για κάλυψη του εδάφους.
Προύνος ο λουζιτανικός (Prunus lusitanica)
Γνωστό και σαν δάφνη της Πορτογαλίας το είδος αυτό κατάγεται από την Ισπανία και την Πορτογαλία. Φτάνει σε ύψος 15περίπου μ και σε πλάτος 4,5-6μ. Πρόκειται για αειθαλές δέντρο με μυτερά βαθυπράσινα και γυαλιστερά φύλλα με κόκκινους μίσχους. Τα λουλούδια του έχουν κρεμ χρώμα και ανοίγουν τον Ιούνιο ενωμένα σε ταξιανθίες μήκους 15-20εκατ. Μετά την ανθοφορία παράγει μικρούς καρπούς που ωριμάζοντας παίρνουν μαύρο χρώμα. Στο είδος αυτό ανήκει και η ποικιλία «Πολύχρωμη» (Variegata) με πολύχρωμο φύλλωμα και αργή ανάπτυξη.
Τμήμα Ροδακινιά (Persica) Προύνος ο δαβιδιανός (Prunus davidiana)
Κατάγεται από την Κίνα και φτάνει σε ύψος 8-9μ και σε πλάτος 2,5-4,5μ.Έχει κοκκινωπό φλοιό με ρωγμές και λογχοειδή φύλλα με λαμπερό πράσινο χρώμα. Τα λουλούδια μονήρη και ροζ ανοίγουν τον Φεβρουάριο πριν από την εμφάνιση των φύλλων. Μετά την ανθοφορία το δέντρο παράγει καρπούς με κίτρινο χρώμα και βελούδινη υφή. Καλλιεργείται σε προφυλαγμένες θέσεις. Στο είδος αυτό ανήκει και η ποικιλία «Λευκή» (Alba) με άσπρα λουλούδια.
Προυνος ο περσικός (Prunus persica) Πρόκειται για την κοινή ροδακινιά. Εδώ αναφέρουμε τις διακοσμητικές της ποικιλίες : « Κλάρα Μέγιερ» (Clara Meyer) θαμνώδης με άφθονα διπλά λουλούδια σε έντονο ρόζ χρώμα «Λευκή»(Alba) με άσπρα λουλούδια «Μελανοπόρφυρη» (Altropurpurea) με λουλούδια πορφυρά «Φλωρεντινή»(Florentine) με λουλούδια κατακόκκινα «Κάρντιναλ»(Cardinal) με ημίδιπλα λουλούδια «Παγόβουνο»(Iceberg) με πολυάριθμα ολόλευκα ημίδιπλα λουλούδια και τέλος «Θελκτικός Πρίγκηπας»(Prince Charming) με διπλά ρόζ –κόκκινα λουλούδια.
Τμήμα Δαμασκηνιά (Prunus)
Prunus x blirejana Κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από την διασταύρωση των ειδών Προύνος ο κερασιόκαρπος «Μελανοπόρφυρος» (Prunus cerasifera « Atropurpurea») και Prunus mume «Alphandii». Φτάνει σε ύψος μέχρι 4-4,5μ και παρουσιάζει ωοειδή φύλλα στο χρώμα του χαλκού και διπλά ροζ λουλούδια που ανοίγουν με αφθονία τον Απρίλιο.
Προύνος ο κερασιόκαρπος (Prunus cerasifera) Δεντρώδες είδος που κατάγεται από την Ελλάδα και τον Καύκασο. Είναι κατάλληλο για φράχτες αλλά συχνά χρησιμοποιείται και σαν υποκείμενο σε ασβεστώδη και διαπερατά εδάφη όπου αναπτύσσεται εύκολα. Φτάνει σε ύψος 10περίπου μ και παρουσιάζει πυκνή και στρογγυλή «κόμη» πλάτους 6-8μ. Έχει άσπρα λουλούδια που ανοίγουν τον Φεβρουάριο-Μάρτιο. Μετά την ανθοφορία παράγει κίτρινα ή κόκκινα δαμάσκηνα.
Το τυπικό είδος που ονομάζεται και μυροβάλανος καλλιεργείται κυρίως σαν οπωροφόρο ενώ οι ποικιλίες με πολύχρωμα φύλλα παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον και χρησιμοποιούνται συνήθως για φράχτες. Από αυτές αναφέρουμε την «Πισσάρδειο» (Pissardii) ή Μελανοπόρφυρη (Atropurpurea) που έχει στην αρχή βαθυκόκκινα και αργότερα βαθυπόρφυρα φύλλα, ροζ μπουμπούκια και σχεδόν άσπρα λουλούδια. Επίσης τη «Μαύρη» (Nigra) με μελανοπόρφυρα φύλλα και ροζ λουλούδια.
Prunus x cistena Κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση των ειδών Προύνος ο κερασιόκαρπος «Μελανοπόρφυρος» (P.cerasifera «Atropurpurea») και Προύνος ο νάνος (P.pumila). Φτάνει σε ύψος και διάμετρο 1,2-1,5μ και είναι κατάλληλο για φράχτες. Έχει μικρά ωοειδή φύλλα με έντονο κόκκινο χρώμα και άσπρα λουλούδια που ανοίγουν τον Μάρτιο-Απρίλιο.
Προύνος ο ήμερος (Prunus domestica) Θάμνος ή μικρό δέντρο που ονομάζεται και προύνος ο κοινός (Prunus communis). Από το είδος αυτό προέρχονται οι οπωροφόρες δαμασκηνιές.
Προύνος ο αγκαθωτός (Prunus spinosa) Θάμνος ή μικρό δέντρο που ονομάζεται και αγριοδαμασκηνιά. Φτάνει σε ύψος και διάμετρο 2,5-5μ και είναι διαδομένο στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική. Πρόκειται για πολύ πυκνό και αγκαθωτό είδος κατάλληλο για φράχτες. Έχει ωοειδή βαθυπράσινα φύλλα και κάτασπρα λουλούδια που ανοίγουν τον Μάρτιο ή στις αρχές Απριλίου και καλύπτουν τελείως τα κλαδιά. Στη συνέχεια το δέντρο παράγει στρογγυλούς, κυανομέλανους καρπούς. Από τις διάφορες ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Διπλανθής»(Plena) με διπλά άσπρα λουλούδια πιο ανθεκτικά από του τυπικού είδους την «Πορφυρή»(Purpurea) με πορφυρόχρωμα φύλλα και άσπρα λουλούδια και τη Ρόδινη (Rosea) με πορφυρά –χαλκόχρωμα φύλλα και ροζ –σωμόν λουλούδια που πιθανό να έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση με το είδος Προύνος ο κερασιόκαρπος (Prunus cerasifera)
prunus pisardii nigra

Τεχνική της καλλιέργειας
Όλοι οι προύνοι είναι δέντρα ανθεκτικά με ρίζες κυρίως επιφανειακές γι’αυτό και δεν πρέπει να φυτεύονται σε μεγάλο βάθος. Επίσης δεν πρέπει να σκάβεται συχνά το χώμα γύρω από τα δέντρα. Μπορούν να καλλιεργηθούν σ’όλα τα καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη αλλά προτιμούν τα δροσερά και τα ασβεστώδη. Χρειάζονται προσήλιες θέσεις εκτός από το είδος Προύνος ο πάδος (Prunus padus) και τις ποικιλίες του που πρέπει να φυτεύονται σε ημισκιαζόμενα μέρη επειδή έχουν γαλάζιο φύλλωμα. Το φύτεμα στην οριστική θέση γίνεται το φθινόπωρο πριν από τους πρώτους παγετούς ή τον Φεβρουάριο –Μάρτιο. Αν τα δέντρα είναι εκτεθειμένα στους ανέμους πρέπει να στηρίζονται με πασσάλους κατά την περίοδο της ριζοβολήσεως ενώ τα είδη που έχουν μακριά και απλωτά κλαδιά χρειάζονται πάντα υποστηρίγματα για να μην ακουμπάνε τα κλαδιά τους στο χώμα.
Τα είδη που προορίζονται για φράχτες φυτεύονται στην οριστική τους θέση τον Οκτώβριο και αμέσως μετά κλαδεύονται στα 2/3 του ύψους τους για να υποβοηθηθεί η διακλάδωση. Το ύψος των δενδρυλλίων και οι αποστάσεις του φυτέματος εξαρτάται από το είδος. Ο προύνος ο κερασιόκαρπος (Prunus cerasifera) και οι ποικιλίες του μπορούν να έχουν ύψος 45-60 εκατ. ή 1-1,5μ και να φυτεύονται σε αποστάσεις 60 εκατ. ή 1,5μ. Τα δενδρύλλια του είδους Προύνος ο αγκαθωτός (Prunus spinosa) αντίθετα πρέπει να έχουν ύψος 30-50 εκατ. και να φυτεύονται σε αποστάσεις 40εκατ. Για το είδος Προύνος ο λουζιτανικός (P.lusitanica) χρησιμοποιούνται δενδρύλλια ύψους 50-60εκατ και φυτεύονται σε αποστάσεις 0,71μ και τέλος για το είδος Προύνος ο δαφνοκέρασος (Prunus laurocerasus) και τις ποικιλίες του με γρήγορη ανάπτυξη χρησιμοποιούνται δενδρύλλια ύψους 0,61μ περίπου και φυτεύονται σε αποστάσεις 0,71-1μ.

prunus pisardii nigra
 σε παραγωγή στα φυτώριά μας.

 Πολλαπλασιασμός
Τα δέντρα αυτά πολλαπλασιάζονται με διάφορους τρόπους ανάλογα με το είδος. Κατ’αρχην όλα τα είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν με σπόρο (τα σπορόφυτα είναι πιο εύρωστα και πιο μακρόβια). Η σπορά γίνεται στο ύπαιθρο αμέσως μετά τη συλλογή των σπόρων.
Οι ποικιλίες αντίθετα πρέπει να πολλαπλασιάζονται αγενώς γιατί τα δέντρα που προέρχονται από σπόρο δεν διατηρούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γονέων.
Όλες οι ιαπωνικές κερασιές και τα υβρίδια με μεγάλα λουλούδια πολλαπλασιάζονται με εμβολιασμό πάνω στο είδος Προύνος των πτηνών (Prunus avium). Ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει τον Μάρτιο ή τον Ιουλιο.
Όλα τα είδη με μικρά λουλούδια όπως ο Προύνος ο κερασιόκαρπος (P.cerasifera) o Prunus conradinae o Προύνος ο αγκαθωτός (P.spinosa) και ο Prunus subhirtella πολλαπλασιάζονται με μοσχεύματα ημιώριμου ξύλου μήκους 8-10εκατ που τοποθετούνται για ριζοβόληση τον Ιουλιο σ’ένα μείγμα από τύρφη και άμμο σε ίσα μέρη μέσα σε κασόνι και σε θερμοκρασία 16-180C.
Όταν ριζώσουν μεταφυτεύονται ένα-ένα σε γλάστρες, διαμέτρου 8εκατ που περιέχουν ένα μείγμα από φυτόχωμα, τύρφη και άμμο. Διατηρούνται στο ύπαιθρο όλη τη χειμερινή περίοδο. Την άνοιξη μεταφυτεύονται σε φυτώριο όπου καλλιεργούνται για 1-2 χρόνια και κατόπιν φυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Επισης τα είδη Προύνος ο δαφνοκέρασος (P.laurocerasus) και Προύνος ο λουζιτανικός (P.lusitanica) πολλαπλασιάζονται με μοσχεύματα μήκους 8-10εκατ που τοποθετούνται για ριζοβόληση σε κρύο κασόνι σ’ένα μείγμα τύρφης και άμμου σε ίσα μέρη. Στη συνέχεια καλλιεργούνται όπως τα προηγούμενα είδη.
Για τα είδη Προύνος ο πάδος (P.padus) Προύνος ο κερασιόκαρπος (P.cerasifera) και Προύνος ο αδενώδης (P.glandulosa) καθώς και τις ποικιλίες τους πρέπει να δημιουργήσετε παραφυάδες, παραχώνοντας τα κλαδιά. Η εργασία αυτή γίνεται στις αρχές της ανοίξεως και τα νέα δενδρύλλια είναι έτοιμα ν’αποκοπούν από το μητρικό δέντρο ύστερα από 2 χρόνια.
Τέλος στις αρχές του φθινοπώρου μπορείτε ν’αποσπάσετε από το μητρικό δέντρο και να φυτέψετε αμέσως στην οριστική τους θέση τις παραφυάδες του είδους Προύνος ο τρυφερός (P.tenella) και των ποικιλιών του.
Κλάδεμα
Εκτός απ’αυτά που σχηματίζουν φράχτες μόνο μερικά είδη χρειάζονται κανονικό κλάδεμα. Οι φράχτες κλαδεύονται κάθε χρόνο κατά τον Μάρτιο –Απρίλιο ή τον Αύγουστο.(καλό θα είναι να μην χρησιμοποιείτε ψαλίδι αλλά πριονι). Ο προύνος ο εντετμημένος (P.incisa) κλαδεύεται αμέσως μετά την ανθοφορία ενώ ο Prunus birejana, o Prunus cistena, o Prunus spinosa και ο Prunus cersifera μπορούν να κλαδευτούν οποιαδήποτε εποχή.

Οι διακοσμητικές δαμασκηνιές, βερικοκιές και κερασιές δεν θέλουν κανονικά κλάδεμα. Θα πρέπει όμως στο τέλος του καλοκαιριού να τις καθαρίζετε από τα ξερά κλαδιά και να κόβετε αυτά που προεξέχουν ή είναι πολύ χοντρά. Από τις διακοσμητικές αμυγδαλιές χρειάζονται κλάδεμα μόνο τα είδη Προύνος ο αδενώδης(P.glandulosa) και Προύνος ο τρίλοβος (P.triloba). Συγκεκριμένα αμέσως μετά την ανθοφορία κόβετε όλα τα παλιά ανθοφόρα κλαδιά αφήνοντας μόνο στη βάση . Τέλος οι πιο μεγάλες δαφνοκερασιές πρέπει να κλαδεύονται κάθε χρόνο κατά τον Μάρτιο-Απρίλιο.

Prunus africana Prunus apetala Prunus armeniaca Prunus avium Prunus Bifrons Prunus buergeriana Prunus campanulata Prunus canescens Prunus cerasifera Prunus cerasoides Prunus cerasus Prunus ceylanica Prunus cocomilia Prunus cornuta Prunus crassifolia Prunus davidiana Prunus domestica Prunus dulcis Prunus fruticosa Prunus geniculata Prunus glandulosa Prunus gracilis Prunus grayana Prunus incana Prunus Incisa Prunus insititia Prunus italica Prunus jacquemontii Prunus japonica Prunus korshinskyi Prunus laurocerasus Prunus lusitanica Prunus maackii Prunus mahaleb Prunus mandshurica Prunus maximowiczii Prunus minutiflora Prunus mume Prunus murrayana Prunus myrtifolia Prunus nipponica Prunus occidentalis Prunus padus Prunus persica Prunus pleuradenia Prunus pseudocerasus Prunus prostrata Prunus rivularis Prunus salicina Prunus sargentii Prunus serrula Prunus serrulata Prunus sibirica Prunus simonii Prunus Σογδιανή Prunus speciosa Prunus spinosa Prunus spinulosa Prunus ssiori Prunus subhirtella Prunus tenella Prunus tomentosa Prunus triloba Prunus ursina Prunus vachuschtii Prunus verecunda Prunus × yedoensis Prunus zippeliana Prunus laxinervi Prunus alabamensis Prunus alleghaniensi Prunus americana Prunus andersonii Prunus angustifolia Prunus besseyi Prunus buxifolia  Prunus caroliniana Prunus emarginata Prunus fasciculata Prunus fremontii Prunus havardii Prunus hortulana Prunus huantensis Prunus ilicifolia Prunus integrifolia Prunus maritima Prunus Mexicana Prunus munsoniana Prunus nigra Prunus pensylvanica Prunus pumila Prunus rigida Prunus serotina Prunus sphaerocarpa Prunus subcordata Prunus texana Prunus triloba Prunus umbellat Prunus virginiana.

| | edit post

Ροδιά Πουνική η ροιά (Punica granatum)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010 0 σχόλια

Ροδιά Πουνική η ροιά (Punica granatum) Οικογένεια :Πουνικίδες (Punicaceae)
Κοινά ονόματα : ροιδιά και στην Κύπρο ρογδιά…

Η ροδιά είναι ένα θαμνώδες φυλλοβόλο φυτό που καλλιεργείται για τους καρπούς της αλλά και για την διακοσμητική της αξία. Κατάγεται από τη δυτική Ασία και αναπτύσσεται σε αυτοφυή κατάσταση σε περιοχές του Καυκάσου ως την Ινδία.
Το φυτό αυτό που το καλλιεργούσαν σαν οπωροφόρο πριν από 3.000 χρόνια στους τόπους της καταγωγής τους αναφέρεται και από τον Όμηρο (Οδύσσεια).Σήμερα η καλλιέργεια του έχει επεκταθεί σε πάρα πολλές ζώνες. Στον καρπό της ροδιάς το ρόδι σύμβολο γονιμότητος από την αρχαιότητα αποδίδονταν φαρμακευτικές ιδιότητες (ανθελμινθικές και στυπτικές).
Η ροδιά φτάνει σε ύψος 3-6μ και έχει λεπτά αγκαθωτά κλαδιά που περιβάλλονται όπως και ο κορμός από τεφροκόκκινο φλοιό. Τα φύλλα αντίθετα ή ενωμένα σε σπονδύλους είναι επιμήκη ενώ τα λουλούδια σε σωληνοειδές σχήμα ανοίγουν από τον Μάιο ως τον Ιούλιο και έχουν ένα όμορφο, ζωηρό χρώμα. Οι καρποί που λέγονται σίδια (ρόδια) είναι σφαιρικές ράγες με χοντρή και δερματώδη φλούδα η οποία παίρνει ερυθροκίτρινο χρώμα στην φάση της ωριμάνσεως και πολύ εμφανή κάλυκα. Η χυμώδης σάρκα γλυκιά ή ξινή διαιρείται σε 7-15 χώρους μέσα στους οποίους περιέχονται πολυάριθμοι σπόροι. Οι καρποί ωριμάζουν το φθινόπωρο.
Έχουν δημιουργηθεί πολυάριθμες ποικιλίες οπωροφόρες και διακοσμητικές. Υπάρχουν οπωροφόρες ποικιλίες που παράγουν γλυκούς καρπούς για νωπή κατανάλωση όπως η Γλυκιά Αλαππία (Alappia dolce) η Γλυκιά ντόπια (Dolce nostrana) η Γλυκιά της Πάτρας (Dolce di Patrasso). Η ανάπτυξη που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην καλλιέργειά της οδήγησε στην εισαγωγή δεκάδων ξενόφερτων ποικιλιών: η Wonderful (με ελλειψοειδή καρπό μεγάλο και μοβ-κόκκινο) και η Granada (μοιάζει με τη Wonderful, αλλά είναι πρωιμότερη και με πιο κόκκινο χρώμα) είναι αυτές που ξεχωρίζουν, άλλες ποικιλίες που παράγουν ξινούς καρπούς οι οποίοι χρησιμοποιούνται για την παρασκευή σιροπιών. Η ποικιλία Wonderful είναι η πιο διαδεδομένη. Παράγει πολύ μεγάλα ρόδια που έχουν κόκκινη φλούδα και ζουμερό περιεχόμενο. Φτάνει σε ύψος τα 6 μέτρα. Τα ρόδια της ποικιλίας Wonderful ωριμάζουν στα τέλη Σεπτεμβρίου. Η ποικιλία Granada, παράγει ρόδια που είναι πιο μικρά από αυτά της Wonderful αλλά είναι πολύ πιο κόκκινα. Τα ρόδια της ποικιλίας Granada ωριμάζουν περίπου ένα μήνα νωρίτερα από αυτά της ποικιλίας Wonderful. Η ποικιλία Angel Red είναι μία πρόσφατη ποικιλία ροδιάς. Έχει αρχίσει να γίνεται δημοφιλής τα τελευταία χρόνια. Τα ρόδια που παράγει ωριμάζουν τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, νωρίτερα δηλαδή από τις υπόλοιπες ποικιλίες. Η ποικιλία Angel Red παράγει τα περισσότερα ρόδια από τις άλλες ποικιλίες. Ο καρπός έχει ένα φωτεινό κόκκινο χρώμα και είναι πολύ ζουμερός. Μάλιστα τα ρόδια αυτής της ποικιλίας προτιμούνται για την παραγωγή χυμού ροδιού. Ένα ακόμη πλεονέκτημα που έχει είναι ότι τα σπόρια είναι συνήθως μαλακά, έχουν γλυκιά γεύση και μπορούν να καταναλωθούν.
Στη χώρα μας καλλιεργούνται τα ξινόροδα, τα τσιπόροδα, τα χοντρόροδα, τα γλυκόροδα, τα πολίτικα και τα καράβελος με ογκώδη καρπό. Από τις διακοσμητικές ποικιλίες αναφέρουμε τη «Λευκάζουσα» (Albescens) με άσπρα λουλούδια την «Πυρόχρου» (Flavescens) με ωχροπράσινα φύλλα και κίτρινα λουλούδια τη Νάνα (Nana) με περιορισμένο ανάστημα κατάλληλη για καλλιέργεια σε γλάστρα με πολλά μικρά κόκκινα λουλούδια και επίσης μικρούς κοκκινωπούς καρπούς εξαιρετικά διακοσμητικούς.
Τεχνική της καλλιέργειας
Η ροδιά προτιμά τα ήπια και ηλιόλουστα κλίματα αλλά μπορεί να καλλιεργηθεί και σε πιο ψυχρές ζώνες αρκεί να φυτεύεται σε προφυλαγμένες τοποθεσίες. Δεν κινδυνεύει από τους όψιμους παγετούς γιατί ανθίζει αρκετά αργά. Αντίθετα οι φθινοπωρινές βροχές μπορούν να προκαλέσουν ζημιές στους καρπούς που βρίσκονται τότε στη φάση της ωριμάνσεως. Αναπτύσσεται καλά σε όλα τα εδάφη αρκεί να μην είναι υπερβολικά άγονα ή υγρά. Πάντως τα καλύτερα εδάφη αρκεί να μην είναι τα δροσερά και βαθιά με πολλά αποθέματα νερού. Στις πολύ ξερές ζώνες μπορεί να χρειαστούν ποτίσματα την άνοιξη-καλοκαίρι.
Το φύτεμα στην οριστική θέση γίνεται το φθινόπωρο με χρησιμοποίηση εμβολιασμένων δενδρυλλίων ηλικίας δύο χρόνων.
Οι καρποί ωριμάζουν ακόμα και όταν κοπούν από το δέντρο. Γι’αυτό είναι καλύτερα να τα μαζεύετε (κόβοντας το κλαδάκι από το οποίο κρέμονται) λίγο πριν ωριμάσουν τελείως για να τα προφυλάξετε από τις φθινοπωρινές βροχές.
Πολλαπλασιασμός
Η σπορά χρησιμοποιείται μόνο για την παραγωγή υποκειμένων. Οι ποικιλίες μπορούν να πολλαπλασιαστούν με εμβολιασμό (με εγκεντρισμό τον Απρίλιο ή με κοιμώμενο μάτι τον Ιούλιο –Αύγουστο) με καταβολάδες και με παραφυάδες. Συνήθως χρησιμοποιούνται τα μοσχεύματα ή οι έρριζες παραφυάδες.
Τα μοσχεύματα μήκους 20-25 εκατ. λαμβάνονται τον Μάρτιο-Απρίλιο από το στέλεχος ή από τις ρίζες και φυτεύονται σ’ένα μείγμα χώματος με βάση την άμμο όπου ριζώνουν εύκολα. Οι πολυάριθμες παραφυάδες που βγάζει ο θάμνος αυτός αποσπώνται μαζί με τις ρίζες τους και φυτεύονται το χειμώνα. Η ροδιά μπαίνει σε καρποφορία μετά από 3-4 χρόνια και φτάνει στην μέγιστη παραγωγή της μετά από 30 χρόνια.
Κλάδεμα
Η ροδιά διαμορφώνεται σε ελεύθερο σχήμα σε κύπελλο ή σε σπαλλιέρα. Επειδή οι καρποί σχηματίζονται στα άκρα των κλαδιών που έχουν ηλικία ενός χρόνου πρέπει να αφαιρούνται.

| | edit post

ΔΡΥΣ (Quercus), Oak

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010 0 σχόλια


ΔΡΥΣ(Quercus)
Οικογένεια :Φηγίδες (Fagaceae)
Κοινό όνομα : βαλανιδιά,βελανιδιά
Γένος που περιλαμβάνει περισσότερα από 400 είδη αειθαλών ή φυλλοβόλων και γενικά ανθεκτικών στο κρύο δέντρων και θάμνων. Είναι πολύ διαδομένα στις εύκρατες περιοχές μερικά ευδοκιμούν ακόμα και στις ορεινές ζώνες των τροπικών περιοχών. Οι βαλανιδιές έχουν σκληρό ξύλο και συνήθως αποκτούν μεγάλες διαστάσεις (φτάνουν εύκολα τα 50μ ύψος ) είναι επίσης πολύ μακρόβια (υπάρχουν δέντρα που η ηλικία τους ξεπερνά τα 500 χρόνια). Τα φύλλα σχεδόν πάντα έλλοβα έχουν διάφορα σχήματα και ακέραιες ή οδοντωτές παρυφές όσο για το χρώμα τους κυμαίνεται σε διαφορετικούς τόνους του πράσινου ανάλογα με το είδος –συχνά αποκτά όμορφες αποχρώσεις κατά το φθινόπωρο. Τα λουλούδια είναι μονογενή πάνω στο ίδιο δέντρο δηλαδή υπάρχουν «θηλυκά» και «αρσενικά». Τα πρώτα είναι πράσινα και ασήμαντα από διακοσμητική άποψη και τα δεύτερα κίτρινα και ενωμένα σε κρεμάμενους στύλους που καλύπτονται μ’ένα απλό χνούδι. Τα λουλούδια εμφανίζονται μαζί με τα πρώτα φύλλα αργά την άνοιξη. Οι καρποί, τα κοινά βαλανίδια είναι λείοι και γυαλιστεροί και καλύπτονται ενμέρει από ένα λείο κύπελλο ρυτιδωμένο ή αγκαθωτό διαμέσου του οποίου είναι προσκολλημένοι πάνω στα κλαδιά. Το ξύλο μερικών ειδών βαλανιδιάς χρησιμοποιείται στην ξυλουργική γιατί είναι πολύ ανθεκτικό και καλής ποιότητας. Εξαιτίας των μεγάλων τους διαστάσεων τα δέντρα που προορίζονται για διακοσμητικούς σκοπούς είναι κατάλληλα για πάρκα και μεγάλους κήπους.


Αριά ( Quercus Ilex) 300 ετων στήν Ικαρία
Είδη και ποικιλίες
Φυλλοβόλα
Δρύς η κήρρις (Quercus cerris). Κοινά ονόματα :ρουπάκι, δέντρο, τσέρρο, μικρή βαλανιδιά, άγρια βαλανιδιά. Πολύ ανθεκτικό είδος με γρήγορη ανάπτυξη καταγόμενο από τη Νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 30-35μ και ωοειδή, έλλοβα φύλλα. Η κόμη του ωοειδής στην αρχή τείνει μάλλον προς το σχήμα της πυραμίδας καθώς περνούν τα χρόνια. Τα κύπελλα των καρπών φέρουν κατσαρά λέπια.
Δρύς η κόκκινη (Quercus coccinea). Εύρωστο δέντρο με ύψος 10-15μ και διάμετρο κόμης 8-12. Τα φύλλα του γίνονται κόκκινα κατά το φθινόπωρο.
Δρύς η φαρνέττο (Quercus farnetto). Κατάγεται από την νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 30-40 εκατ. πυκνή κόμη και μακριά έλλοβα φύλλα με πολύ κοντούς μίσχους.
Δρύς η ελλόβιος (Quercus palustris). Το είδος αυτό που κατάγεται από τις δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες έχει κωνικό σχήμα και αναπτύσσεται σε βαλτώδη εδάφη.
Δρύς η έμμισχος (Quercus pedunculata).Κοινά ονόματα: δέντρο, δρύς, ρένια, ροτσόκι, ρουπάκι. Κατάγεται από τις χώρες της Μεσογείου και τον Καύκασο και είναι διαδομένη σ’ολη την Ευρώπη τη βόρεια Αφρική και τη Μικρά Ασία.
Έχει μέχρι και 50μ ύψος στρογγυλή, απλωτή κόμη οριζόντια κλαδιά και επιμήκη, έλλοβα φύλλα με κοντό μίσχο. Είναι μακρόβιο δέντρο (ζει μέχρι και 400 χρόνια) που συχνά αποκτά μεγάλες διαστάσεις (το πλάτος του κορμού φτάνει τα 3μ και η προβολή της κόμης τα 300μ2 ). Το είδος αυτό προτιμά τα υγρά και δροσερά εδάφη.
Δρύς η χνοώδης (Quercus pubescens). Κατάγεται από την νότια Ευρώπη και τη Μικρά Ασία. Έχει ύψος 10-15μ και έλλοβα φύλλα συχνά καρδιόσχημα στη βάση. Τα νεαρά κλαδιά οι νευρώσεις της κάτω επιφάνειας των φύλλων και το κύπελλο του καρπού φέρνουν ένα κιτρινωπό χνούδι.
Δρύς η άμισχος (Quercus sessiflora). Κοινά ονόματα : δέντρο, δεντρούλι, δρυς, γρανιτσιά ρουπάλι. Λέγεται και Δρύς η πετραία (Quercus petraea). Κατάγεται από τη νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 20-30μ απλωτή κόμη και άμισχα λουλούδια και καρπούς.
Αειθαλή
Δρύς η κοκκοφόρος (Quercus coccifera). Κοινά ονόματα :πουρνάρι, πρινάρι απρινιά, κατσιπρινιά, κατσοπούρναρο, κατσικοπούρναρο. Φουντωτός θάμνος που κατάγεται από τις χώρες της Μεσογείου. Έχει ύψος το πολύ μέχρι 3μ και μικρά δερματώδη φύλλα με οδοντωτές και αγκαθωτές παρυφές.
Δρύς η ίληξ (Quercus illex).Κοινά ονόματα : Αριά,άρεος, ασίλακας (Κρήτη), κλαδί (Χαλκιδική).Δέντρο πολύ διαδομένο στα δάση των μεσογειακών περιοχών απ’οπου και κατάγεται. Έχει ύψος γύρω στα 20-25μ στρογγυλωπή κόμη και λογχοειδή, γυαλιστερά δερματώδη φύλλα. Αντέχει την ξηρασία και τα στεγνά, βραχώδη εδάφη και έχει σκληρό και βαρύ ξύλο κατάλληλο για την ξυλουργική.
Δρύς η φελλόδρυς (Quercus suber). Τυπική βαλανιδιά της Μεσογείου η οποία αναπτύσσεται επίσης και στις ακτές της Πορτογαλίας και του Μαρόκου που βρίσκονται στον Ατλαντικό. Το ύψος της δεν ξεπερνά τα 15μ ενώ η διάμετρος του κορμού της φτάνει τα 5μ. Ο κορμός καλύπτεται από έναν παχύ φλοιό που διασχίζεται από βαθιές αυλακώσεις απ’οπου λαμβάνεται ο φελλός. Η «κόμη» είναι πλατιά, ακανόνιστη και αραιή. Τα φύλλα μικρά, ωοειδή και δερματώδη με κυματοειδής παρυφές και μυτερές άκρες είναι γυαλιστερά και σκουροπράσινα στην πάνω επιφάνεια και στην κάτω γκρίζα και χνουδωτά. Η φελλόδρυς θέλει κλίματα υγρά και ζεστά, θέσεις φωτεινές και εδάφη κατά προτίμηση πυριτολιθικά και όξινα (δεν αντέχει τα ασβεστολιθικά).
Η συγκομιδή του φελλού αρχίζει όταν το δέντρο φτάσει σε ηλικία 30-35 χρόνων (το ύψος και η περίμετρος του κορμού θα πρέπει να κυμαίνεται γύρω 1,80μ και 60εκατ αντίστοιχα). Από τον πρώτο φλοιό ο οποίος είναι ζαρωμένος και ασύμμετρος παράγεται φελλός κατώτερης ποιότητας που ονομάζεται αρσενικός φελλός. Ο φλοιός ξανασχηματίζεται και όταν αποκτήσει το επιθυμητό πάχος (3-4εκατ) αφαιρείται και πάλι- ο φελλός που παράγεται πιο λεπτός και πιο λείος ονομάζεται ευγενής φελλός. Στο βιολογικό της κύκλο (περίπου 150 χρόνια) μια καλή φελλόδρυς μπορεί να δώσει μέχρι 200 κιλά φελλού (5-6 κιλά στα πρώτα χρόνια και 20-30 όταν βρίσκεται στην εποχή της πλήρους παραγωγής της.
Δρύς η Μακεδονική βελανιδιά: Quercus Macedonica.- Quercus trojana
Είναι ένα είδος που οι ειδικοί το τοποθετούσαν αρχικά στην Μακεδονία και την Ήπειρο. Προς ευχάριστη έκπληξη όμως το συναντούμε και στο Ξηρόμερο, κυρίως στον πυρήνα του βελανιδοδάσους Πρόδρομος – Αγράμπελο, κτλ. Αναπαράσταση από Μακεδονική βελανιδιά (Quercus Macedonica) ήταν και το από χρυσό στεφάνι δρυός του Φιλίππου Β' Βασιλιά της Μκεδονίας και πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Τεχνική της καλλιέργειας
Οι απαιτήσεις των δέντρων αυτών ποικίλλουν ανάλογα με το είδος. Γενικά καλό θα είναι να τις φυτεύετε σε αρκετά μεγάλους χώρους και σε εδάφη με καλή αποστράγγιση. Οι βαλανιδιές προτιμούν τις ηλιαζόμενες θέσεις αλλά αντέχουν και σε σχετικά σκιερές. Φυτεύονται το φθινόπωρο ή στις αρχές της ανοίξεως. Κατά τα πρώτα χρόνια ο εμπλουτισμός του εδάφους με κοπριά ή φυτόχωμα είναι χρήσιμος για τα περισσότερα είδη. Για να σχηματίσετε φράχτες για παράδειγμα από αριά, φυτεύετε τα δέντρα σε απόσταση 60-80 εκατ το ένα από το άλλο και έπειτα κόβετε τις κορυφές για να βοηθήσετε το σχηματισμό των πλευρικών διακλαδώσεων. Επίσης για να διατηρήσετε τους φράχτες στις διαστάσεις που θέλετε πρέπει να τους κλαδεύετε κάθε χρόνο κατά τον Μάρτιο. Εξάλλου για να κρατάτε πάντα καθαρό και μόνο ένα στέλεχος κόβετε τον Φεβρουάριο τα πλευρικά κλαδιά των μικρών δέντρων (ηλικίας 2-3χρόνων)

10.000 Δρύς η ίληξ (Quercus illex)
στούς χώρους παραγωγής μας.
Πολλαπλασιασμός Γενικά ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο. Οι σπόροι διατηρούν τη βλαστητική τους ικανότητα για μικρό χρονικό διάστημα και γι’αυτό η σπορά θα πρέπει να γίνεται μέσα σε διάστημα το πολύ 2μηνών από τη στιγμή της συγκομιδής το φθινόπωρο στο ύπαιθρο σε γλάστρες ή σε κασόνια. Το επόμενο φθινόπωρο τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε φυτώριο και μετά 2-3 χρόνια φυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Άλλα είδη Δρυός τα περισσότερα τα οποία συναντούμε κυρίως στις Η.Π.Α – Μεξικό - Κίνα είναι τα εξής.

Quercus alba, Quercus aliena Quercus arizonica Quercus austrina Quercus berberidifolia Quercus bicolor Quercus boyntonii Quercus carmenensis Quercus chapmanii Quercus chihuahuensis Quercus cornelius-mulleri Quercus copeyensis Quercus dalechampii  Quercus depressipes Quercus deserticola Quercus dilatata Quercus douglasii Quercus dumosa Quercus durata Quercus engelmannii Quercus faginea Quercus furuhjelmi Quercus fusiformis Quercus gambelii Quercus garryana Quercus geminata Quercus glaucoides Quercus grisea Quercus havardii Quercus hinckleyi Quercus hondurensis Quercus insignis Quercus intricata Quercus john-tuckeri Quercus laceyi Quercus lanata Quercus leucotrichophora Quercu obata Quercus lusitanica Quercus lyrata Quercus macrocarpa Quercus mohriana Quercus michauxii Quercus minima Quercus mongolica Quercus muehlenbergii Quercus oblongifolia Quercus oglethorpensis Quercus oleoides Quercus peduncularis Quercus petraea Quercus polymorpha Quercus prinoides Quercus prinus Quercus pubescens Quercus pungens —Quercus rugosa Quercus sadleriana Quercus stellata Quercus toumeyi Quercus turbinella Quercus vaseyana Quercus virginiana Quercus canariensis Quercus dentata Quercus frainetto Quercus macranthera Quercus pontica Quercus pyrenaica Quercus vulcanica Quercus acutissima Quercus alnifolia Quercus calliprinos Quercus castaneifolia Quercus infectoria Quercus libani Quercus macrolepis Quercus semecarpifolia Quercus variabilis Quercus cedrosensis Quercus chrysolepis Quercus palmeri Quercus tomentella Quercus vaccinifolia Quercus arkansana Quercus buckleyi Quercus canbyi Quercus castanea Quercus coccinea Quercus costaricensis Quercus cualensis Quercus depressa Quercus eduardii Quercus ellipsoidalis Quercus emoryi Quercus falcata Quercus gravesii Quercus graciliformis Quercus georgiana Quercus hintoniorum Quercus hirtifolia Quercus humboldtii Quercus hypoleucoides Quercus hypoxantha Quercus ilicifolia Quercus iltisii Quercus imbricaria Quercus incana Quercus inopina Quercus kelloggii Quercus laevis Quercus laurifolia Quercus laurina Quercus marilandica Quercus myrtifolia Quercus nigra Quercus pagoda Quercus parvula Quercus phellos Quercus pumila Quercus rapurahuensis Quercus rhysophylla Quercus salicifolia Quercus sapotifolia Quercus shumardii Quercus tardifolia Quercus texana Quercus wislizeni Quercus xalapensis Quercus albicaulis Quercus argentata Quercus argyrotricha Quercus augustinii Quercus austrocochinchinensis Quercus austroglauca Quercus bella Quercus blakei Quercus camusiae Quercus championii Quercus chapensis Quercus chevalieri Quercus chingsiensis Quercus chungii Quercus daimingshanensis Quercus delavayi Quercus delicatula Quercus dinghuensis Quercus disciformis Quercus edithiae Quercus elevaticostata Quercus fleuryi Quercus gambleana Quercus gemelliflora Quercus gilva Quercus glauca Quercus helferiana Quercus hondae Quercus hui Quercus hypophaea Quercus jenseniana Quercus jinpinensis Quercus kerrii Quercus kiukiangensis Quercus kouangsiensis Quercus lamellosa Quercus lineata Quercus litoralis Quercus litseoides Quercus lobbii Quercus longinux Quercus lowii Quercus lungmaiensis Quercus merrillii,Quercus motuoensis Quercus multinervis Quercus myrsinifoliaQuercus neglecta, Quercus ningangensis Quercus obovatifolia Quercus oxyodon, Quercus phanera,,Quercus poilanei,, Quercus rex Quercus salicina.Quercus saravanensis Quercus schottkyana,Quercus semiserrata Quercus sessilifolia  Quercus sichourensis Quercus stenophylloides, Quercus stewardiana Quercus subhinoidea Quercus subsericea Quercus thorelii Quercus tomentosinervis Quercus treubiana,Quercus yingjiangensis.

| | edit post

ΕΛΙΑ (Olivo) - Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europea)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010 1 σχόλια



ΕΛΙΑ  Καβουσίου - Αζοριά  Κρήτης. με περίμετρο κορμού
14,25 μέτρα.Ισως η μεγαλύτερη σε μέγεθος Ελιά στόν κόσμο. 
 ΕΛΙΑ (Olivo-Ulivi-OliveTree)

Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europaea)
Οικογένεια : Ελαίδες (Oleaceae)
Η ελιά είναι ένα δέντρο που απαντά σ’ολες τις μεσογειακές χώρες. Κατάγεται από τη Μικρά Ασία απ’οπου και διαδόθηκε σε όλες τις χώρες που έχουν ζεστά και ξερά καλοκαίρια και ήπιους χειμώνες. Σήμερα οι χώρες με την μεγαλύτερη παραγωγή λαδιού είναι η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Τυνησία και η Πορτογαλία. Η καλλιέργεια της ελιάς επεκτείνεται και στην αμερικανική ήπειρο ιδιαίτερα στην Καλιφόρνια.

ΕΛΙΑ Βουβών Χανίων Κρήτης. με περίμετρο κορμού 8.05 μέτρα.
Η μεγαλύτερη σε ηλικία Ελιά στόν κόσμο 3.500-5.000 χρόνων.

 Καλλιεργείται σε όλες τις εύκρατες –ζεστές ζώνες για τους καρπούς της που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή λαδιού και για άμεση κατανάλωση (επιτραπέζιες ελιές). Στη δεύτερη περίπτωση οι ελιές υπόκεινται σε διάφορες επεξεργασίες για να καταστούν εδώδιμες.
Η συγκομιδή της ελιάς πριν ή μετά την πλήρη ωρίμανση της και η διαδικασία που ακολουθείται για να γίνει εδώδιμη επιτρέπουν την επίτευξη δύο τύπων προϊόντος πράσινες και μαύρες ελιές. Από την ελιά χρησιμοποιούνται επίσης τα φύλλα στα οποία αποδίδονται αντιπυρετικές ιδιότητες και το ξύλο που χρησιμοποιείται στην ξυλουργική και την επιπλοποιία.

Είδη και ποικιλίες
Το είδος Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europaea) περιλαμβάνει δύο υποείδη : Ελαία η ευρωπαϊκή ήμερος ή εδώδιμος (Olea europaea sativa) που είναι η καλλιεργούμενη ελιά και Ελαία η ευρωπαϊκή αγρία (Olea europaea oleaster) κοινώς αγριλιά, αγριλιός, αγρίλι, γριλολιά (Κέρκυρα), κοσίνη (Άνδρος), κόστινος (Αίγινα) η οποία είναι αυτοφυές δέντρο ύψους 5-6μ με αγκαθωτά κλαδιά και μικρούς μελανέρυθρους καρπούς.
Η ήμερη ελιά είναι αειθαλές δέντρο ύψους 20 περίπου μ. με κορμό γεμάτο κόμπους συχνά συστραμμένο και καλυμμένο από έναν γκριζωπό φλοιό. Στη βάση του κορμού εξάλλου (αλλά και πιο πάνω) υπάρχουν διάφορα εξογκώματα (γόγγροι, δρόγγοι ή βυζιά). Τα κλαδιά συστραμμένα κι αυτά φέορυν λογχοειδή γκριζοπράσινα περγαμηνοειδή φύλλα. Τα νεαρά κλαδιά είναι πράσινα και εύκαμπτα. Τα άνθη εμφανίζονται ενωμένα σε άσπρες φοβοειδείς ταξιανθίες μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου σε κλαδιά ενός χρόνου. Οι καρποί ωοειδείς δρύπες έχουν συνήθως πράσινο κοκκινωπό ιώδες ή μαυριδερό χρώμα και αποτελούνται από τη σάρκα καθώς από ένα ξυλώδες τμήμα (πυρήνας) που βρίσκεται στο κέντρο. Οι ελιές ωριμάζουν ανάλογα με το κλίμα από τον Σεπτέμβριο ως τον Ιανουάριο. Έχει διαπιστωθεί ότι μόνο το 1-2% των γονιμοποιημένων λουλουδιών δένουν καρπό ενώ τα άλλα πέφτουν. Η ελιά μπορεί να ζήσει πολλές εκατοντάδες χρόνια. Στη χώρα μας καλλιεργούνται διάφορες ποικιλίες ελιάς από τις οποίες αναφέρουμε τις πιο σημαντικές κατατάσσοντας τις σε ομάδες ανάλογα με τον τόπο καλλιέργειας : Πελοποννήσου : κορωνέικη Αλαγωνίας, νερολιά, ματσολιά, καρυδολιά, αητονύχι, Καλαμών. Κερκύρας : λιανολιά, πικρολιά, στρυφτολιά, τρυτσολιά, αναποδολιά, στρουμπουλολιά, γαιδουρολιά, αετονυχολιά, χονδρολιά, καλοκαιρίδα, μελολιά, γλυκολιά.
Λευκάδας : ασπρολιά, μαυρολιά.
Κρήτης : κορωνέικη, λιανολιά, χονδρολιά, μηλοελιά, μουρατοελιά, τσουνάτη, καλυμπάτη.
Στερεάς Ελλάδος : Αθηναική κολυμπάδα ή καρυδολιά, καλαματιανή, μεγαρίτικη, βολιώτικη, κορωνείκη, δαμασκηνάτη, Αμφίσσης, καθρέικη.
Λέσβου: κολοβή ή βαλανολιά, αδραμυτινή ή μηλολιά ή περαική, λαδολιά ή ασπρολιά ή καλολιά ή ρουπαδιά.
Τεχνική της καλλιέργειας
Πρόκειται για δέντρα που προσαρμόζονται και σε φτωχά, πετρώδη, ξερικά και ασβεστώδη εδάφη. Για το λόγο αυτό οι ελιές φυτεύονταν από παράδοση στις πιο αφιλόξενες ζώνες. Ωστόσο καλό θα είναι να θυμάστε πως για να έχετε καλή παραγωγή θα πρέπει να καλλιεργείτε την ελιά σε γόνιμα, δροσερά και καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη επειδή δεν αντέχει τα λιμνάζοντα νερά. Οι πιο κατάλληλες θέσεις είναι οι πλαγιές που βλέπουν προς το νότο και προστατεύονται από τους βόρειους ανέμους. Η ελιά είναι ανθεκτική στην ξηρασία αλλά κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής της μπορεί να χρειαστεί μερικά ποτίσματα αν παρατηρηθούν μακρές περίοδοι ανομβρίας. Το φύτεμα γίνεται κατά προτίμηση το φθινόπωρο αλλά στις πιο ψυχρές περιοχές μπορεί να γίνει κα την άνοιξη. Τα δενδρύλλια μπορούν να φυτευτούν και με γυμνή ρίζα αλλά καλύτερα είναι να φυτεύονται με μπάλα χώματος. Πριν από το φύτεμα θα πρέπει να σκάψετε σε βάθος το έδαφος και να εμπλουτίσετε με άφθονη κοπριά και φωσφοροκαλιούχα λιπάσματα. Ανοίγετε αρκετά μεγάλους λάκκους (τουλάχιστον 60Χ60Χ60) και τοποθετείτε μέσα σ’αυτούς τα δενδρύλλια με προσοχή για να μην καταστραφούν οι ρίζες. Φροντίστε επίσης να αφήσετε έξω από το χώμα το σημείο του εμβολιασμού. Στη συνέχεια γεμίζετε το λάκκο με το χώμα που βγάλατε απ’αυτόν και το πατάτε γερά γύρω από τις ρίζες.
Κάθε χρόνο θα πρέπει να ρίχνετε διάφορα λιπάσματα κυρίως αζωτούχα σε βάθος 15-20 εκατ.

ΕΛΙΑ στό Σαμωνά Χανίων Κρήτης. με περίμετρο κορμού 12.90 μέτρα
σέ ύψος 0.90 cm . Ξεκινάει με έναν κορμό και διακλαδώνεται με αρκετούς
εντυπωσιακούς κορμούς από πολύ χαμηλά στη βάση  . 
Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός με σπόρο χρησιμοποιείται γενικά μόνο για την παραγωγή σπορόφυτων υποκειμένων γιατί τα δενδρύλλια που προέρχονται από σπόρο αναπτύσσονται πολύ αργά και δεν αντέχουν πολύ στην ξηρασία. Οι σπόροι αφού στρωματωθούν μέσα σε άμμο για ενάμισι περίπου χρόνο σπέρνονται την άνοιξη. Τα μικρά φυτά μεταφυτεύονται μόλις βγάλουν 6-8 φύλλα και ένα χρόνο αργότερα μπορούν να εμβολιαστούν.
Καλά αποτελέσματα δίνει ο πολλαπλασιασμός με μόσχευμα επειδή τα κλαδιά της ελιάς ριζώνουν εύκολα. Στην περίπτωση αυτή μπορείτε να κόψετε μικρά κλαδιά που τα φυτεύετε απευθείας σε φυτώριο και στη συνέχεια όταν ριζώσουν θα τα μεταφυτεύετε στην οριστική τους θέση. Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε μοσχεύματα μήκους 30-40εκατ που τα κόβετε το χειμώνα από κλαδιά ηλικίας 3-4 χρόνων και τα διατηρείτε μέσα σε άμμο μέχρι την άνοιξη οπότε τα φυτεύετε σε φυτώρια και σε οριζόντια θέση. Τα μοσχεύματα σχηματίζουν ρίζες και βλαστούς από τους οποίους διατηρείτε μόνον τον πιο εύρωστο. Αφήνετε τα μικρά δέντρα στο φυτώριο για μερικά χρόνια και ύστερα τα φυτεύετε στην οριστική θέση. Επίσης μπορείτε να χρησιμοποιήσετε σαν μοσχεύματα και τα εξογκώματα (γόγγροι) που σχηματίζονται στη βάση του δέντρου. Στην περίπτωση αυτή αποσπάτε τα εξογκώματα από το δέντρο και τα διατηρείτε σε άμμο ολόκληρο το χειμώνα. Την άνοιξη τα κόβετε σε κομμάτια και τα φυτεύετε σε φυτώριο όπου τ’αφήνετε για 5-6 χρόνια οπότε τα βάζετε στην οριστική τους θέση. Η ελιά μπορεί να πολλαπλασιαστεί και με παραφυάδες που σχηματίζονται από τα εξογκώματα (γόγγρους) :τις φυτεύετε σε φυτώριο και ύστερα από μερικά χρόνια μεταφέρετε τα δενδρύλλια στην οριστική τους θέση.
Οι ποικιλίες μπορούν να πολλαπλασιαστούν και με εμβολιασμό. Στην περίπτωση αυτή θα χρησιμοποιήσετε σαν υποκείμενα τα σπορόφυτα ελιάς, την αγριελιά ή και δενδρύλλια ελιάς που έχουν δημιουργηθεί από μοσχεύματα. Ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει με ενοφθαλμισμό την άνοιξη (κατά συνέπεια με βλαστάνοντα «οφθαλμό») ή πάντοτε στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως δηλαδή τον Μάρτιο με εγκεντρισμό. Επίσης ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει με πλακίτη (με φόλα) την άνοιξη να εμβολιαστεί δηλαδή το υποκείμενο με ένα κομμάτι βλαστού που να φέρει έναν οφθαλμό από την ποικιλία την οποία θέλετε να πολλαπλασιάσετε.
Η τεχνική του εμβολιασμού μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανανέωση πολύ γέρικων δέντρων και τη βελτίωση της παραγωγής τους. Κλαδεύετε αυστηρά το δέντρο που πρόκειται να επανεμβολιαστεί αφήνοντας μόνο τον κορμό και μερικούς βραχίονες. Οι βραχίονες εμβολιάζονται με πολλά κεντράδια με εγκεντρισμό στεφανίτη. Αντί να εμβολιάσετε απευθείας τους βραχίονες μπορούν να περιμένετε μέχρι να αναπτυχθούν απ’αυτούς νέοι βλαστοί και να τους εμβολιάσετε με φόλα (πλακίτης εμβολιασμός). Η ελιά αρχίζει να καρποφορεί 10-12 χρόνια μετά το φύτεμα της ανάλογα με το σχήμα διαμορφώσεως που ακολουθεί ο καλλιεργητής.
Κλάδεμα
Κλάδεμα διαμορφώσεως. Η ελιά μπορεί να διαμορφωθεί σε ελεύθερο σχήμα στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να αραιώνεται η «κόμη» ώστε να περνά ο αέρας και το φώς ανάμεσα στα κλαδιά. Άλλο σχήμα διαμορφώσεως πολύ κοινή είναι το κύπελλο ( ο κορμός θα πρέπει να έχει ύψος γύρω στο 1-1,5μ). Τα τελευταία χρόνια πολλοί παραγωγοί διαμορφώνουν τα ελαιόδεντρα τους στο σχήμα της ελεύθερης παλμέτας με καλά αποτελέσματα.
Κλάδεμα καρποφορίας. Η ελιά παράγει τους καρπούς της στα κλαδιά του προηγούμενου χρόνου. Επειδή δεν αντέχει τα πολλά κλαδέματα θα πρέπει να περιορίζετε τα κλάδεμα παραγωγής στο κόψιμο ενός τμήματος των κλαδιών που έχουν καρποφορήσει στο αραίωμα της κόμης αν είναι πολύ πυκνή και στην αφαίρεση των ξερών κλαδιών καθώς αυτών που έχουν υποστεί ζημιές από ασθένειες ή έντομα.
Κλάδεμα ανανεώσεως. Για να ανανεωθούν τα πολύ γέρικα και όχι αρκετά παραγωγικά δέντρα μπορείτε να καταφύγετε σε ένα αυστηρό κλάδεμα που συνίσταται στην αποκεφάλιση του δέντρου (κόβετε δηλαδή ολόκληρη την κόμη και αφήνετε μόνο τον κορμό). Επίσης μπορείτε να κόψετε το δέντρο στη βάση και να διατηρήσετε την πιο εύρωστη από τις παραφυάδες που θα σχηματίσει.
Ζωικοί εχθροί και ασθένειες.
Το κυκλοκόνιο είναι μια πολύ κοινή ασθένεια που προσβάλλει την ελιά και προκαλείται από έναν μύκητα (Cycloconium aleagineum). Εκδηλώνεται με την εμφάνιση γκρίζων κηλίδων στα φύλλα που παίρνουν στη συνέχεια καστανό χρώμα και περιβάλλονται από μια κίτρινη άλω. Εκτός από τα φύλλα προσβάλλονται και τα φύλλα και οι καρποί πάνω στους οποίους σχηματίζονται πράσινες κηλίδες που καλύπτονται από γκρίζα μούχλα. Οι καρποί πέφτουν πριν ωριμάσουν και το άρρωστο δέντρο μπορεί να χάσει τα φύλλα του. Το κυκλοκόνιο καταπολεμάται με βορδιγάλειο πολτό ή οξυχλωριούχο χαλκό στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως και το φθινόπωρο.
Ο καρκίνος ή φυματίωση της ελιάς οφείλεται σε ένα βακτηρίδιο (Pseudomonas savastanoi) το οποίο μπαίνει στο φυτό από τραύματα ή ακάλυπτες τομές κλαδέματος. Εκδηλώνεται με την εμφάνιση εξογκωμάτων πάνω στα κλαδιά τους μίσχους και τα φύλλα που στην αρχή είναι πράσινα και λεία και σιγά –σιγά γίνονται τραχιά και καφετιά. Τα προσβλημένα κλαδιά παύουν να αναπτύσσονται και σιγά-σιγά ξεραίνονται. Η καταπολέμηση συνιστάται στη λήψη προληπτικών μέτρων όπως είναι η απολύμανση των τραυμάτων του δέντρου με θεϊκό χαλκό και το κόψιμο των άρρωστων κλαδιών.
Ο δάκος της ελιάς (Dacus oleae) είναι μια μικρή μύγα με κίτρινο κεφάλι και γκρίζο θώρακα με 3 λωρίδες. Τα τέλεια έντομα (ακμαία) που τρέφονται με σακχαρούχα υγρά εμφανίζονται γενικά γύρω στον Ιούνιο. Τα θηλυκά εναποθέτουν τα αυγά τους πάνω στους μικρούς καρπούς. Οι άσπρες προνύμφες (σκουλήκια) που γεννιούνται από αυτά τρέφονται με τη σάρκα των καρπών πάνω στους οποίους διακρίνεται μια σκούρα κηλίδα και μια τρύπα. Σιγά –σιγά οι ελιές ζαρώνουν σαπίζουν και πέφτουν. Για να καταπολεμήσετε το δάκο πρέπει να ψεκάζετε κάθε τόσο τα δέντρα χρησιμοποιώντας κατάλληλα εντομοκτόνα σ’ολη την περίοδο του σχηματισμού των καρπών.
Η μεγάλη ψώρα (κοκκοειδής) της ελιάς (Saissetia oleae) προσβάλλει κυρίως την ελιά αλλά και τα εσπεριδοειδή καθώς και άλλα φυτά όπως για παράδειγμα την πικροδάφνη. Τα θηλυκά μήκους 3χλστ τα οποία χαρακτηρίζονται από ένα ανάγλυφο σε σχήμα στη ράχη τους εγκαθίστανται στην κάτω επιφάνεια των φύλλων και στα νεαρά κλαδιά. Τα προσβλημένα δέντρα μαραίνονται ενώ μειώνεται πολύ η παραγωγή τους. Για την καταπολέμηση χρειάζεται ένας ψεκασμός με βάση το θειούχο βάριο στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως και άλλος ένας με θερινό πολτό λίγο πριν από την ανθοφορία.

Σημ. οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό άλμπουμ των ιδιοκτητών.

| | edit post

Κέδρος (Cedrus)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010 0 σχόλια

Κέδρος (Cedrus)

Οικογένεια : Πευκίδες ή Πινίδες (Pinaceae)


Cedrus Atlantica Glauca σε παραγωγή.
 Γένος που περιλαμβάνει 4 αειθαλή και μακρόβια, κωνοφόρα με μεγάλες διαστάσεις (σε κατάλληλο περιβάλλον μπορούν να φτάσουν σε ύψος 40μ). Τα νεαρά κλαδιά φέρουν σ’ολόκληρο το μήκος τους λεπτά βελονοειδή φύλλα αλλά πιο κοντά και ενωμένα σε θυσάνους. Τα δέντρα αυτά παράγουν κώνους αλλά μόνο αφού ενηλικιωθούν και μετά (σε ορισμένα είδη μάλιστα η παραγωγή κώνων αρχίζει σε ηλικία 30-40 χρόνων). Οι κέδροι αναπτύσσονται πολύ γρήγορα και λόγω των διαστάσεων τους είναι κατάλληλοι για πάρκα και μεγάλους κήπους. Στις περιοχές μας καλλιεργούνται κυρίως για διακοσμητικούς σκοπούς αλλά στις χώρες απ’τις οποίες κατάγονται χρησιμοποιείται πολύ το ξύλο τους είτε στην ξυλουργική είτε στις οικοδομές.

Είδη και ποικιλίες

Κέδρος η ατλαντική (Cedrus atlantica).
Κατάγεται από την οροσειρά του Άτλαντα στη βόρεια Αφρική. Μαζί με τον κέδρο του Λιβάνου είναι το είδος που καλλιεργείται περισσότερο. Μπορεί να φτάσει σε ύψος 40μ. Έχει πυραμιδοειδή «κόμη». Οι κύριες διακλαδώσεις ανέρχονται προς τα πάνω ενώ οι δευτερεύουσες είναι κάπως κυρτές προς τα κάτω. Στα πιο γέρικα δέντρα τα κύρια κλαδιά τείνουν να παίρνουν μια οριζόντια διεύθυνση γι’αυτό και η «κόμη» παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Το είδος αυτό παράγει όρθιους κώνους μήκους 7-10 εκατ που μένουν πάνω στο δέντρο για πολύ καιρό. Από τις πιο διαδομένες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Γλαυκή»(Galuca) με γκριζογάλανα φύλλα την «Κλαίουσα» ή Κρεμοκλαδή (Pendula) με κυρτό κορμό και κρεμαστά κλαδιά που φτάνουν ως το έδαφος και την «Οξύληκτο» (Fastigiata) με κλαδιά ανερχόμενα και κιονωτή μορφή.

Κέδρος η δεοδάρα (Cedrus deodara)
Cedrus Livani σε παραγωγή.
Το είδος αυτό που κατάγεται από τα Ιμαλάια είναι γνωστό και σαν Κέδρος των Ιμαλαίων. Έχει ύψος από 10ως 40εκατ πλαγιόκλαδη ανάπτυξη και κρεμάμενες τις κορυφές του κορμού και των κλαδιών. Τα κύρια κλαδιά είναι οριζόντια και εύκαμπτα. Στα νεαρά δέντρα οι βελόνες έχουν γκριζογάλανο χρώμα ενώ στα ενήλικα βαθυπράσινο. Οι κώνοι μήκους 7-10 εκατ λίγο ή πολύ ωοειδείς σχηματίζονται στα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων που έχουν ηλικία 35-40 εκατ. Η ποικιλία «Κλαίουσα» (Pendula) είναι πιο χαμηλή από το τυπικό είδος και έχει κλαδιά κρεμάμενα προς τα κάτω.

Κέδρος του Λιβάνου (Cedrus libani) Είναι ο πιο γνωστός κέδρος. Φτάνει σε ύψος 10-40μ. Σε νεαρή ηλικία η «κόμη» έχει κωνικό σχήμα. Στα πιο γέρικα δέντρα η κορυφή του κορμού γέρνει τα κύρια κλαδιά παίρνουν μια οριζόντια κατεύθυνση (ποτέ κρεμάμενη προς τα κάτω) και η κόμη γίνεται πιο πλατιά. Οι βελόνες είναι βαθυπράσινες και μερικές φορές παρουσιάζουν αργυρόχρωμες ή γαλαζωπές ανταύγειες. Από τις καλλιεργούμενες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Χρυσή» (Aurea) πιο λεπτή από τις άλλες με χρυσοπράσινες βελόνες την «Αργυρή» (Argentea) με φύλλα που έχουν αργυρόχρωμες ανταύγες τη «Νάνα» (Nana με φύλλα που παρουσιάζουν αργυρόχρωμες ανταύγειες ύψος 1 περίπου μ και αργή ανάπτυξη και η Σαργέντειος (Sargentii) με κρεμάμενα κλαδιά κατάλληλη για βραχόκηπο.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι κέδροι χρειάζονται εδάφη με καλή αποστράγγιση επειδή δεν αντέχουν καθόλου τα λιμνάζοντα νερά και ηλιόλουστες τοποθεσίες. Αναπτύσσονται καλά ακόμα και σε ασβεστώδη εδάφη. Τα νεαρά δέντρα (ύψους 50-60 εκατ ) φυτεύονται στην οριστική τους θέση το φθινόπωρο ή την άνοιξη. Είναι απαραίτητο να τοποθετούνται στον πυθμένα του λάκκου πέτρες, χαλίκια κλπ ώστε να εξασφαλίζεται καλή αποστράγγιση. Όταν τα δέντρα φτάσουν σε κάποιο ύψος στηρίζονται με γερούς πασσάλους.

Πολλαπλασιασμός
οι κέδροι πολλαπλασιάζονται με σπόρο και με εμβολιασμό. Για τη σπορά που γίνεται τον Απρίλιο σέ προφυλαγμένο μέρος χρησιμοποιούνται οι σπόροι των κώνων που χρειάζονται 2 χρόνια για να ωριμάσουν. Όταν τα μικρά φυτά φτάσουν σε ύψος 10 περίπου εκατ φυτεύονται σε φυτώριο όπου θα μείνουν για 3-4 χρόνια πριν φυτευτούν στην οριστική τους θέση.
Οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται με εγκεντρισμό (πλευρικό σε σφήνα ) την άνοιξη. Τα κεντράδια παίρνονται από κλαδιά του χρόνου. Σαν υποκείμενα χρησιμοποιούνται δενδρύλλια ηλικίας 1-2 χρόνων.

Κλάδεμα
Στα νεαρά δέντρα είναι απαραίτητο να διατηρηθεί ένας μόνο κύριος βλαστός. Αν διακλαδίζεται το φθινόπωρο κόβεται το λιγότερο αναπτυγμένο κλαδί. Αν θέλει κανείς να περιορίσει την ανάπτυξη του δέντρου μπορεί να κόψει στα τέλη του χειμώνα τα πιο χαμηλά κλαδιά από τη βάση τους χωρις να αφήσει κομμάτια και χωρίς να πειράξει τα πιο αναπτυγμένα κλαδιά.

| | edit post

Κυπαρίσσι ή Κυπάρισσος(Cupressus)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010 0 σχόλια

Κυπαρίσσι ή Κυπάρισσος(Cupressus)

Οικογένεια :Κυπαρισσίδες (Cupressaceae)



Εντυπωσιακά 12 μέτρα κυπαρίσσια δουλεμένα.
Γένος που περιλαμβάνει 20 περίπου είδη αειθαλών κωνοφόρων που κατάγονται από τις εύκρατες ζώνες του βόρειου ημισφαιρίου. Πρόκειται για δέντρα με μέσο ύψος και συμπαγή «κόμη» σε σχήμα κολόνας. Τα φύλλα λεπιοειδή και τριγωνικά καλύπτουν εντελώς τα κλαδιά. Οι κώνοι τα λεγόμενα κυπαρισσόμηλα έχουν στρογγυλωπό σχήμα και αγκαθωτά λέπια. Τα κυπαρίσσια σε μερικές περιοχές παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του τοπίου : αν τοποθετηθούν σε πυκνές σειρές αποτελούν ιδεώδεις φράχτες ή ανεμοθραύστες. Το ξύλο σκληρό κι αρωματικό χρησιμοποιείται στην ξυλουργική.
Είδη και ποικιλίες
Κυπάρισσος του Κασμίρ ( Cupressus cashmeriana). Το είδος αυτό που κατάγεται από την Ινδία είναι ανθεκτικό στις χώρες της Μεσογείου. Έχει σχήμα πυραμίδας με κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά και φτάνει σε ύψος 15μ.
Κυπάρισσος η λεία (Cupressus glabra)
Ανθεκτικό είδος που κατάγεται από την Αριζόνα και φτάνει σε ύψος 15μ. Έχει κωνική «κόμη» παχύ πορφυρόχρωμο φλοιό που ξεκολλάει σε πλάκες και μικρά, γκριζογάλαζα φύλλα. Τα κυπαρισσόμηλα έχουν πορφυροκάστανο χρώμα.
Κυπάρισσος η μακρόκαρπη (Cupressus macrocarpa). Το είδος αυτό που κατάγεται από την Καλιφόρνια είναι γνωστό και με τ’ονομα Κυπαρίσσι του Μοντερέη. Είναι ανθεκτικό στις παραθαλάσσιες περιοχές όπου συχνά φυτεύεται για να σχηματίσει ανεμοθραύστες. Το σχήμα του στην αρχή είναι κιονωτό αλλά όταν το δέντρο γεράσει γίνεται πλαγιόκλαδο. Τα φύλλα έχουν βαθυπράσινο χρώμα κι είναι αρωματικά. Εξάλλου ο φλοιός είναι καστανέρυθρος και τα κυπαρισσόμηλα ενωμένα σε ομάδες κατά μήκος των βλαστών. Απ’αυτό το είδος καλλιεργείται συχνά η ποικιλία Κυπάρισσος η μαυρόκαρπος ποικ.Λαμπερτιάνα (Cupressus macrocarpa «Lambertiana») από την οποία προέρχεται η άλλη ονομασία του Κυπαρισσιού του Λάμπερτ. Η ποικιλία «Χρυσόχρωμη Ντόναλντ» (Donald Gold) έχει γρήγορη ανάπτυξη και χρυσαφί φύλλωμα.

Χιλιάδες κυπαρίσσια ( Cupressus sempervirens) σε παραγωγή.
 Κυπάρισσος ο αειθαλής (Cupressus sempervirens). Ανθεκτικό είδος που κατάγεται από τις μεσογειακές περιοχές και φτάνει σε ύψος 20-40μ. Σε νεαρή ηλικία η κόμη του είναι μυτερή για να γίνει κιονωπή και στρογγυλή στην κορυφή όταν το δέντρο γεράσει. Τα φύλλα είναι βαθυπράσινα και τα κυπαρισσόμηλα καστανότεφρα.

Τεχνική της καλλιέργειας
Τα κυπαρίσσια προσαρμόζονται σ’όλα τα βαθιά και καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη. Αντέχουν ακόμα και σε ένα ορισμένο βαθμό ξηρασίας με εξαίρεση την Κυπάρισσο τη μακρόκαρπη (C.macrocarpa). Φυτεύονται (καλό θα είναι να χρησιμοποιηθούν νεαρά δενδρύλλια ύψους 60-70 εκατ τον Οκτώβριο –Νοέμβριο ή τον Μάρτιο –Απρίλιο σε προσήλιες θέσεις.


Φράχτης απο κυπαρίσσια μεθοδικά κουρεμένα.
Πολλαπλασιασμός Πολλαπλασιάζεται με σπόρους, μοσχεύματα και καταβολάδες. Η σπορά γίνεται την άνοιξη σε κρύο κασόνι. Τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε γλάστρες διαμέτρου 8-9εκατ. που είναι παραχωμένες στο ύπαιθρο ή μεταφυτεύονται σε φυτώριο. Τον επόμενο χρόνο φυτεύονται στην οριστική τους θέση. Ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα που είναι πιο κατάλληλος για τις ποικιλίες γίνεται το φθινόπωρο. Τα μοσχεύματα (μήκους 10 περίπου εκατ) κόβονται από τα πλευρικά κλαδιά μαζί με ένα κομμάτι παλιού ξύλου και τοποθετούνται για να ριζώσουν σε ένα μείγμα από άμμο και τύρφη. Στη συνέχεια φυτεύονται όπως και τα νεαρά φυτά.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες.
Τα κυπαρίσσια μπορούν να προσβληθούν από αφίδες και ακάρεα που προκαλούν το μαρασμό τους. Για τις αφίδες γίνονται ψεκασμοί με βάση τη νικοτίνη και στις πιο σοβαρές περιπτώσεις Μαλαθείο. Κατά των ακάρεων η καταπολέμηση με χημικά προιόντα είναι αντίθετα πολύ δύσκολη γιατί αυτές οι μικρές αράχνες βρίσκουν συχνά καταφύγιο στα «μάτια» και στις σχισμές του φλοιού καθώς επίσης γιατί έχουν μεγάλη ικανότητα να εθίζονται στα εντομοκτόνα.
Τα κυπαρίσσια μπορούν επίσης να προβληθούν και από την τεφρά σήψη που συνήθως προσβάλλει τα νεαρά δενδρύλλια της Κυπάρισσου της μακρόκαρπης (C.macrocarpa) και της Κυπάρισσου της αειθαλούς (C.sempervirens). Πάνω στα προσβλημένα μέρη σχηματίζεται μια γκριζωπή σήψη. Για την καταπολέμηση των ασθενειών αυτών έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικοί οι ψεκασμοί με βορδιγάλειο πολτό, TMTD και Κάπταν.

Σημ. Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό άλμπουμ των ιδρυτών από επισκέψεις-προσκλήσεις σε μεγάλες ευρωπαικές φυτωριακές μονάδες.

| | edit post

ΣΦΕΝΔΑΜΙΑ - ΣΦΕΝΤΑΜΙΑ

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010 0 σχόλια



Acer platanoides Crimson King

ΑΚΕΡ (Acer)

Οικογένεια Ακερίδες (Aceraceae) κν. Σφεντάμι ή σφοντάμνι. Είναι ο Σφένδαμος των αρχαίων Ελλήνων
Γένος που περιλαμβάνει 200 είδη συνήθως φυλλοβόλων δέντρων ή θάμνων που είναι διαδομένα σ’ολο το βόρειο ημισφαίριο. Καλλιεργούνται για το όμορφο φύλλωμα τους. Τα φύλλα είναι παλαμαοειδή συνήθως με 5 λοβούς και παίρνουν πολύ ζωηρά φθινοπωρινά χρώματα (πορφυρό, πορτοκαλί, μπρούτζινο κλπ). Η ιδιότητα αυτή απαντάται κυρίως στα είδη του Άκερ που κατάγονται από την Ιαπωνία, την Κίνα και την Αμερική. Τα είδη αυτά συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα στα πιο διακοσμητικά καλλωπιστικά δέντρα και θάμνους. Τα λουλούδια κίτρινα ή πράσινα ενωμένα σε ταξιανθίες δεν είναι πολύ εμφανή και έχουν μικρή διακοσμητική αξία εκτός από αυτά του Άκερ του πλατανοειδή (Acer platanoides) και τον Acer circinatum. Οι καρποί είναι χαρακτηριστικοί : σχηματίζουν «σαμάρια» και μάλιστα «δισαμάρια» με δύο πολύ αναπτυγμένα φτερά.
Τα διάφορα είδη του άκερ καλλιεργούνται για τη σημαντική διακοσμητική τους αξία μερικά όμως και για άλλους σκοπούς. Υπάρχουν είδη που χρησιμοποιείται το ξύλο τους όπως για παράδειγμα του Άκερ του πλατανοειδους (Acer platanoides) και του Άκερ του ψευδοπλάτανου (Acer psendoplatanus). Στον Καναδά υπάρχουν είδη Άκερ όπως πχ. ο άκερ ο σακχαροφόρος (Acer saccharinum) από τα οποία συλλέγεται ο χυμός και παρασκευάζεται απ’αυτόν το φημισμένο και λεπτό σιρόπι του άκερ που είναι το εθνικό ποτό των Καναδών. Μερικά ευρωπαϊκά είδη με γρήγορη ανάπτυξη χρησιμεύουν σαν δέντρα για δεντροστοιχίες (Acer pseudoplatanus, Acer platanoides). O Άκερ ο ψευδοπλάτανος σε ανεμοδαρμένες περιοχές όπως π.χ στη Σκωτία χρησιμοποιείται σαν ανεμοθραύστης.

Acer Rubrum

Είδη και ποικιλίες
Τα είδη του Άκερ είναι κατανεμημένα σε όλο το βόρειο ημισφαίριο. Τα αμερικάνικα είδη είναι συνήθως δέντρα με μεγάλες διαστάσεις και φύλλωμα που χρωματίζεται έντονα το φθινόπωρο. Αντίθετα τα είδη της Ανατολής είναι μικρότερα και έχουν πολύπλοκες μορφές και φύλλα με ωραία χρώματα. Τα ευρωπαϊκά είδη είναι γερά, εύρωστα και πολύ ανθεκτικά.

Άκερ ο πεδινός (Acer campestre). Φυτρώνει σε όλη την Ελλάδα και έχει ύψος 5-6μ και διάμετρο «κόμης» 3μ. Είναι μικρό και κομψό δέντρο διαδομένο κυρίως στις πεδινές περιοχές. Τα φύλλα του γίνονται κίτρινα το φθινόπωρο.

Άκερ ο καππαδοκικός (Acer cappadocicum). Έχει ύψος 7-9μ παλαμοειδή φύλλα με 5-7 λοβούς, λαμπερά σκούρα πράσινα που γίνονται έντονα κίτρινα το φθινόπωρο. Στην ποικιλία «Κόκκινος» (Rubrum) τα νεαρά φύλλα είναι κόκκινα ενώ στη Χρυσόχρωμη (Aureum) είναι κίτρινα που γίνονται πράσινα και κατόπιν πάλι κίτρινα το φθινόπωρο.

Acer circinatum .Είναι ένα από τα μικρότερα είδη (ύψος 6μ) και έχει ανάπτυξη πλαγιόκλαδη (η διάμετρος της κόμης του είναι 6μ). Τα φύλλα του έχουν 7-9 λοβούς είναι σχεδόν στρογγυλά και το φθινόπωρο κόκκινο και πορτοκαλιά. Τα λουλούδια του έχουν λευκά πέταλα και πορφυρά σέπαλα και είναι ενωμένα σε ανθοταξίες. Ανοίγουν τον Απρίλιο και είναι αρκετά διακοσμητικά.

Άκερ ο δαβίδειος (Acer davidii) Δέντρο με ποικίλη ανάπτυξη με οριζόντιους κλάδους (διάμετρος κόμης 3-4μ). Τα φύλλα του είναι ακέραια με σκούρο πράσινο χρώμα. Γίνονται κίτρινα, κόκκινα και πορφυρά το φθινόπωρο. Ο φλοιός του είναι τεφρός με λευκές ραβδώσεις.

Άκερ ο γιννάλιος (Acer ginnala). Είναι ένας συμπαγής θάμνος (ύψος μέχρι 6μ) με φύλλα τρίλοβα ωχροπράσινα που γίνονται έντονα κρεμεζιά το φθινόπωρο.

Άκερ ο νεφρόχρους (Acer griseum). Κατάγεται από την Κίνα έχει ύψος 3-4μ και διάμετρο κόμης 2,5μ. Τα φύλλα του αποτελούνται από τρια φυλλαράκια, τεφρά στην κάτω επιφάνεια που το φθινόπωρο το πιο επιφανειακό τμήμα του φλοιού που έχει το χρώμα του δέρματος αποσπάται σε μικρά κομμάτια και αποκαλύπτει τον εσωτερικό φλοιό ο οποίος έχει χρώμα καστανό-πορτοκαλί. Είναι ένα μάλλον σπάνιο είδος.

Άκερ ο γκροσέριος (Acer grosseri). Έχει ύψος 7-9μ και κιτρινοπράσινα λαμπερά φύλλα. Ο φλοιός του έχει έντονες λευκές ραβδώσεις.

Άκερ ο ιαπωνικός (Acer japonicum). Κατάγεται από την Ιαπωνία έχει ύψος μέχρι 6μ και διάμετρο «κόμης» 2,5-3μ. Τα φύλλα του είναι ωχροπράσινα παλαμοειδή με 7-11 λοβούς. Το χειμώνα αποκτούν ερυθρό χρώμα καρμινίου. Από τις ποικιλίες του οι πιο διαδομένες είναι: η «Ακανιτόφυλλη» (Acanitofolium) η οποία έχει πολύ μακριούς και στενούς λοβούς φύλλων που το φθινόπωρο παίρνουν ωραία χρώματα : χρυσαφί, πορτοκαλί, πορφυρό (ενώ τα σαμάρια γίνονται σκωριόχρωμα με ιώδεις αποχρώσεις. Η «Χρυσόχρωμη (Aureum) με χρυσοπράσινα φύλλα η Αμπελόφυλλη (Vitifolium) με πλατιά φύλλα σε σχήμα βεντάλιας όμοια με τα φύλλα της αμπέλου.

Άκερ ο λοβέλειος (Acer lobelii). Διαδομένος στη νότια Ελλάδα έχει ύψος 8-10μ και διάμετρο κόμης 3-5μ. Έχει όρθια ανάπτυξη και φύλλα παλαμοειδή με 3-5 λοβούς και σκούρο πράσινο χρώμα.

Άκερ ο μομπελλιανός (Acer monspessulnum). Είναι ένας θάμνος ή δενδρύλλιο με τρίλοβα φύλλα διαδομένο στις μεσογειακές χώρες. Η κόμη του είναι στρογγυλωπή και σχεδόν αειθαλής.

Άκερ ο Νεγούνδιος (Acer Negundo).Λέγεται επίσης και Άκερ της Βιργινίας. Έχει ύψος 6-10μ είναι πλαγιόκλαδος με διάμετρο κόμης 6μ. Τα φύλλα του αποτελούνται από 3-5 φιλαράκια. Είναι εύκολος στην καλλιέργεια του. Οι πιο διαδομένες ποικιλίες του είναι η ποικιλόχρωμη (Variegatum) με φύλλα που έχουν λευκές κηλίδες και η Χρυσόχρωμη (Aureum) με φύλλα χρυσοκίτρινα.

Άκερ ο νικοένσιος (Acer nikoense). Μικρό δέντρο μέγιστο ύψος 5μ με αργή ανάπτυξη. Τα φύλλα του το φθινόπωρο παίρνουν ένα ωραίο βαθύ κόκκινο χρώμα.

Άκερ ο παλαμοειδής (Acer palmatum). Κατάγεται από την Ιαπωνία. Είναι δενδρύλλιο με ύψος 4-5μ και διάμετρο κόμης 2,5μ. Η κόμη του είναι στρογγυλωπή. Τα φύλλα του έχουν 5-7 λοβούς και πολύ λεπτές διαιρέσεις. Το χρώμα τους είναι ωχρό πράσινο και το φθινόπωρο γίνεται κόκκινο καρμινίου. Διαδομένο στην Κίνα και σ’όλα τα νησιά της Ιαπωνίας. Το είδος αυτό έχει δημιουργήσει πολλές ποικιλίες στις οποίες ανήκουν οι Σφένδαμοι που καλλιεργούνται περισσότερο για διακοσμητικούς σκοπούς. Οι κυριότερες από αυτές τις ποικιλίες είναι : ο Μελανοπόρφυρος (Atropurpureum) ο οποίος αρέσει πολύ για το σκούρο πορφυρό χρώμα των φύλλων του που το φθινόπωρο γίνεται σχεδόν ιώδες. Ο Εντετμημένος (Dissectum) με θαμνώδη ανάπτυξη κατάλληλος για βραχόκηπο και ο Εντετμημένος Μελανοπόρφυρος που μοιάζει με την προηγούμενη ποικιλία αλλά έχει ερυθρά χαλκόχροα φύλλα. Ο Επτάλοβος παλαμοειδής Άκερ «Osakazuki» τον Οκτώβριο παίρνει χρώμα κόκκινο φωτιάς ενώ ο Επτάλοβος παλαμοειδής Ακερ Senkaki έχει κόκκινο φλοιό.

Άκερ ο πενσυλβανικός (Acer pensylvanicum). Έχει ύψος 6-8μ και είναι πιο λυγερός από τους προηγούμενους (διάμετρος κομης 2-4μ). Τα φύλλα του είναι μεγάλα με 3 λοβούς, ροζ την άνοιξη και κίτρινα το φθινόπωρο. Η φλούδα του είναι αρχικά είναι πράσινη και κατόπιν αποκτά λευκές ραβδώσεις.

Άκερ ο πλατανοειδής (Acer platanoides).Γνωστός και σαν κατσαρός Άκερ έχει ύψος 8-10μ και διάμετρο κόμης 4-6μ. Έυρωστο δέντρο με παλαμοειδή φύλλα που έχουν 5 λεπτούς λοβούς. Το φθινόπωρο γίνονται κίτρινα. Οι πρασινοκίτρινες ανθοταξίες εμφανίζονται τον Απρίλιο πριν από τα φύλλα. Από τις ποικιλίες του αναφέρουμε την «Drummondii» με φύλλα που έχουν λευκές παρυφές τη «Lacinatum» με φύλλα και λοβούς τεμαχισμένους και την Reitenbachii» με φύλλα που το φθινόπωρο παίρνουν έντονο κόκκινο χρώμα.


Άκερ ο ψευδοπλάτανος (Acer pseudoplatanus) Έχει ύψος 10μ και παρουσιάζεται σαν ένα μεγάλο δέντρο με στρογγυλωπή κόμη (διάμετρος 4-5μ). Τα παλαμοειδή του φύλλα πεντάλοβα έχουν λαμπερό πράσινο χρώμα και το φθινόπωρο κιτρινίζουν. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν ανεμοθραύστης. Από τις ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Worlei» με φύλλα κίτρινα από την άνοιξη ως τον Ιούλιο και την «Brilliantissimum» με φύλλα αρχικά ροζ έπειτα χρυσοκίτρινα και τέλος χαλκόχρωμα.

Άκερ ο ερυθρός (Acer rubrum). Έχει ύψος 3-7μ και στρογγυλωπή κόμη (διάμετρο 2,5-3μ) πεντάλοβα φύλλα με σκούρο πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια και λευκωπό στην κάτω. Υπάρχουν ποικιλίες που το φύλλωμα τους γίνεται ζωηρό κόκκινο το φθινόπωρο.

Ακερ ο σακχαροφόρος (Acer saccharinum). Ύψος 8-10μ διάμετρος κόμης 3-5μ. Είναι δέντρο με στρογγυλωπή κόμη κρεμάμενους βραχίονες και πεντάλοβα φύλλα με λαμπερό πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια και αργυρόλευκο στην κάτω. Τα φύλλα του σε μερικές ποικιλίες γίνονται χρυσοκίτρινα ή κόκκινα κατά το φθινόπωρο.

Από τις πιο διαδομένες ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Laciniatum» με έλλοβα φύλλα βαθιά διαιρεμένα την «Pyramidale« (Πυραμιδοειδή) που πήρε το όνομα της από το λιγερό σχήμα της συνών. Fastigiatum (με όρθια και πυκνά μεταξύ τους κλαδιά).

Άκερ ο ταταρικός (Acer tataricum). Είναι ένας θάμνος πυκνός (διάμετρος της κόμης 2,5μ) με αργή ανάπτυξη και ανοιχτοπράσινα φύλλα που γίνονται κίτρινα το φθινόπωρο.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι σφένδαμοι(άκερ) φυτεύονται από τον Οκτώβριο ως τον Μάρτιο σε θέσεις με μερική σκιά. Η έκθεση στον ήλιο πρέπει να είναι επαρκής για να μπορεί το φύλλωμα να παίρνει το καλοκαιρινό ή φθινοπωριάτικο χρώμα του χωρίς όμως να είναι υπερβολική. Τα είδη που καλλιεργούνται για το φθινοπωρινό χρωματισμό των φύλλων πρέπει να φυτεύονται σε μέρη προφυλαγμένα από τους ανέμους. Το έδαφος πρέπει να είναι δροσερό με καλή αποστράγγιση αλλά ταυτόχρονα να διατηρείται και υγρό. O Acer palmatum (Άκερ ο παλαμοειδής) και ο Acer japonicum (Άκερ ο ιαπωνικός) θέλουν όξινα εδάφη. Όταν τα φυτεύετε στην οριστική τους θέση μπορείτε να γεμίσετε το λάκκο με χώμα και ένα μείγμα που αποτελείται από 1/3 τύρφη και 1/3 ερεικόχωμα. Ο Άκερ ο πεδινός (Acer campestre) ανέχεται τα ασβεστώδη εδάφη.

Πολλαπλασιασμός
Τα τυπικά είδη πολλαπλασιάζονται εύκολα με σπόρο. Τον Οκτώβριο βάζετε τους σπόρους να βλαστήσουν μέσα σε ψυχρό κασόνι (υπόστρωμα) ή στην ύπαιθρο. Οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται με εμβολιασμό τον Μάρτιο πάνω σε υποκείμενα που είναι σπορόφυτα από τα τυπικά είδη.

Acer Saccharum

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Οι πιο κοινοί ζωικοί εχθροί των σφενταμιών είναι οι αφίδες, οι φυτόπτες και ο ερυθρός τετράνυχος.
Αφίδες (κν.μελίγκρες). Προσβάλλουν σχεδόν όλα τα είδη. Οι ακάλυπτες αποικίες των αφίδων καταπολεμούνται με εντομοκτόνα που έχουν σαν βάση τη νικοτίνη. Αν αντίθετα οι αποικίες καλύπτονται από φύλλα, κηκίδες κλπ πρέπει να χρησιμοποιηθεί διασυστηματικό εντομοκτόνο. Κατά την διάρκεια της χειμερινής αναπαύσεως των δέντρων γίνονται ψεκασμοί με χειμερινούς πολτούς.

Φυτόπτες. Είναι μικροσκοπικά ακάρεα που προκαλούν το σχηματισμό πολύ εμφανών κηκίδων κυρίως στα είδη Άκερ ο πεδινός (Acer campestre) και Άκερ ο ψευδοπλάτανος (Acer pseudoplatanus). Οι πιο αποτελεσματικοί ψεκασμοί είναι αυτοί που γίνονται με χειμερινό κίτρινο πολτό (με δινιτροορθοκρεζόλη) καθώς και με πολυθειούχους πολτούς λίγο πριν ανοίξουν τα μάτια.
Ερυθρός τετράνυχος. Προσβάλλει συχνά τα ιαπωνικά σφεντάμια που καλλιεργούνται σε θερμές και ξερές περιοχές. Η καταπολέμηση του γίνεται με ειδικά ακαρεοκτόνα φάρμακα. Από τις (μυκητολογικές) ασθένειες οι συνηθέστερες και πιο επικίνδυνες είναι αυτές που αναφέρονται παρακάτω :
Μαύρες κρούστες των φύλλων του σφένδαμνου. Είναι μια χαρακτηριστική ασθένεια που προσβάλλει συχνά αρκετά είδη αυτου του γένους. Προκαλείται από το μύκητα Rhytisma acerinum. Τα φύλλα που προσβάλλονται εμφανίζουν μεγάλες μαύρες κηλίδες, οι παρυφές των οποίων κιτρινίζουν το καλοκαίρι. Χρειάζεται να αφαιρείται και να καταστρέψετε τα προσβλημένα φύλλα για να εμποδίσετε τη μετάδοση της ασθένειας. Την άνοιξη θα πρέπει να ψεκαστούν τα άρρωστα δέντρα με βορδιγάλειο πολτό.
Τραχειοβελτιτσιλλίωση. Τα φύλλα και οι βλαστοί μαραίνονται και στη συνέχεια ξεραίνονται. Προκαλείται από έναν μύκητα που ζει σαν παράσιτο μέσα στα αγγεία του δέντρου και εμποδίζει την κυκλοφορία του χυμού. Πρέπει να αποφεύγεται η χρησιμοποίηση μολυσμένων δενδρυλλίων να καταστρέφονται τα άρρωστα δέντρα και να απολυμαίνεται το έδαφος.
Νέκρωση του ξύλου. Οι βλαστοί ξεραίνονται. Στη βάση του νεκρού ξύλου εμφανίζονται φλύκταινες (μικρές κηλίδες) με ροζ-κόκκινο χρώμα. Η αποξήρανση οφείλεται σε έναν μύκητα (τον Nectria cinnabarina) που προκαλεί τον εκφυλισμό του ξύλου και το καθιστά ανίκανο να μεταφέρει τον χυμό. Η καταπολέμηση πρέπει να είναι προληπτική πρέπει δηλαδή να γίνονται ψεκασμοί (με μυκητοκτόνα φάρμακα μετά από χαλαζοπτώσεις ή παγετούς που δημιουργούν πληγές (λύσεις της συνεχείας του φλοιού) μέσα από τις οποίες μπορεί να εισχωρήσει ο μύκητας. Αν τα δέντρα έχουν ήδη μολυνθεί πρέπει να αφαιρείτε έγκαιρα και να καταστρέφετε τα προσβλημένα κλαδάκια.
Εγκαύματα. Την άνοιξη παρατηρούνται πάνω στα φύλλα νεκρωτικές κηλίδες με αποχρωματισμένες παρυφές. Δεν πρόκειται για ασθένεια αλλά για μια αλλοίωση που μπορεί να οφείλεται σε διάφορες αιτίες. Συνήθως είναι ζημιές που προκαλούνται από την επίδραση του ήλιου ή του ανέμου πάνω στους τρυφερούς ιστούς. Αν τα φύλλα που έχουν προσβληθεί είναι πολλά καλύτερα να τα μαζέψετε για να μην εισχωρήσουν μέσα από αυτά διάφορα παράσιτα. Το δέντρο αντιδρά αναπτύσσοντας νέα φύλλα.
Σηψιρριζία. Οφείλεται σε ένα μύκητα (Armillariella mellea) ο οποίος προκαλεί τη σήψη (καταστροφή) των ριζών.

ΣΗΜ. Παρακαλώ αν αντιγράφετε τα κείμενά μας και τα αναδημοσιεύετε κάντε μιά αναφορά στην πηγή γραφής. Ευχαριστώ.

| | edit post

Τά φθινοπωρινά χρώματα της Λικιδάμβαρις (Liquidambar)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010 0 σχόλια


Λικιδάμβαρις (Liquidambar)
Οικογένεια : Αμαμηλίδες
(Hamamelidaceae)



Γένος που περιλαμβάνει 3 είδη ανθεκτικών φυλλοβόλων δέντρων τα οποία κατάγονται από τη Μικρά Ασία, την Άπω Ανατολή και τη βόρεια Αμερική. Στην Ευρώπη μεταφέρθηκαν τον 19ο αιώνα και διαδόθηκαν γρήγορα. Καλλιεργούνται για το φύλλωμα τους που παρουσιάζει ωραιότατα φθινοπωρινά χρώματα. Το ύψος ποικίλλει (από 10 ως 40μ) ανάλογα με το είδος. Έχουν συμμετρικό πυραμιδοειδές σχήμα και ανερχόμενα κλαδιά που στη συνέχεια γίνονται οριζόντια και στο τέλος λυγίζουν προς τα κάτω. Τα φύλλα μοιάζουν με του σφένδαμου και αποτελούνται από 5 λιγότερο ή περισσότερο οδοντωτούς λοβούς. Τα λουλούδια μόνοικα χωρίς κάλυκα και στεφάνη είναι ασήμαντα από διακοσμητική άποψη. Ανθίζει την άνοιξη και στη συνέχεια παράγει στρογγυλούς αγκαθωτούς καρπούς που μοιάζουν με του πλατάνου.
Η λικιδάμβαρις οφείλει το όνομα της στην κομμιώδη ρετσίνη που βγαίνει αν χαράξει κανείς τον κορμό της κυρίως στο είδος λικιδάμβαρις η στυρακοφόρος (L.styraciflua)
Είδη και ποικιλές
Λικιδάμβαρις η φορμοζιανή (Liqudambar formosana)
Κατάγεται από την Κεντρική Κίνη και τη Φορμόζα φτάνει σε ύψος 20-40μ. Έχει όρθιο κορμό και εξαιρετικά διακλαδισμένη «κόμη». Τα φύλλα –χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια αποτελούνται από τρεις λοβούς από τους οποίους οι δυο πλευρικοί μερικές φορές μόλις που διακρίνονται. Την άνοιξη έχουν ένα όμορφο κόκκινο χρώμα που το φθινόπωρο περνάει από το πορφυρό στο ιώδες για να γίνει τελικά μαύρο.
Λικιδάμβαρις η ανατολική (Liquidambar orientalis)
Κομψό δέντρο που κατάγεται από τη Μικρά Ασία όπου φτάνει σε ύψος 20μ ενώ στην Ευρώπη αναπτύσσεται πολύ λιγότερο. θεωρείται ως κατάλοιπο της Τριτογενούς περιόδου. Το νησί της Ρόδου είναι η μοναδική τοποθεσία στην Ευρώπη όπου εμφανίζεται το είδος Liquidambar orientalis, η Ζητιά όπως τη λένε οι Ροδίτες. Οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί του υπάρχουν στη γνωστή κοιλάδα με τις πεταλούδες αλλά υπάρχει και σε αρκετά άλλα σημεία του νησιού.
Κατά το παρελθόν έγινε μια ημιτελής προσπάθεια για την καλλιέργεια του από τον Οργανισμό Περιβάλλοντος του Δήμου Ροδίων που όμως σταμάτησε αδικαιολόγητα.
Είναι ένα πανέμορφο δέντρο που θα μπορούσε να στολίζει τα πάρκα και τους κήπους του νησιού. Μήπως έφτασε η ώρα να ξεκινήσει πάλι μια ποιό οργανωμένη προσπάθεια?
                             
Το είδος αυτό είναι κατάλληλο για εύκρατα και όχι πολύ υγρά κλίματα.
Λικιδάμβαρις η στυρακοφόρος (Liquidambar styraciflua)
Είναι το πιο ανθεκτικό είδος. Προσαρμόζεται καλά στο κλίμα της Ευρώπης γι’αυτό και καλλιεργείται περισσότερο απ’όλα τ’αλλα είδη. Κατάγεται από τις υγρές παράκτιες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών όπου μπορεί να φτάσει σε ύψος 40μ. ενώ στην Ευρώπη δεν ξεπερνά τα 20-30μ.
Έχει όρθια κλαδιά και κομψή συμμετρική «κόμη» σε σχήμα κώνου. Εκτός από το φθινοπωρινό χρώμα του φυλλώματος το είδος αυτό έχει έναν παχύ ρυτιδωμένο φλοιό με όμορφο καστανό χρώμα που δίνει στο δέντρο μια ευχάριστη εμφάνιση ακόμα και το χειμώνα όταν τα φύλλα έχουν ήδη πέσει και υπάρχουν πάνω στα κλαδιά μόνο οι καρποί. Από το ξύλο του είδους αυτού εκτός από την κομμιώδη ρητίνη εξάγεται κι ένα βάλσαμο.
Από τις πολυάριθμες ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Χρυσή» (Aurea) με φύλλα που έχουν ραβδώσεις και κηλίδες κίτρινες την «Ποικιλόχρωμη» (Variegata) της οποίας τα φύλλα έχουν υπόλευκες παρυφές ενώ το καλοκαίρι γίνονται ρόζ για να πάρουν το φθινόπωρο ένα έντονο κόκκινο χρώμα με ανοιχτόχρωμες κηλίδες. Τέλος αναφέρουμε την «Lane Roberts» που ο φλοιός της παρουσιάζει λιγότερες ρυτιδώσεις από του τυπικού είδους και παίρνει ένα όμορφο κόκκινο χρώμα κατά το φθινόπωρο.
Τεχνική της καλλιέργειας
Τα είδη του γένους Λικιδάμβαρις (Liquidambar) χρειάζονται βαθιά, γόνιμα και δροσερά εδάφη κατά προτίμηση όχι πολύ ασβεστώδη με καλή αποστράγγιση.
Η ατμοσφαιρική υγρασία ευνοεί την ανάπτυξη ενώ η υγρασία του εδάφους τονίζει τα χρώματα των φύλλων. Αν τα δέντρα φυτευτούν κοντά σε κάποιο ρυάκι και σε προσήλιες και απάνεμες θέσεις το φύλλωμα μπορεί να πάρει πολύ έντονα χρώματα.
 Τα δέντρα αυτά θα πρέπει να φυτεύονται μεμονωμένα μέσα σε χλοοτάπητες και να έχουν αρκετό χώρο στη διάθεση τους για να προσβάλλεται το όμορφο χρώμα τους. Επίσης καλό θα είναι να προστατεύονται (με φράχτες από δέντρα και κτίρια) από τους ψυχρούς ανέμους. Τα λικιδάμβαρις δεν αντέχουν τις μεταφυτεύσεις. Γι’ αυτό το λόγο τα δενδρύλλια ιδιαίτερα αν είναι κάπως μεγάλα θα πρέπει να φυτεύονται στην οριστική τους θέση με μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη μπάλα χώματος γύρω από τις ρίζες τους.
Πολλαπλασιασμός
Τα λικιδάμβαρις μπορούν να πολλαπλασιαστούν με σπόρο. Η σπορά γίνεται τον Οκτώβριο σε κρύο κασόνι. Οι σπόροι χρειάζονται περίπου 2 χρόνια για να φυτρώσουν. Τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε φυτώριο όπου καλλιεργούνται για 4-5 χρόνια πριν από το φύτεμα στην οριστική τους θέση. Ο πολλαπλασιασμός μπορεί να γίνει και με καταβολάδες οι οποίες τοποθετούνται τον Μάρτιο και χωρίζονται από το μητρικό φυτό ύστερα από 2 χρόνια για να φυτευτούν στην οριστική τους θέση.
Κλάδεμα
Προς το τέλος του φθινοπώρου είναι απαραίτητο ένα αραίωμα των πολύ πυκνών κλαδιών.

liquidambar orientalis



| | edit post

ΠΡΟΥΝΟΣ ( Prunus - Cherry Tree )



prunus pisardii nigra
σε παραγωγή στα φυτώριά μας.
ΠΡΟΥΝΟΣ(Prunus) Γένος που περιλαμβάνει πάνω από 400 είδη ανθεκτικών και συνήθως φυλλοβόλων δέντρων και θάμνων εύκολης καλλιέργειας. Πολλά από τα είδη αυτά είναι άριστα οπωροφόρα ενώ άλλα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον σαν καλλωπιστικά δέντρα. Τα φύλλα, εναλλασσόμενα και μερικές φορές ακέραια παρουσιάζουν συχνά ωραιότατα φθινοπωρινά χρώματα. Τα λουλούδια μονήρη ή ενωμένα σε ταξιανθίες από 5 σέπαλα και 5 στρωγγυλωπά πέταλα διάφορων χρωμάτων (από το άσπρο ως το κόκκινο- πορφυρό). Οι καρποί συνήθως εδώδιμοι είναι σαρκώδεις και έχουν ένα μόνο κεντρικό πυρήνα. Το γένος αυτό υποδιαιρείται σε διάφορα τμήματα τα σημαντικότερα από τα οποία είναι η Αμυγδαλιά (Amygdalus) που περιλαμβάνει τις αμυγδαλιές –η Βερυκοκιά (Armeniaca) που περιλαμβάνει τις βερυκοκιές –κερασιά (cerasus) που περιλαμβάνει τις κερασιές η Δαφνοκέρασος (Laurocerasus) που περιλαμβάνει τις δαφνοκερασιές η Ροδακινιά (Persica) που περιλαμβάνει τις ροδακινιές και τέλος η Δαμασκηνιά (Prunus) που περιλαμβάνει τις δαμασκηνιές.
Είδη και ποικιλίες
Τμήμα Αμυγδαλιά (Amygdalus)
Prunus x amygdalo-persica «Pollanrdii»
Εύρωστο υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση μιας ροδακινιάς και μιας αμυγδαλιάς. Χρησιμοποιείται συχνά σαν υποκείμενο για τον εμβολιασμό οπωροφόρων ποικιλιών. Φτάνει σε ύψος 10 περίπου μ και σε πλάτος 6μ. Έχει λογχοειδή φύλλα και έντονα ρόζ λουλούδια που μοιάζουν με της αμυγδαλιάς. Ανθίζει τον Φεβρούαριο –Μάρτιο πριν από την εμφάνιση των φύλλων.
Prunus amygdalus
Προύνος ο αδενώδης (Prunus glandulosa)
Θαμνώδες είδος που κατάγεται από την Κίνα και την Ιαπωνία. Πρέπει να καλλιεργείται σε προφυλαγμένες και προσήλιες θέσεις. Έχει πυκνές διακλαδώσεις και φτάνει σε ύψος και διάμετρο 1,5-1,8μ. Παρουσιάζει ωοειδή –λογχοειδή φύλλα με οδοντωτές παρυφές και άσπρα ή ροζ λουλούδια που σχηματίζονται κατά τον Μάρτιο-Απρίλιο πάνω σε όρθια και λεπτά στελέχη. Από τις διάφορες ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Λευκή –Διπλανθή» (Albo-plena) με διπλά άσπρα λουλούδια που ανοίγουν τον Μάιο και τη «Σινική» (Sinensis) με διπλά έντονα ροζ λουλούδια που εμφανίζονται τον Απρίλιο.
Προύνος ο τρυφερός (Prunus tenella)
Θαμνώδες είδος που ονομάζεται και Προύνος ο νάνος (Prunus nana). Κατάγεται από τη δυτική Ασία και τη νοτιοανατολική Ευρώπη. Έχει όρθια και λεπτά στελέχη που σχηματίζουν έναν πυκνό θύσανο ύψους και πλάτους 1-1,5μ και γυαλιστερά ωοειδή –λογχοειδή φύλλα έντονα πράσινα στην επάνω επιφάνεια και κάπως πιο ανοιχτόχρωμα στην κάτω. Παράγει άφθονα λουλούδια με φωτεινό ρόζ χρώμα που ανοίγουν τον Μάρτιο-Απρίλιο καλύπτοντας ολόκληρο το θάμνο. Το είδος αυτό καλλιεργείται σε καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη και σε εξαιρετικά προσήλιες θέσεις. Είναι κατάλληλο για φράχτες ή παρτέρια. Οι καλύτερες ποικιλίες του είναι η «Λόφος Φωτιάς» (Fire Hill) με νάνα, ροζ, κρεμεζί λουλούδια και η «Gessleriana» με ρόζ λουλούδια.
Προύνος ο τρίλοβος (Prunus triloba)
Είδος γνωστό και σαν Προύνος τρίλοβος πολλαπλός (Triloba multiplex) σαν Αμυγδαλιά της Κίνας. Είναι ένας θάμνος ή μικρό δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που χάρη στην πυκνή και όμορφα διακλαδισμένη «κόμη» του μπορεί να να καλλιεργηθεί και σαν μεμονωμένο δενδρύλλιο ή δίπλα σ’έναν τοίχο σε διάταξη βεντάλιας.
Φτάνει σε ύψος και διάμετρο 2,5-4,5μ και απαιτεί εξαιρετικά προσήλιες θέσεις. Έχει φωτεινά πράσινα φύλλα με οδοντωτές παρυφές και ανοιχτά ροζ λουλούδια που ανοίγουν με αφθονία από τα τέλη Μαρτίου ως τις αρχές Απριλίου.
Τμήμα Βερικοκιά (Armeniaca)
Προύνος ο αρμενιακός (Prunus armeniaca)
Προύνος ο δασύκαρπος (Prunus dasycarpa)
Μικρό δέντρο με πρώιμη ανθοφορία, ελικοειδή κλαδιά και φλοιό γεμάτο ρωγμές.
Προύνος μούμε (Prunus mume)
Μικρό δέντρο που κατάγεται από την Κίνα, την Ιαπωνία την Κορέα φτάνει σε ύψος και πλάτος 4-7μ. Έχει ωοειδή φύλλα και ανοιχτά ρόζ λουλούδια που εμφανίζονται στο τέλος του χειμώνα ή στις αρχές της ανοίξεως ενωμένα σε δέσμες. Στο είδος αυτό ανήκουν οι ποικιλίες «Alphandii» με ημίδιπλα ανοιχτά ροζ λουλούδια και «Beni Shi Don» με ροζ αρωματικά λουλούδια.
Τμήμα κερασιά (cerasus)
Προύνος «Accolade» Κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση των ειδών Προύνος ο σαργέντειος (P.sargentii) και Prunus subhirtella. Φτάνει σε ύψος 6-9μ και παρουσιάζει ωοειδή φύλλα με οδοντωτές παρυφές και μονήρη, ημίδιπλα λουλούδια που έχουν έντονο ροζ χρώμα και ανοίγουν κατά τον Μάρτιο-Απρίλιο.
Προύνος «Amanogawa» Κηπευτικό υβρίδιο που κατάγεται από την Ιαπωνία και είναι εξαιρετικά κατάλληλο για τη διακόσμηση μικρών κήπων. Πρόκειται για δέντρο με όρθια κλαδιά που φτάνει σε ύψος 6-8μ και σε πλάτος 2-2,5μ. Έχει ωοειδή φύλλα με οδοντωτές παρυφές και χαλκοπράσινο χρώμα σε νεαρή ηλικία και ανοιχτά ροζ ημίδιπλα λουλούδια που αναδίδουν ένα ευχάριστο άρωμα. Η ανθοφορία εξαιρετικά πλούσια παρατηρείται κατά τον Απρίλιο –Μαίο.
Προύνος «Asano» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 6-9μ και σε πλάτος 4,5-7,5μ. Έχει φύλλα ωοειδή, φύλλα με οδοντωτές παρυφές και διπλά ροζ λουλούδια που εμφανίζονται στις αρχές Απριλίου ενωμένα σε πυκνούς βότρεις.
Προύνος των πτηνών (Prunus avium) Εξαιρετικά εύρωστο είδος από το οποίο προέρχονται όλες οι οπωροφόρες κερασιές. Φτάνει σε ύψος 20περίπου μ. και σε πλάτος 6-9μ. Τα φύλλα ωοειδή και οδοντωτά παίρνουν ένα όμορφο κόκκινο –κρεμεζί χρώμα το φθινόπωρο ενώ τα λουλούδια άσπρα και κυπελλοειδή ανοίγουν μεμονωμένα τον Απρίλιο μαζί με τα φύλλα. Στο είδος αυτό ανήκει και η ποικιλία «Διπλανθής» (Plena) με διπλά άσπρα λουλούδια.
Prunus conradinae Είδος με πρώιμη ανθοφορία που κατάγεται από την Κίνα και καλλιεργείται σε προφυλαγμένες θέσεις. Φτάνει σε ύψος 6-9μ και σε πλάτος 4,5-6μ. Έχει ωοειδή φύλλα και αρωματικά άσπρα ή ρόζ λουλούδια που ανοίγουν μονήρη κατά τον Φεβρουάριο. Η ποικιλία «Ημιδιπλανθής»(Semiplena) παράγει ημίδιπλα ροζ λουλούδια που διατηρούνται πολύ.
Prunus «Daikoku» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως με ύψος 6-9μ πλάτος 4,5-6μ και κλαδιά κυρτά προς τα κάτω. Έχει ωοειδή φύλλα με οδοντωτές παρυφές και κιτρινοπράσινο χρώμα σε νεαρή ηλικία πορφυρό χρώμα μπουμπούκια και διπλά ροζ –λιλά λουλούδια που ανοίγουν μονήρη τον Απρίλιο-Μαίο.
Prunus «Fudanzakura» Ονομάζεται και προύνος ο πριονωτός «Αρειανθής» (Prunus serrulata Semperflorens»). Πρόκειται για δέντρο κηπευτικής προελεύσεως με ύψος 4,5-6μ και πλάτος 3-5μ. Έχει στρογγυλωπή «κόμη» ωοειδή και οδοντωτά φύλλα που παρουσιάζουν σε νεαρή ηλικία, κοκκινωπές αποχρώσεις, ροζ μπουμπούκια και άσπρα λουλούδια που ανοίγουν από τα τέλη του χειμώνα μέχρι τον Απρίλιο.
Prunus «Fugenzo» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως με ύψος και πλάτος 8-10μ. Έχει ωοειδή φύλλα με οδοντωτές παρυφές και χαλκοκόκκινες αποχρώσεις σε νεαρή ηλικία και διπλά ροζ λουλούδια που ανοίγουν τον Απρίλιο-Μάιο.
Prunus «Halle Jolivette» Εξαιρετικά διακοσμητικό, κηπευτικό υβρίδιο, που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση του Prunus jedoensis και του Prunus subhirtella. Έχει παρατεταμένη ανθοφορία και φύλλα όμοια με της ιτιάς. Καλλιεργείται κυρίως σε κήπους μικρών διαστάσεων. Φτάνει σε ύψος 4,5-6μ και παράγει άφθονα άσπρα, ημίδιπλα λουλούδια με ρόδινες αποχρώσεις. Ανθίζει κατά τον Απρίλιο-Μάιο.
Prunus x hillieri. Κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση των ειδών Προύνος ο σαργέντειος (P.sargentii) και Προύνος ο εντετμημένος (P.incisa). Φτάνει σε ύψος και διάμετρο 8-9μ. Τα φύλλα του ωοειδή και οδοντωτά παίρνουν το φθινόπωρο έντονες κρεμεζιές αποχρώσεις ενώ τα λουλούδια του μονήρη και απλά έχουν απαλό ροζ χρώμα και ανοίγουν τον Απρίλιο. Περισσότερο κατάλληλη για μικρούς κήπους είναι η ποικιλία «Spire» με κωνική «κόμη» που φτάνει σε ύψος 6-8μ.
Prunus «Hokasai» Εύρωστο δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 6-8μ και σε πλάτος 8-10μ. Έχει ωοειδή φύλλα με οδοντωτές παρυφές και καστανοκόκκινο χρώμα σε νεαρή ηλικία. Παράγει ημίδιπλα αχνορόδινα λουλούδια που ανοίγουν στα τέλη Απριλίου και καλύπτουν τελείως τα κλαδιά.
Prunus «Horinji» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 4,5-6μ και παρουσιάζει ωοειδή φύλλα με οδοντωτές παρυφές και χαλκοπράσινο χρώμα σε νεαρή ηλικία. Τα λουλούδια του σε ανοιχτό ροζ χρώμα είναι ημίδιπλα και ανοίγουν από τα τέλη Απριλίου ως τις αρχές Μαίου.
Prunus «ichiyo» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 6-8μ και σε πλάτος 5-6μ. Έχει ωοειδή μυτερά και οδοντωτά φύλλα, χαλκοπράσινα σε νεαρή ηλικία και διπλά ρόζ λουλούδια με κροσωτά πέταλα που εμφανίζονται στο τέλος Απριλίου.
Prunus x incame « Okame» Κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση των ειδών Προύνος ο κωδωνοειδής (P.campanulate) και προύνος ο εντετμημένος (P.incisa). Φτάνει σε ύψος 6-8μ και παρουσιάζει ροζ-κόκκινα λουλούδια που ανοίγουν τον Μάρτιο.
Προύνος ο εντετμημένος (Prunus incisa) Θαμνώδες είδος που κατάγεται από την Ιαπωνία και καλλιεργείται και σαν μικρό δέντρο. Φτάνει σε ύψος 3-4,5μ και παρουσιάζει ωοειδή, οδοντωτά φύλλα και άσπρα λουλούδια που ανοίγουν τον Μάρτιο, πριν από τα φύλλα. Στο είδος αυτό ανήκει και η ποικιλία «Πρώιμη» (Praecox) που ανθίζει προς το τέλος του χειμώνα.
Prunus «Jo-nioi» Εύρωστο δέντρο κηπευτικής προελεύσεως, με πλαγιόκλαδη «κόμη»και ύψος 6-8μ. Έχει ωοειδή και οδοντωτά φύλλα χρυσοκάστανα σε νεαρή ηλικία και άσπρα αρωματικά λουλούδια που ανοίγουν τον Μαίο.
Prunus «Kanzan» Εύρωστο δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 8-9μ. Έχει δύσκαμπτα κλαδιά με κατεύθυνση προς τα πάνω και ωοειδή οδοντωτά φύλλα με χαλκοκόκκινο χρώμα σε νεαρή ηλικία. Παράγει διπλά πορφυρά λουλούδια που ανοίγουν προς το τέλος του Απριλίου και καλύπτουν τελείως τα κλαδιά.
Prunus «kiku-shidare sakura» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 4,5-6μ. Τα φύλλα ωοειδή, μυτερά και οδοντωτά έχουν σε νεαρή ηλικία, χαλκοπράσινο χρώμα ενώ τα λουλούδια σε έντονο ροζ είναι διπλά και καλύπτουν εντελώς τα κλαδιά.
Prunus x kursar Εύρωστο κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση των ειδών. Προύνος ο σαργέντειος (P.sargentii) και Προύνος ο κουριλένσειος (P.kurilensis) και φτάνει σε ύψος 6-9μ. Τα φύλλα ωοειδή, μυτερά και οδοντωτά είναι χαλκοπράσινα στην αρχή ενώ τα λουλούδια μονήρη και απλά έχουν ροζ χρώμα και ανοίγουν προς το τέλος του Απριλίου.
Prunus «Ojochin» Εξαιρετικά διακοσμητικό είδος που ονομάζεται και Προύνος ο πριονωτός «Σένρικο» (Prumus serrulata «senriko») και φτάνει σε ύψος και διάμετρο 6-9μ. Έχει ωοειδή, μυτερά και οδοντωτά φύλλα, χαλκοκόκκινα σε νεαρή ηλικία και ροζ λουλούδια.
Προύνος ο πάδος (Prunus padus) Δεντρώδες είδος διαδομένο στην Ευρώπη και τη βόρεια Ασία. Συνήθως καλλιεργείται η ποικιλία «Βατερέρι» (Watereri) που φτάνει σε ύψος 6-7μ και σε διάμετρο 4,5-6μ. Τον Μάιο παρουσιάζει άσπρα λουλούδια εξαιρετικά αρωματικά.
Prunus «Πανδώρα» Κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση του Prunus subhirtella και του Prunus yedoensis. Είναι κατάλληλο για τη διακόσμηση μικρών κήπων. Φτάνει σε ύψος 4,5-6μ και παράγει κατά τον Μάρτιο, άφθονα ανοιχτά ροζ λουλούδια.
Prunus «Pink perfection» Κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί με τη διασταύρωση του Prunus «Kanzan» και του Prunus «Shimidsu Sakura»
Φτάνει σε ύψος 6-8μ και παρουσιάζει ωοειδή μυτερά και οδοντωτά φύλλα, χαλκοπράσινα σε νεαρή ηλικία και διπλά ροζ λουλούδια που ανοίγουν στο τέλος Απριλίου ενωμένα σε κρεμάμενους βότρεις.
Προύνος ο σαργέντειος (Prunus sargentii) Δέντρο που κατάγεται από την Κίνα και την Ιαπωνία. Φτάνει σε ύψος 8-9μ και σε πλάτος 5-7,5μ. Έχει ωοειδή μυτερά και οδοντωτά χαλκοκόκκινα φύλλα και ανοιχτορόδινα λουλούδια που εμφανίζονται στα τέλη Μαρτίου μαζί με τα φύλλα.
Προύνος ο πριονωτός (Prunus serrulata) Κατάγεται από τη δυτική Κίνα και φτάνει σε ύψος 6-8μ. Έχει ωραιότατο φλοιό στενά φύλλα όμοια με της ιτιάς και άσπρα λουλούδια που εμφανίζονται ενωμένα σε βότρεις προς τα τέλη Απριλίου μαζί με τα φύλλα.
Prunus « Shimidsu Sakura» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που ονομάζεται και Προύνος ο πριονωτός μακρύπους (Prunus serrulata longipes). Φτάνει σε ύψος 3-4,5μ και σε διάμετρο 4,5-8μ. Έχει άσπρα μπουμπούκια με ρόζ αποχρώσεις και διπλά κροσσωτά κρεμάμενα λουλούδια με κάτασπρο χρώμα που ανοίγουν στο τέλος του Απριλίου ή τον Μαίο.
Prunus «Shirotae» Εύρωστο είδος κηπευτικής προελεύσεως που ονομάζεται και Prunus «Kojima». Φτάνει σε ύψος 6-8μ και παρουσιάζει πλαγιόκλαδη «κόμη» διαμέτρου 9-10μ με οριζόντια και κυρτά προς τα κάτω κλαδιά. Έχει ωοειδή μυτερά και οδοντωτά φύλλα με χαλκοπράσινο χρώμα και μονά ή ημίδιπλα ασπρα και αρωματικά λουλούδια που ανοίγουν στο τέλος του Απριλίου ενωμένα σε κρεμάμενους βότρεις.
Prunus subhirtella Κατάγεται από την Ιαπωνία και φτάνει σε ύψος 6-10μ. Τα λουλούδια έχουν ανοιχτό ρόζ χρώμα και ανοίγουν κατά τον Μάρτιο –Απρίλιο. Στο είδος αυτό ανήκουν πολυάριθμες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ποικιλίες από τις οποίες αναφέρουμε την «Κλαίουσα Ροζ Διλπανθή»(Pendula plena Rosea) με ροζ ημίδιπλα λουλούδια την «Κόκκινη Κλαίουσα»(Pendula Rubra) με έντονα ροζ ημίδιπλα λουλούδια που εμφανίζονται στην αρχή της ανοίξεως τη «Φθινοπωρινή»(Autumnalis) με άσπρα ημίδιπλα λουλούδια που ανοίγουν συνέχεια από τον Νοέμβριο ως τον Μάρτιο και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή κομμένων λουλουδιών τη Ροδινη Φθινοπωρινή (Autumnalis Rosea) όμοια με την προηγουμένη αλλά με ρόζ λουλούδια.
Prunus «Tai Haka» Εξαιρετικά εύρωστο δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 6-9μ. Έχει έντονα χαλκοπράσινα φύλλα και άσπρα λουλούδια που ανοίγουν τον Απρίλιο.
Prunus «Taoyoma Zakura» Κηπευτικό δέντρο που φτάνει σε υψος 6-8μ. Έχει ωοειδή μυτερά και οδοντωτά φύλλα πορφυροκάστανα σε νεαρή ηλικία και ημίδιπλα αρωματικά λουλούδια με ροζ χρώμα που εμφανίζονται μαζί με τα φύλλα στο τέλος του Απριλίου.
Prunus «Ukon» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 4,5-6μ και σε πλάτος 5-7,5μ. Στην αρχή το φύλλωμα του έχει ένα όμορφο μπρούτζινο –πορφυρό χρώμα. Παρουσιάζει ημίδιπλα κίτρινα-κρεμ λουλούδια με πράσινες αποχρώσεις που ανοίγουν στο τέλος του Απριλίου.
Prunus «Umeniko» Δέντρο κηπευτικής προελεύσεως που φτάνει σε ύψος 4,5-6μ. Τα λουλούδια του έχουν άσπρο χρώμα και εμφανίζονται τον Απρίλιο μαζί με τα φύλλα που το φθινόπωρο αποκτούν ωραιότατες αποχρώσεις.
Prunus yedoensis Θαμνώδες είδος εξαιρετικά διακοσμητικό που κατάγεται από την Ιαπωνία και φτάνει σε ύψος 6-8μ. Έχει τοξοειδή κλαδιά και άσπρα λουλούδια που ανοίγουν από τα τέλη Μαρτίου μέχρι και τον Απρίλιο. Από τις διάφορες ποικιλίες του είδους αυτού αναφέρουμε την «Μoetheimi» με ύψος 3-4.5μ πλάτος 3,5μ κυρτά και μακριά κλαδιά και απλά ανοιχτά ροζ λουλούδια την «Ivensii» με ύψος και πλάτος 3-5μ άπλωτη «κόμη» και κυρτά κλαδιά που φέρουν άσπρα και αρωματικά λουλούδια.
Τμήμα Δαφνοκέρασος (Prunus laurocerasus)
Εύρωστο θαμνώδες αειθαλές είδος που κατάγεται από την ανατολική Ευρώπη και τη Μικρά Ασία και είναι εξαιρετικά κατάλληλο για φράχτες. Έχει μυτερά ωοειδή –επιμήκη δερματώδη φύλλα γυαλιστερά στην επάνω επιφάνεια και ανοιχτοπράσινα στην κάτω. Τον Απρίλιο παρουσιάζει άσπρα λουλούδια που σχηματίζονται στη μασχάλη των φύλλων και στη συνέχεια παράγει μικρούς μαύρους καρπούς. Από τις πολυάριθμες ποικιλίες του αναφέρουμε την Καμελιόφυλλο (Camellifolia) με παρυφές διαφορετικού χρώματος τη «Στενόφυλλη» (Augustifolia) με φύλλα πολύ στενά τη Μαγνολιόφυλλο (Magnoliaefolia) με φύλλα πολύ μεγάλα την «Καυκασική (Caucasica) με όρθια κλαδιά και επιμήκη-λογχοειδή λεπτά και βαθυπράσινα φύλλα την Πλατύφυλλη (Latifolia) εύρωστη με μεγάλα και βαθυπράσινα και γυαλιστερά φύλλα τη «Στρογγυλόφυλλη» (Rotundifolia) που είναι κατάλληλη για φράχτες την Schipkaensis με μικρό ανάστημα και λογχοειδή φύλλα τη «Zabeliana» όμοια με την προηγούμενη αλλά με έρποντα κλαδιά κατάλληλα για κάλυψη του εδάφους.
Προύνος ο λουζιτανικός (Prunus lusitanica)
Γνωστό και σαν δάφνη της Πορτογαλίας το είδος αυτό κατάγεται από την Ισπανία και την Πορτογαλία. Φτάνει σε ύψος 15περίπου μ και σε πλάτος 4,5-6μ. Πρόκειται για αειθαλές δέντρο με μυτερά βαθυπράσινα και γυαλιστερά φύλλα με κόκκινους μίσχους. Τα λουλούδια του έχουν κρεμ χρώμα και ανοίγουν τον Ιούνιο ενωμένα σε ταξιανθίες μήκους 15-20εκατ. Μετά την ανθοφορία παράγει μικρούς καρπούς που ωριμάζοντας παίρνουν μαύρο χρώμα. Στο είδος αυτό ανήκει και η ποικιλία «Πολύχρωμη» (Variegata) με πολύχρωμο φύλλωμα και αργή ανάπτυξη.
Τμήμα Ροδακινιά (Persica) Προύνος ο δαβιδιανός (Prunus davidiana)
Κατάγεται από την Κίνα και φτάνει σε ύψος 8-9μ και σε πλάτος 2,5-4,5μ.Έχει κοκκινωπό φλοιό με ρωγμές και λογχοειδή φύλλα με λαμπερό πράσινο χρώμα. Τα λουλούδια μονήρη και ροζ ανοίγουν τον Φεβρουάριο πριν από την εμφάνιση των φύλλων. Μετά την ανθοφορία το δέντρο παράγει καρπούς με κίτρινο χρώμα και βελούδινη υφή. Καλλιεργείται σε προφυλαγμένες θέσεις. Στο είδος αυτό ανήκει και η ποικιλία «Λευκή» (Alba) με άσπρα λουλούδια.
Προυνος ο περσικός (Prunus persica) Πρόκειται για την κοινή ροδακινιά. Εδώ αναφέρουμε τις διακοσμητικές της ποικιλίες : « Κλάρα Μέγιερ» (Clara Meyer) θαμνώδης με άφθονα διπλά λουλούδια σε έντονο ρόζ χρώμα «Λευκή»(Alba) με άσπρα λουλούδια «Μελανοπόρφυρη» (Altropurpurea) με λουλούδια πορφυρά «Φλωρεντινή»(Florentine) με λουλούδια κατακόκκινα «Κάρντιναλ»(Cardinal) με ημίδιπλα λουλούδια «Παγόβουνο»(Iceberg) με πολυάριθμα ολόλευκα ημίδιπλα λουλούδια και τέλος «Θελκτικός Πρίγκηπας»(Prince Charming) με διπλά ρόζ –κόκκινα λουλούδια.
Τμήμα Δαμασκηνιά (Prunus)
Prunus x blirejana Κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από την διασταύρωση των ειδών Προύνος ο κερασιόκαρπος «Μελανοπόρφυρος» (Prunus cerasifera « Atropurpurea») και Prunus mume «Alphandii». Φτάνει σε ύψος μέχρι 4-4,5μ και παρουσιάζει ωοειδή φύλλα στο χρώμα του χαλκού και διπλά ροζ λουλούδια που ανοίγουν με αφθονία τον Απρίλιο.
Προύνος ο κερασιόκαρπος (Prunus cerasifera) Δεντρώδες είδος που κατάγεται από την Ελλάδα και τον Καύκασο. Είναι κατάλληλο για φράχτες αλλά συχνά χρησιμοποιείται και σαν υποκείμενο σε ασβεστώδη και διαπερατά εδάφη όπου αναπτύσσεται εύκολα. Φτάνει σε ύψος 10περίπου μ και παρουσιάζει πυκνή και στρογγυλή «κόμη» πλάτους 6-8μ. Έχει άσπρα λουλούδια που ανοίγουν τον Φεβρουάριο-Μάρτιο. Μετά την ανθοφορία παράγει κίτρινα ή κόκκινα δαμάσκηνα.
Το τυπικό είδος που ονομάζεται και μυροβάλανος καλλιεργείται κυρίως σαν οπωροφόρο ενώ οι ποικιλίες με πολύχρωμα φύλλα παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον και χρησιμοποιούνται συνήθως για φράχτες. Από αυτές αναφέρουμε την «Πισσάρδειο» (Pissardii) ή Μελανοπόρφυρη (Atropurpurea) που έχει στην αρχή βαθυκόκκινα και αργότερα βαθυπόρφυρα φύλλα, ροζ μπουμπούκια και σχεδόν άσπρα λουλούδια. Επίσης τη «Μαύρη» (Nigra) με μελανοπόρφυρα φύλλα και ροζ λουλούδια.
Prunus x cistena Κηπευτικό υβρίδιο που έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση των ειδών Προύνος ο κερασιόκαρπος «Μελανοπόρφυρος» (P.cerasifera «Atropurpurea») και Προύνος ο νάνος (P.pumila). Φτάνει σε ύψος και διάμετρο 1,2-1,5μ και είναι κατάλληλο για φράχτες. Έχει μικρά ωοειδή φύλλα με έντονο κόκκινο χρώμα και άσπρα λουλούδια που ανοίγουν τον Μάρτιο-Απρίλιο.
Προύνος ο ήμερος (Prunus domestica) Θάμνος ή μικρό δέντρο που ονομάζεται και προύνος ο κοινός (Prunus communis). Από το είδος αυτό προέρχονται οι οπωροφόρες δαμασκηνιές.
Προύνος ο αγκαθωτός (Prunus spinosa) Θάμνος ή μικρό δέντρο που ονομάζεται και αγριοδαμασκηνιά. Φτάνει σε ύψος και διάμετρο 2,5-5μ και είναι διαδομένο στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική. Πρόκειται για πολύ πυκνό και αγκαθωτό είδος κατάλληλο για φράχτες. Έχει ωοειδή βαθυπράσινα φύλλα και κάτασπρα λουλούδια που ανοίγουν τον Μάρτιο ή στις αρχές Απριλίου και καλύπτουν τελείως τα κλαδιά. Στη συνέχεια το δέντρο παράγει στρογγυλούς, κυανομέλανους καρπούς. Από τις διάφορες ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Διπλανθής»(Plena) με διπλά άσπρα λουλούδια πιο ανθεκτικά από του τυπικού είδους την «Πορφυρή»(Purpurea) με πορφυρόχρωμα φύλλα και άσπρα λουλούδια και τη Ρόδινη (Rosea) με πορφυρά –χαλκόχρωμα φύλλα και ροζ –σωμόν λουλούδια που πιθανό να έχει δημιουργηθεί από τη διασταύρωση με το είδος Προύνος ο κερασιόκαρπος (Prunus cerasifera)
prunus pisardii nigra

Τεχνική της καλλιέργειας
Όλοι οι προύνοι είναι δέντρα ανθεκτικά με ρίζες κυρίως επιφανειακές γι’αυτό και δεν πρέπει να φυτεύονται σε μεγάλο βάθος. Επίσης δεν πρέπει να σκάβεται συχνά το χώμα γύρω από τα δέντρα. Μπορούν να καλλιεργηθούν σ’όλα τα καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη αλλά προτιμούν τα δροσερά και τα ασβεστώδη. Χρειάζονται προσήλιες θέσεις εκτός από το είδος Προύνος ο πάδος (Prunus padus) και τις ποικιλίες του που πρέπει να φυτεύονται σε ημισκιαζόμενα μέρη επειδή έχουν γαλάζιο φύλλωμα. Το φύτεμα στην οριστική θέση γίνεται το φθινόπωρο πριν από τους πρώτους παγετούς ή τον Φεβρουάριο –Μάρτιο. Αν τα δέντρα είναι εκτεθειμένα στους ανέμους πρέπει να στηρίζονται με πασσάλους κατά την περίοδο της ριζοβολήσεως ενώ τα είδη που έχουν μακριά και απλωτά κλαδιά χρειάζονται πάντα υποστηρίγματα για να μην ακουμπάνε τα κλαδιά τους στο χώμα.
Τα είδη που προορίζονται για φράχτες φυτεύονται στην οριστική τους θέση τον Οκτώβριο και αμέσως μετά κλαδεύονται στα 2/3 του ύψους τους για να υποβοηθηθεί η διακλάδωση. Το ύψος των δενδρυλλίων και οι αποστάσεις του φυτέματος εξαρτάται από το είδος. Ο προύνος ο κερασιόκαρπος (Prunus cerasifera) και οι ποικιλίες του μπορούν να έχουν ύψος 45-60 εκατ. ή 1-1,5μ και να φυτεύονται σε αποστάσεις 60 εκατ. ή 1,5μ. Τα δενδρύλλια του είδους Προύνος ο αγκαθωτός (Prunus spinosa) αντίθετα πρέπει να έχουν ύψος 30-50 εκατ. και να φυτεύονται σε αποστάσεις 40εκατ. Για το είδος Προύνος ο λουζιτανικός (P.lusitanica) χρησιμοποιούνται δενδρύλλια ύψους 50-60εκατ και φυτεύονται σε αποστάσεις 0,71μ και τέλος για το είδος Προύνος ο δαφνοκέρασος (Prunus laurocerasus) και τις ποικιλίες του με γρήγορη ανάπτυξη χρησιμοποιούνται δενδρύλλια ύψους 0,61μ περίπου και φυτεύονται σε αποστάσεις 0,71-1μ.

prunus pisardii nigra
 σε παραγωγή στα φυτώριά μας.

 Πολλαπλασιασμός
Τα δέντρα αυτά πολλαπλασιάζονται με διάφορους τρόπους ανάλογα με το είδος. Κατ’αρχην όλα τα είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν με σπόρο (τα σπορόφυτα είναι πιο εύρωστα και πιο μακρόβια). Η σπορά γίνεται στο ύπαιθρο αμέσως μετά τη συλλογή των σπόρων.
Οι ποικιλίες αντίθετα πρέπει να πολλαπλασιάζονται αγενώς γιατί τα δέντρα που προέρχονται από σπόρο δεν διατηρούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γονέων.
Όλες οι ιαπωνικές κερασιές και τα υβρίδια με μεγάλα λουλούδια πολλαπλασιάζονται με εμβολιασμό πάνω στο είδος Προύνος των πτηνών (Prunus avium). Ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει τον Μάρτιο ή τον Ιουλιο.
Όλα τα είδη με μικρά λουλούδια όπως ο Προύνος ο κερασιόκαρπος (P.cerasifera) o Prunus conradinae o Προύνος ο αγκαθωτός (P.spinosa) και ο Prunus subhirtella πολλαπλασιάζονται με μοσχεύματα ημιώριμου ξύλου μήκους 8-10εκατ που τοποθετούνται για ριζοβόληση τον Ιουλιο σ’ένα μείγμα από τύρφη και άμμο σε ίσα μέρη μέσα σε κασόνι και σε θερμοκρασία 16-180C.
Όταν ριζώσουν μεταφυτεύονται ένα-ένα σε γλάστρες, διαμέτρου 8εκατ που περιέχουν ένα μείγμα από φυτόχωμα, τύρφη και άμμο. Διατηρούνται στο ύπαιθρο όλη τη χειμερινή περίοδο. Την άνοιξη μεταφυτεύονται σε φυτώριο όπου καλλιεργούνται για 1-2 χρόνια και κατόπιν φυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Επισης τα είδη Προύνος ο δαφνοκέρασος (P.laurocerasus) και Προύνος ο λουζιτανικός (P.lusitanica) πολλαπλασιάζονται με μοσχεύματα μήκους 8-10εκατ που τοποθετούνται για ριζοβόληση σε κρύο κασόνι σ’ένα μείγμα τύρφης και άμμου σε ίσα μέρη. Στη συνέχεια καλλιεργούνται όπως τα προηγούμενα είδη.
Για τα είδη Προύνος ο πάδος (P.padus) Προύνος ο κερασιόκαρπος (P.cerasifera) και Προύνος ο αδενώδης (P.glandulosa) καθώς και τις ποικιλίες τους πρέπει να δημιουργήσετε παραφυάδες, παραχώνοντας τα κλαδιά. Η εργασία αυτή γίνεται στις αρχές της ανοίξεως και τα νέα δενδρύλλια είναι έτοιμα ν’αποκοπούν από το μητρικό δέντρο ύστερα από 2 χρόνια.
Τέλος στις αρχές του φθινοπώρου μπορείτε ν’αποσπάσετε από το μητρικό δέντρο και να φυτέψετε αμέσως στην οριστική τους θέση τις παραφυάδες του είδους Προύνος ο τρυφερός (P.tenella) και των ποικιλιών του.
Κλάδεμα
Εκτός απ’αυτά που σχηματίζουν φράχτες μόνο μερικά είδη χρειάζονται κανονικό κλάδεμα. Οι φράχτες κλαδεύονται κάθε χρόνο κατά τον Μάρτιο –Απρίλιο ή τον Αύγουστο.(καλό θα είναι να μην χρησιμοποιείτε ψαλίδι αλλά πριονι). Ο προύνος ο εντετμημένος (P.incisa) κλαδεύεται αμέσως μετά την ανθοφορία ενώ ο Prunus birejana, o Prunus cistena, o Prunus spinosa και ο Prunus cersifera μπορούν να κλαδευτούν οποιαδήποτε εποχή.

Οι διακοσμητικές δαμασκηνιές, βερικοκιές και κερασιές δεν θέλουν κανονικά κλάδεμα. Θα πρέπει όμως στο τέλος του καλοκαιριού να τις καθαρίζετε από τα ξερά κλαδιά και να κόβετε αυτά που προεξέχουν ή είναι πολύ χοντρά. Από τις διακοσμητικές αμυγδαλιές χρειάζονται κλάδεμα μόνο τα είδη Προύνος ο αδενώδης(P.glandulosa) και Προύνος ο τρίλοβος (P.triloba). Συγκεκριμένα αμέσως μετά την ανθοφορία κόβετε όλα τα παλιά ανθοφόρα κλαδιά αφήνοντας μόνο στη βάση . Τέλος οι πιο μεγάλες δαφνοκερασιές πρέπει να κλαδεύονται κάθε χρόνο κατά τον Μάρτιο-Απρίλιο.

Prunus africana Prunus apetala Prunus armeniaca Prunus avium Prunus Bifrons Prunus buergeriana Prunus campanulata Prunus canescens Prunus cerasifera Prunus cerasoides Prunus cerasus Prunus ceylanica Prunus cocomilia Prunus cornuta Prunus crassifolia Prunus davidiana Prunus domestica Prunus dulcis Prunus fruticosa Prunus geniculata Prunus glandulosa Prunus gracilis Prunus grayana Prunus incana Prunus Incisa Prunus insititia Prunus italica Prunus jacquemontii Prunus japonica Prunus korshinskyi Prunus laurocerasus Prunus lusitanica Prunus maackii Prunus mahaleb Prunus mandshurica Prunus maximowiczii Prunus minutiflora Prunus mume Prunus murrayana Prunus myrtifolia Prunus nipponica Prunus occidentalis Prunus padus Prunus persica Prunus pleuradenia Prunus pseudocerasus Prunus prostrata Prunus rivularis Prunus salicina Prunus sargentii Prunus serrula Prunus serrulata Prunus sibirica Prunus simonii Prunus Σογδιανή Prunus speciosa Prunus spinosa Prunus spinulosa Prunus ssiori Prunus subhirtella Prunus tenella Prunus tomentosa Prunus triloba Prunus ursina Prunus vachuschtii Prunus verecunda Prunus × yedoensis Prunus zippeliana Prunus laxinervi Prunus alabamensis Prunus alleghaniensi Prunus americana Prunus andersonii Prunus angustifolia Prunus besseyi Prunus buxifolia  Prunus caroliniana Prunus emarginata Prunus fasciculata Prunus fremontii Prunus havardii Prunus hortulana Prunus huantensis Prunus ilicifolia Prunus integrifolia Prunus maritima Prunus Mexicana Prunus munsoniana Prunus nigra Prunus pensylvanica Prunus pumila Prunus rigida Prunus serotina Prunus sphaerocarpa Prunus subcordata Prunus texana Prunus triloba Prunus umbellat Prunus virginiana.

Ροδιά Πουνική η ροιά (Punica granatum)

Ροδιά Πουνική η ροιά (Punica granatum) Οικογένεια :Πουνικίδες (Punicaceae)
Κοινά ονόματα : ροιδιά και στην Κύπρο ρογδιά…
Η ροδιά είναι ένα θαμνώδες φυλλοβόλο φυτό που καλλιεργείται για τους καρπούς της αλλά και για την διακοσμητική της αξία. Κατάγεται από τη δυτική Ασία και αναπτύσσεται σε αυτοφυή κατάσταση σε περιοχές του Καυκάσου ως την Ινδία.
Το φυτό αυτό που το καλλιεργούσαν σαν οπωροφόρο πριν από 3.000 χρόνια στους τόπους της καταγωγής τους αναφέρεται και από τον Όμηρο (Οδύσσεια).Σήμερα η καλλιέργεια του έχει επεκταθεί σε πάρα πολλές ζώνες. Στον καρπό της ροδιάς το ρόδι σύμβολο γονιμότητος από την αρχαιότητα αποδίδονταν φαρμακευτικές ιδιότητες (ανθελμινθικές και στυπτικές).
Η ροδιά φτάνει σε ύψος 3-6μ και έχει λεπτά αγκαθωτά κλαδιά που περιβάλλονται όπως και ο κορμός από τεφροκόκκινο φλοιό. Τα φύλλα αντίθετα ή ενωμένα σε σπονδύλους είναι επιμήκη ενώ τα λουλούδια σε σωληνοειδές σχήμα ανοίγουν από τον Μάιο ως τον Ιούλιο και έχουν ένα όμορφο, ζωηρό χρώμα. Οι καρποί που λέγονται σίδια (ρόδια) είναι σφαιρικές ράγες με χοντρή και δερματώδη φλούδα η οποία παίρνει ερυθροκίτρινο χρώμα στην φάση της ωριμάνσεως και πολύ εμφανή κάλυκα. Η χυμώδης σάρκα γλυκιά ή ξινή διαιρείται σε 7-15 χώρους μέσα στους οποίους περιέχονται πολυάριθμοι σπόροι. Οι καρποί ωριμάζουν το φθινόπωρο.
Έχουν δημιουργηθεί πολυάριθμες ποικιλίες οπωροφόρες και διακοσμητικές. Υπάρχουν οπωροφόρες ποικιλίες που παράγουν γλυκούς καρπούς για νωπή κατανάλωση όπως η Γλυκιά Αλαππία (Alappia dolce) η Γλυκιά ντόπια (Dolce nostrana) η Γλυκιά της Πάτρας (Dolce di Patrasso). Η ανάπτυξη που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην καλλιέργειά της οδήγησε στην εισαγωγή δεκάδων ξενόφερτων ποικιλιών: η Wonderful (με ελλειψοειδή καρπό μεγάλο και μοβ-κόκκινο) και η Granada (μοιάζει με τη Wonderful, αλλά είναι πρωιμότερη και με πιο κόκκινο χρώμα) είναι αυτές που ξεχωρίζουν, άλλες ποικιλίες που παράγουν ξινούς καρπούς οι οποίοι χρησιμοποιούνται για την παρασκευή σιροπιών. Η ποικιλία Wonderful είναι η πιο διαδεδομένη. Παράγει πολύ μεγάλα ρόδια που έχουν κόκκινη φλούδα και ζουμερό περιεχόμενο. Φτάνει σε ύψος τα 6 μέτρα. Τα ρόδια της ποικιλίας Wonderful ωριμάζουν στα τέλη Σεπτεμβρίου. Η ποικιλία Granada, παράγει ρόδια που είναι πιο μικρά από αυτά της Wonderful αλλά είναι πολύ πιο κόκκινα. Τα ρόδια της ποικιλίας Granada ωριμάζουν περίπου ένα μήνα νωρίτερα από αυτά της ποικιλίας Wonderful. Η ποικιλία Angel Red είναι μία πρόσφατη ποικιλία ροδιάς. Έχει αρχίσει να γίνεται δημοφιλής τα τελευταία χρόνια. Τα ρόδια που παράγει ωριμάζουν τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, νωρίτερα δηλαδή από τις υπόλοιπες ποικιλίες. Η ποικιλία Angel Red παράγει τα περισσότερα ρόδια από τις άλλες ποικιλίες. Ο καρπός έχει ένα φωτεινό κόκκινο χρώμα και είναι πολύ ζουμερός. Μάλιστα τα ρόδια αυτής της ποικιλίας προτιμούνται για την παραγωγή χυμού ροδιού. Ένα ακόμη πλεονέκτημα που έχει είναι ότι τα σπόρια είναι συνήθως μαλακά, έχουν γλυκιά γεύση και μπορούν να καταναλωθούν.
Στη χώρα μας καλλιεργούνται τα ξινόροδα, τα τσιπόροδα, τα χοντρόροδα, τα γλυκόροδα, τα πολίτικα και τα καράβελος με ογκώδη καρπό. Από τις διακοσμητικές ποικιλίες αναφέρουμε τη «Λευκάζουσα» (Albescens) με άσπρα λουλούδια την «Πυρόχρου» (Flavescens) με ωχροπράσινα φύλλα και κίτρινα λουλούδια τη Νάνα (Nana) με περιορισμένο ανάστημα κατάλληλη για καλλιέργεια σε γλάστρα με πολλά μικρά κόκκινα λουλούδια και επίσης μικρούς κοκκινωπούς καρπούς εξαιρετικά διακοσμητικούς.
Τεχνική της καλλιέργειας
Η ροδιά προτιμά τα ήπια και ηλιόλουστα κλίματα αλλά μπορεί να καλλιεργηθεί και σε πιο ψυχρές ζώνες αρκεί να φυτεύεται σε προφυλαγμένες τοποθεσίες. Δεν κινδυνεύει από τους όψιμους παγετούς γιατί ανθίζει αρκετά αργά. Αντίθετα οι φθινοπωρινές βροχές μπορούν να προκαλέσουν ζημιές στους καρπούς που βρίσκονται τότε στη φάση της ωριμάνσεως. Αναπτύσσεται καλά σε όλα τα εδάφη αρκεί να μην είναι υπερβολικά άγονα ή υγρά. Πάντως τα καλύτερα εδάφη αρκεί να μην είναι τα δροσερά και βαθιά με πολλά αποθέματα νερού. Στις πολύ ξερές ζώνες μπορεί να χρειαστούν ποτίσματα την άνοιξη-καλοκαίρι.
Το φύτεμα στην οριστική θέση γίνεται το φθινόπωρο με χρησιμοποίηση εμβολιασμένων δενδρυλλίων ηλικίας δύο χρόνων.
Οι καρποί ωριμάζουν ακόμα και όταν κοπούν από το δέντρο. Γι’αυτό είναι καλύτερα να τα μαζεύετε (κόβοντας το κλαδάκι από το οποίο κρέμονται) λίγο πριν ωριμάσουν τελείως για να τα προφυλάξετε από τις φθινοπωρινές βροχές.
Πολλαπλασιασμός
Η σπορά χρησιμοποιείται μόνο για την παραγωγή υποκειμένων. Οι ποικιλίες μπορούν να πολλαπλασιαστούν με εμβολιασμό (με εγκεντρισμό τον Απρίλιο ή με κοιμώμενο μάτι τον Ιούλιο –Αύγουστο) με καταβολάδες και με παραφυάδες. Συνήθως χρησιμοποιούνται τα μοσχεύματα ή οι έρριζες παραφυάδες.
Τα μοσχεύματα μήκους 20-25 εκατ. λαμβάνονται τον Μάρτιο-Απρίλιο από το στέλεχος ή από τις ρίζες και φυτεύονται σ’ένα μείγμα χώματος με βάση την άμμο όπου ριζώνουν εύκολα. Οι πολυάριθμες παραφυάδες που βγάζει ο θάμνος αυτός αποσπώνται μαζί με τις ρίζες τους και φυτεύονται το χειμώνα. Η ροδιά μπαίνει σε καρποφορία μετά από 3-4 χρόνια και φτάνει στην μέγιστη παραγωγή της μετά από 30 χρόνια.
Κλάδεμα
Η ροδιά διαμορφώνεται σε ελεύθερο σχήμα σε κύπελλο ή σε σπαλλιέρα. Επειδή οι καρποί σχηματίζονται στα άκρα των κλαδιών που έχουν ηλικία ενός χρόνου πρέπει να αφαιρούνται.

ΔΡΥΣ (Quercus), Oak


ΔΡΥΣ(Quercus)
Οικογένεια :Φηγίδες (Fagaceae)
Κοινό όνομα : βαλανιδιά,βελανιδιά
Γένος που περιλαμβάνει περισσότερα από 400 είδη αειθαλών ή φυλλοβόλων και γενικά ανθεκτικών στο κρύο δέντρων και θάμνων. Είναι πολύ διαδομένα στις εύκρατες περιοχές μερικά ευδοκιμούν ακόμα και στις ορεινές ζώνες των τροπικών περιοχών. Οι βαλανιδιές έχουν σκληρό ξύλο και συνήθως αποκτούν μεγάλες διαστάσεις (φτάνουν εύκολα τα 50μ ύψος ) είναι επίσης πολύ μακρόβια (υπάρχουν δέντρα που η ηλικία τους ξεπερνά τα 500 χρόνια). Τα φύλλα σχεδόν πάντα έλλοβα έχουν διάφορα σχήματα και ακέραιες ή οδοντωτές παρυφές όσο για το χρώμα τους κυμαίνεται σε διαφορετικούς τόνους του πράσινου ανάλογα με το είδος –συχνά αποκτά όμορφες αποχρώσεις κατά το φθινόπωρο. Τα λουλούδια είναι μονογενή πάνω στο ίδιο δέντρο δηλαδή υπάρχουν «θηλυκά» και «αρσενικά». Τα πρώτα είναι πράσινα και ασήμαντα από διακοσμητική άποψη και τα δεύτερα κίτρινα και ενωμένα σε κρεμάμενους στύλους που καλύπτονται μ’ένα απλό χνούδι. Τα λουλούδια εμφανίζονται μαζί με τα πρώτα φύλλα αργά την άνοιξη. Οι καρποί, τα κοινά βαλανίδια είναι λείοι και γυαλιστεροί και καλύπτονται ενμέρει από ένα λείο κύπελλο ρυτιδωμένο ή αγκαθωτό διαμέσου του οποίου είναι προσκολλημένοι πάνω στα κλαδιά. Το ξύλο μερικών ειδών βαλανιδιάς χρησιμοποιείται στην ξυλουργική γιατί είναι πολύ ανθεκτικό και καλής ποιότητας. Εξαιτίας των μεγάλων τους διαστάσεων τα δέντρα που προορίζονται για διακοσμητικούς σκοπούς είναι κατάλληλα για πάρκα και μεγάλους κήπους.


Αριά ( Quercus Ilex) 300 ετων στήν Ικαρία
Είδη και ποικιλίες
Φυλλοβόλα
Δρύς η κήρρις (Quercus cerris). Κοινά ονόματα :ρουπάκι, δέντρο, τσέρρο, μικρή βαλανιδιά, άγρια βαλανιδιά. Πολύ ανθεκτικό είδος με γρήγορη ανάπτυξη καταγόμενο από τη Νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 30-35μ και ωοειδή, έλλοβα φύλλα. Η κόμη του ωοειδής στην αρχή τείνει μάλλον προς το σχήμα της πυραμίδας καθώς περνούν τα χρόνια. Τα κύπελλα των καρπών φέρουν κατσαρά λέπια.
Δρύς η κόκκινη (Quercus coccinea). Εύρωστο δέντρο με ύψος 10-15μ και διάμετρο κόμης 8-12. Τα φύλλα του γίνονται κόκκινα κατά το φθινόπωρο.
Δρύς η φαρνέττο (Quercus farnetto). Κατάγεται από την νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 30-40 εκατ. πυκνή κόμη και μακριά έλλοβα φύλλα με πολύ κοντούς μίσχους.
Δρύς η ελλόβιος (Quercus palustris). Το είδος αυτό που κατάγεται από τις δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες έχει κωνικό σχήμα και αναπτύσσεται σε βαλτώδη εδάφη.
Δρύς η έμμισχος (Quercus pedunculata).Κοινά ονόματα: δέντρο, δρύς, ρένια, ροτσόκι, ρουπάκι. Κατάγεται από τις χώρες της Μεσογείου και τον Καύκασο και είναι διαδομένη σ’ολη την Ευρώπη τη βόρεια Αφρική και τη Μικρά Ασία.
Έχει μέχρι και 50μ ύψος στρογγυλή, απλωτή κόμη οριζόντια κλαδιά και επιμήκη, έλλοβα φύλλα με κοντό μίσχο. Είναι μακρόβιο δέντρο (ζει μέχρι και 400 χρόνια) που συχνά αποκτά μεγάλες διαστάσεις (το πλάτος του κορμού φτάνει τα 3μ και η προβολή της κόμης τα 300μ2 ). Το είδος αυτό προτιμά τα υγρά και δροσερά εδάφη.
Δρύς η χνοώδης (Quercus pubescens). Κατάγεται από την νότια Ευρώπη και τη Μικρά Ασία. Έχει ύψος 10-15μ και έλλοβα φύλλα συχνά καρδιόσχημα στη βάση. Τα νεαρά κλαδιά οι νευρώσεις της κάτω επιφάνειας των φύλλων και το κύπελλο του καρπού φέρνουν ένα κιτρινωπό χνούδι.
Δρύς η άμισχος (Quercus sessiflora). Κοινά ονόματα : δέντρο, δεντρούλι, δρυς, γρανιτσιά ρουπάλι. Λέγεται και Δρύς η πετραία (Quercus petraea). Κατάγεται από τη νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 20-30μ απλωτή κόμη και άμισχα λουλούδια και καρπούς.
Αειθαλή
Δρύς η κοκκοφόρος (Quercus coccifera). Κοινά ονόματα :πουρνάρι, πρινάρι απρινιά, κατσιπρινιά, κατσοπούρναρο, κατσικοπούρναρο. Φουντωτός θάμνος που κατάγεται από τις χώρες της Μεσογείου. Έχει ύψος το πολύ μέχρι 3μ και μικρά δερματώδη φύλλα με οδοντωτές και αγκαθωτές παρυφές.
Δρύς η ίληξ (Quercus illex).Κοινά ονόματα : Αριά,άρεος, ασίλακας (Κρήτη), κλαδί (Χαλκιδική).Δέντρο πολύ διαδομένο στα δάση των μεσογειακών περιοχών απ’οπου και κατάγεται. Έχει ύψος γύρω στα 20-25μ στρογγυλωπή κόμη και λογχοειδή, γυαλιστερά δερματώδη φύλλα. Αντέχει την ξηρασία και τα στεγνά, βραχώδη εδάφη και έχει σκληρό και βαρύ ξύλο κατάλληλο για την ξυλουργική.
Δρύς η φελλόδρυς (Quercus suber). Τυπική βαλανιδιά της Μεσογείου η οποία αναπτύσσεται επίσης και στις ακτές της Πορτογαλίας και του Μαρόκου που βρίσκονται στον Ατλαντικό. Το ύψος της δεν ξεπερνά τα 15μ ενώ η διάμετρος του κορμού της φτάνει τα 5μ. Ο κορμός καλύπτεται από έναν παχύ φλοιό που διασχίζεται από βαθιές αυλακώσεις απ’οπου λαμβάνεται ο φελλός. Η «κόμη» είναι πλατιά, ακανόνιστη και αραιή. Τα φύλλα μικρά, ωοειδή και δερματώδη με κυματοειδής παρυφές και μυτερές άκρες είναι γυαλιστερά και σκουροπράσινα στην πάνω επιφάνεια και στην κάτω γκρίζα και χνουδωτά. Η φελλόδρυς θέλει κλίματα υγρά και ζεστά, θέσεις φωτεινές και εδάφη κατά προτίμηση πυριτολιθικά και όξινα (δεν αντέχει τα ασβεστολιθικά).
Η συγκομιδή του φελλού αρχίζει όταν το δέντρο φτάσει σε ηλικία 30-35 χρόνων (το ύψος και η περίμετρος του κορμού θα πρέπει να κυμαίνεται γύρω 1,80μ και 60εκατ αντίστοιχα). Από τον πρώτο φλοιό ο οποίος είναι ζαρωμένος και ασύμμετρος παράγεται φελλός κατώτερης ποιότητας που ονομάζεται αρσενικός φελλός. Ο φλοιός ξανασχηματίζεται και όταν αποκτήσει το επιθυμητό πάχος (3-4εκατ) αφαιρείται και πάλι- ο φελλός που παράγεται πιο λεπτός και πιο λείος ονομάζεται ευγενής φελλός. Στο βιολογικό της κύκλο (περίπου 150 χρόνια) μια καλή φελλόδρυς μπορεί να δώσει μέχρι 200 κιλά φελλού (5-6 κιλά στα πρώτα χρόνια και 20-30 όταν βρίσκεται στην εποχή της πλήρους παραγωγής της.
Δρύς η Μακεδονική βελανιδιά: Quercus Macedonica.- Quercus trojana
Είναι ένα είδος που οι ειδικοί το τοποθετούσαν αρχικά στην Μακεδονία και την Ήπειρο. Προς ευχάριστη έκπληξη όμως το συναντούμε και στο Ξηρόμερο, κυρίως στον πυρήνα του βελανιδοδάσους Πρόδρομος – Αγράμπελο, κτλ. Αναπαράσταση από Μακεδονική βελανιδιά (Quercus Macedonica) ήταν και το από χρυσό στεφάνι δρυός του Φιλίππου Β' Βασιλιά της Μκεδονίας και πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Τεχνική της καλλιέργειας
Οι απαιτήσεις των δέντρων αυτών ποικίλλουν ανάλογα με το είδος. Γενικά καλό θα είναι να τις φυτεύετε σε αρκετά μεγάλους χώρους και σε εδάφη με καλή αποστράγγιση. Οι βαλανιδιές προτιμούν τις ηλιαζόμενες θέσεις αλλά αντέχουν και σε σχετικά σκιερές. Φυτεύονται το φθινόπωρο ή στις αρχές της ανοίξεως. Κατά τα πρώτα χρόνια ο εμπλουτισμός του εδάφους με κοπριά ή φυτόχωμα είναι χρήσιμος για τα περισσότερα είδη. Για να σχηματίσετε φράχτες για παράδειγμα από αριά, φυτεύετε τα δέντρα σε απόσταση 60-80 εκατ το ένα από το άλλο και έπειτα κόβετε τις κορυφές για να βοηθήσετε το σχηματισμό των πλευρικών διακλαδώσεων. Επίσης για να διατηρήσετε τους φράχτες στις διαστάσεις που θέλετε πρέπει να τους κλαδεύετε κάθε χρόνο κατά τον Μάρτιο. Εξάλλου για να κρατάτε πάντα καθαρό και μόνο ένα στέλεχος κόβετε τον Φεβρουάριο τα πλευρικά κλαδιά των μικρών δέντρων (ηλικίας 2-3χρόνων)

10.000 Δρύς η ίληξ (Quercus illex)
στούς χώρους παραγωγής μας.
Πολλαπλασιασμός Γενικά ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο. Οι σπόροι διατηρούν τη βλαστητική τους ικανότητα για μικρό χρονικό διάστημα και γι’αυτό η σπορά θα πρέπει να γίνεται μέσα σε διάστημα το πολύ 2μηνών από τη στιγμή της συγκομιδής το φθινόπωρο στο ύπαιθρο σε γλάστρες ή σε κασόνια. Το επόμενο φθινόπωρο τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε φυτώριο και μετά 2-3 χρόνια φυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Άλλα είδη Δρυός τα περισσότερα τα οποία συναντούμε κυρίως στις Η.Π.Α – Μεξικό - Κίνα είναι τα εξής.

Quercus alba, Quercus aliena Quercus arizonica Quercus austrina Quercus berberidifolia Quercus bicolor Quercus boyntonii Quercus carmenensis Quercus chapmanii Quercus chihuahuensis Quercus cornelius-mulleri Quercus copeyensis Quercus dalechampii  Quercus depressipes Quercus deserticola Quercus dilatata Quercus douglasii Quercus dumosa Quercus durata Quercus engelmannii Quercus faginea Quercus furuhjelmi Quercus fusiformis Quercus gambelii Quercus garryana Quercus geminata Quercus glaucoides Quercus grisea Quercus havardii Quercus hinckleyi Quercus hondurensis Quercus insignis Quercus intricata Quercus john-tuckeri Quercus laceyi Quercus lanata Quercus leucotrichophora Quercu obata Quercus lusitanica Quercus lyrata Quercus macrocarpa Quercus mohriana Quercus michauxii Quercus minima Quercus mongolica Quercus muehlenbergii Quercus oblongifolia Quercus oglethorpensis Quercus oleoides Quercus peduncularis Quercus petraea Quercus polymorpha Quercus prinoides Quercus prinus Quercus pubescens Quercus pungens —Quercus rugosa Quercus sadleriana Quercus stellata Quercus toumeyi Quercus turbinella Quercus vaseyana Quercus virginiana Quercus canariensis Quercus dentata Quercus frainetto Quercus macranthera Quercus pontica Quercus pyrenaica Quercus vulcanica Quercus acutissima Quercus alnifolia Quercus calliprinos Quercus castaneifolia Quercus infectoria Quercus libani Quercus macrolepis Quercus semecarpifolia Quercus variabilis Quercus cedrosensis Quercus chrysolepis Quercus palmeri Quercus tomentella Quercus vaccinifolia Quercus arkansana Quercus buckleyi Quercus canbyi Quercus castanea Quercus coccinea Quercus costaricensis Quercus cualensis Quercus depressa Quercus eduardii Quercus ellipsoidalis Quercus emoryi Quercus falcata Quercus gravesii Quercus graciliformis Quercus georgiana Quercus hintoniorum Quercus hirtifolia Quercus humboldtii Quercus hypoleucoides Quercus hypoxantha Quercus ilicifolia Quercus iltisii Quercus imbricaria Quercus incana Quercus inopina Quercus kelloggii Quercus laevis Quercus laurifolia Quercus laurina Quercus marilandica Quercus myrtifolia Quercus nigra Quercus pagoda Quercus parvula Quercus phellos Quercus pumila Quercus rapurahuensis Quercus rhysophylla Quercus salicifolia Quercus sapotifolia Quercus shumardii Quercus tardifolia Quercus texana Quercus wislizeni Quercus xalapensis Quercus albicaulis Quercus argentata Quercus argyrotricha Quercus augustinii Quercus austrocochinchinensis Quercus austroglauca Quercus bella Quercus blakei Quercus camusiae Quercus championii Quercus chapensis Quercus chevalieri Quercus chingsiensis Quercus chungii Quercus daimingshanensis Quercus delavayi Quercus delicatula Quercus dinghuensis Quercus disciformis Quercus edithiae Quercus elevaticostata Quercus fleuryi Quercus gambleana Quercus gemelliflora Quercus gilva Quercus glauca Quercus helferiana Quercus hondae Quercus hui Quercus hypophaea Quercus jenseniana Quercus jinpinensis Quercus kerrii Quercus kiukiangensis Quercus kouangsiensis Quercus lamellosa Quercus lineata Quercus litoralis Quercus litseoides Quercus lobbii Quercus longinux Quercus lowii Quercus lungmaiensis Quercus merrillii,Quercus motuoensis Quercus multinervis Quercus myrsinifoliaQuercus neglecta, Quercus ningangensis Quercus obovatifolia Quercus oxyodon, Quercus phanera,,Quercus poilanei,, Quercus rex Quercus salicina.Quercus saravanensis Quercus schottkyana,Quercus semiserrata Quercus sessilifolia  Quercus sichourensis Quercus stenophylloides, Quercus stewardiana Quercus subhinoidea Quercus subsericea Quercus thorelii Quercus tomentosinervis Quercus treubiana,Quercus yingjiangensis.

ΕΛΙΑ (Olivo) - Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europea)


ΕΛΙΑ  Καβουσίου - Αζοριά  Κρήτης. με περίμετρο κορμού
14,25 μέτρα.Ισως η μεγαλύτερη σε μέγεθος Ελιά στόν κόσμο. 
 ΕΛΙΑ (Olivo-Ulivi-OliveTree)

Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europaea)
Οικογένεια : Ελαίδες (Oleaceae)
Η ελιά είναι ένα δέντρο που απαντά σ’ολες τις μεσογειακές χώρες. Κατάγεται από τη Μικρά Ασία απ’οπου και διαδόθηκε σε όλες τις χώρες που έχουν ζεστά και ξερά καλοκαίρια και ήπιους χειμώνες. Σήμερα οι χώρες με την μεγαλύτερη παραγωγή λαδιού είναι η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Τυνησία και η Πορτογαλία. Η καλλιέργεια της ελιάς επεκτείνεται και στην αμερικανική ήπειρο ιδιαίτερα στην Καλιφόρνια.

ΕΛΙΑ Βουβών Χανίων Κρήτης. με περίμετρο κορμού 8.05 μέτρα.
Η μεγαλύτερη σε ηλικία Ελιά στόν κόσμο 3.500-5.000 χρόνων.

 Καλλιεργείται σε όλες τις εύκρατες –ζεστές ζώνες για τους καρπούς της που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή λαδιού και για άμεση κατανάλωση (επιτραπέζιες ελιές). Στη δεύτερη περίπτωση οι ελιές υπόκεινται σε διάφορες επεξεργασίες για να καταστούν εδώδιμες.
Η συγκομιδή της ελιάς πριν ή μετά την πλήρη ωρίμανση της και η διαδικασία που ακολουθείται για να γίνει εδώδιμη επιτρέπουν την επίτευξη δύο τύπων προϊόντος πράσινες και μαύρες ελιές. Από την ελιά χρησιμοποιούνται επίσης τα φύλλα στα οποία αποδίδονται αντιπυρετικές ιδιότητες και το ξύλο που χρησιμοποιείται στην ξυλουργική και την επιπλοποιία.

Είδη και ποικιλίες
Το είδος Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europaea) περιλαμβάνει δύο υποείδη : Ελαία η ευρωπαϊκή ήμερος ή εδώδιμος (Olea europaea sativa) που είναι η καλλιεργούμενη ελιά και Ελαία η ευρωπαϊκή αγρία (Olea europaea oleaster) κοινώς αγριλιά, αγριλιός, αγρίλι, γριλολιά (Κέρκυρα), κοσίνη (Άνδρος), κόστινος (Αίγινα) η οποία είναι αυτοφυές δέντρο ύψους 5-6μ με αγκαθωτά κλαδιά και μικρούς μελανέρυθρους καρπούς.
Η ήμερη ελιά είναι αειθαλές δέντρο ύψους 20 περίπου μ. με κορμό γεμάτο κόμπους συχνά συστραμμένο και καλυμμένο από έναν γκριζωπό φλοιό. Στη βάση του κορμού εξάλλου (αλλά και πιο πάνω) υπάρχουν διάφορα εξογκώματα (γόγγροι, δρόγγοι ή βυζιά). Τα κλαδιά συστραμμένα κι αυτά φέορυν λογχοειδή γκριζοπράσινα περγαμηνοειδή φύλλα. Τα νεαρά κλαδιά είναι πράσινα και εύκαμπτα. Τα άνθη εμφανίζονται ενωμένα σε άσπρες φοβοειδείς ταξιανθίες μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου σε κλαδιά ενός χρόνου. Οι καρποί ωοειδείς δρύπες έχουν συνήθως πράσινο κοκκινωπό ιώδες ή μαυριδερό χρώμα και αποτελούνται από τη σάρκα καθώς από ένα ξυλώδες τμήμα (πυρήνας) που βρίσκεται στο κέντρο. Οι ελιές ωριμάζουν ανάλογα με το κλίμα από τον Σεπτέμβριο ως τον Ιανουάριο. Έχει διαπιστωθεί ότι μόνο το 1-2% των γονιμοποιημένων λουλουδιών δένουν καρπό ενώ τα άλλα πέφτουν. Η ελιά μπορεί να ζήσει πολλές εκατοντάδες χρόνια. Στη χώρα μας καλλιεργούνται διάφορες ποικιλίες ελιάς από τις οποίες αναφέρουμε τις πιο σημαντικές κατατάσσοντας τις σε ομάδες ανάλογα με τον τόπο καλλιέργειας : Πελοποννήσου : κορωνέικη Αλαγωνίας, νερολιά, ματσολιά, καρυδολιά, αητονύχι, Καλαμών. Κερκύρας : λιανολιά, πικρολιά, στρυφτολιά, τρυτσολιά, αναποδολιά, στρουμπουλολιά, γαιδουρολιά, αετονυχολιά, χονδρολιά, καλοκαιρίδα, μελολιά, γλυκολιά.
Λευκάδας : ασπρολιά, μαυρολιά.
Κρήτης : κορωνέικη, λιανολιά, χονδρολιά, μηλοελιά, μουρατοελιά, τσουνάτη, καλυμπάτη.
Στερεάς Ελλάδος : Αθηναική κολυμπάδα ή καρυδολιά, καλαματιανή, μεγαρίτικη, βολιώτικη, κορωνείκη, δαμασκηνάτη, Αμφίσσης, καθρέικη.
Λέσβου: κολοβή ή βαλανολιά, αδραμυτινή ή μηλολιά ή περαική, λαδολιά ή ασπρολιά ή καλολιά ή ρουπαδιά.
Τεχνική της καλλιέργειας
Πρόκειται για δέντρα που προσαρμόζονται και σε φτωχά, πετρώδη, ξερικά και ασβεστώδη εδάφη. Για το λόγο αυτό οι ελιές φυτεύονταν από παράδοση στις πιο αφιλόξενες ζώνες. Ωστόσο καλό θα είναι να θυμάστε πως για να έχετε καλή παραγωγή θα πρέπει να καλλιεργείτε την ελιά σε γόνιμα, δροσερά και καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη επειδή δεν αντέχει τα λιμνάζοντα νερά. Οι πιο κατάλληλες θέσεις είναι οι πλαγιές που βλέπουν προς το νότο και προστατεύονται από τους βόρειους ανέμους. Η ελιά είναι ανθεκτική στην ξηρασία αλλά κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής της μπορεί να χρειαστεί μερικά ποτίσματα αν παρατηρηθούν μακρές περίοδοι ανομβρίας. Το φύτεμα γίνεται κατά προτίμηση το φθινόπωρο αλλά στις πιο ψυχρές περιοχές μπορεί να γίνει κα την άνοιξη. Τα δενδρύλλια μπορούν να φυτευτούν και με γυμνή ρίζα αλλά καλύτερα είναι να φυτεύονται με μπάλα χώματος. Πριν από το φύτεμα θα πρέπει να σκάψετε σε βάθος το έδαφος και να εμπλουτίσετε με άφθονη κοπριά και φωσφοροκαλιούχα λιπάσματα. Ανοίγετε αρκετά μεγάλους λάκκους (τουλάχιστον 60Χ60Χ60) και τοποθετείτε μέσα σ’αυτούς τα δενδρύλλια με προσοχή για να μην καταστραφούν οι ρίζες. Φροντίστε επίσης να αφήσετε έξω από το χώμα το σημείο του εμβολιασμού. Στη συνέχεια γεμίζετε το λάκκο με το χώμα που βγάλατε απ’αυτόν και το πατάτε γερά γύρω από τις ρίζες.
Κάθε χρόνο θα πρέπει να ρίχνετε διάφορα λιπάσματα κυρίως αζωτούχα σε βάθος 15-20 εκατ.

ΕΛΙΑ στό Σαμωνά Χανίων Κρήτης. με περίμετρο κορμού 12.90 μέτρα
σέ ύψος 0.90 cm . Ξεκινάει με έναν κορμό και διακλαδώνεται με αρκετούς
εντυπωσιακούς κορμούς από πολύ χαμηλά στη βάση  . 
Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός με σπόρο χρησιμοποιείται γενικά μόνο για την παραγωγή σπορόφυτων υποκειμένων γιατί τα δενδρύλλια που προέρχονται από σπόρο αναπτύσσονται πολύ αργά και δεν αντέχουν πολύ στην ξηρασία. Οι σπόροι αφού στρωματωθούν μέσα σε άμμο για ενάμισι περίπου χρόνο σπέρνονται την άνοιξη. Τα μικρά φυτά μεταφυτεύονται μόλις βγάλουν 6-8 φύλλα και ένα χρόνο αργότερα μπορούν να εμβολιαστούν.
Καλά αποτελέσματα δίνει ο πολλαπλασιασμός με μόσχευμα επειδή τα κλαδιά της ελιάς ριζώνουν εύκολα. Στην περίπτωση αυτή μπορείτε να κόψετε μικρά κλαδιά που τα φυτεύετε απευθείας σε φυτώριο και στη συνέχεια όταν ριζώσουν θα τα μεταφυτεύετε στην οριστική τους θέση. Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε μοσχεύματα μήκους 30-40εκατ που τα κόβετε το χειμώνα από κλαδιά ηλικίας 3-4 χρόνων και τα διατηρείτε μέσα σε άμμο μέχρι την άνοιξη οπότε τα φυτεύετε σε φυτώρια και σε οριζόντια θέση. Τα μοσχεύματα σχηματίζουν ρίζες και βλαστούς από τους οποίους διατηρείτε μόνον τον πιο εύρωστο. Αφήνετε τα μικρά δέντρα στο φυτώριο για μερικά χρόνια και ύστερα τα φυτεύετε στην οριστική θέση. Επίσης μπορείτε να χρησιμοποιήσετε σαν μοσχεύματα και τα εξογκώματα (γόγγροι) που σχηματίζονται στη βάση του δέντρου. Στην περίπτωση αυτή αποσπάτε τα εξογκώματα από το δέντρο και τα διατηρείτε σε άμμο ολόκληρο το χειμώνα. Την άνοιξη τα κόβετε σε κομμάτια και τα φυτεύετε σε φυτώριο όπου τ’αφήνετε για 5-6 χρόνια οπότε τα βάζετε στην οριστική τους θέση. Η ελιά μπορεί να πολλαπλασιαστεί και με παραφυάδες που σχηματίζονται από τα εξογκώματα (γόγγρους) :τις φυτεύετε σε φυτώριο και ύστερα από μερικά χρόνια μεταφέρετε τα δενδρύλλια στην οριστική τους θέση.
Οι ποικιλίες μπορούν να πολλαπλασιαστούν και με εμβολιασμό. Στην περίπτωση αυτή θα χρησιμοποιήσετε σαν υποκείμενα τα σπορόφυτα ελιάς, την αγριελιά ή και δενδρύλλια ελιάς που έχουν δημιουργηθεί από μοσχεύματα. Ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει με ενοφθαλμισμό την άνοιξη (κατά συνέπεια με βλαστάνοντα «οφθαλμό») ή πάντοτε στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως δηλαδή τον Μάρτιο με εγκεντρισμό. Επίσης ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει με πλακίτη (με φόλα) την άνοιξη να εμβολιαστεί δηλαδή το υποκείμενο με ένα κομμάτι βλαστού που να φέρει έναν οφθαλμό από την ποικιλία την οποία θέλετε να πολλαπλασιάσετε.
Η τεχνική του εμβολιασμού μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανανέωση πολύ γέρικων δέντρων και τη βελτίωση της παραγωγής τους. Κλαδεύετε αυστηρά το δέντρο που πρόκειται να επανεμβολιαστεί αφήνοντας μόνο τον κορμό και μερικούς βραχίονες. Οι βραχίονες εμβολιάζονται με πολλά κεντράδια με εγκεντρισμό στεφανίτη. Αντί να εμβολιάσετε απευθείας τους βραχίονες μπορούν να περιμένετε μέχρι να αναπτυχθούν απ’αυτούς νέοι βλαστοί και να τους εμβολιάσετε με φόλα (πλακίτης εμβολιασμός). Η ελιά αρχίζει να καρποφορεί 10-12 χρόνια μετά το φύτεμα της ανάλογα με το σχήμα διαμορφώσεως που ακολουθεί ο καλλιεργητής.
Κλάδεμα
Κλάδεμα διαμορφώσεως. Η ελιά μπορεί να διαμορφωθεί σε ελεύθερο σχήμα στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να αραιώνεται η «κόμη» ώστε να περνά ο αέρας και το φώς ανάμεσα στα κλαδιά. Άλλο σχήμα διαμορφώσεως πολύ κοινή είναι το κύπελλο ( ο κορμός θα πρέπει να έχει ύψος γύρω στο 1-1,5μ). Τα τελευταία χρόνια πολλοί παραγωγοί διαμορφώνουν τα ελαιόδεντρα τους στο σχήμα της ελεύθερης παλμέτας με καλά αποτελέσματα.
Κλάδεμα καρποφορίας. Η ελιά παράγει τους καρπούς της στα κλαδιά του προηγούμενου χρόνου. Επειδή δεν αντέχει τα πολλά κλαδέματα θα πρέπει να περιορίζετε τα κλάδεμα παραγωγής στο κόψιμο ενός τμήματος των κλαδιών που έχουν καρποφορήσει στο αραίωμα της κόμης αν είναι πολύ πυκνή και στην αφαίρεση των ξερών κλαδιών καθώς αυτών που έχουν υποστεί ζημιές από ασθένειες ή έντομα.
Κλάδεμα ανανεώσεως. Για να ανανεωθούν τα πολύ γέρικα και όχι αρκετά παραγωγικά δέντρα μπορείτε να καταφύγετε σε ένα αυστηρό κλάδεμα που συνίσταται στην αποκεφάλιση του δέντρου (κόβετε δηλαδή ολόκληρη την κόμη και αφήνετε μόνο τον κορμό). Επίσης μπορείτε να κόψετε το δέντρο στη βάση και να διατηρήσετε την πιο εύρωστη από τις παραφυάδες που θα σχηματίσει.
Ζωικοί εχθροί και ασθένειες.
Το κυκλοκόνιο είναι μια πολύ κοινή ασθένεια που προσβάλλει την ελιά και προκαλείται από έναν μύκητα (Cycloconium aleagineum). Εκδηλώνεται με την εμφάνιση γκρίζων κηλίδων στα φύλλα που παίρνουν στη συνέχεια καστανό χρώμα και περιβάλλονται από μια κίτρινη άλω. Εκτός από τα φύλλα προσβάλλονται και τα φύλλα και οι καρποί πάνω στους οποίους σχηματίζονται πράσινες κηλίδες που καλύπτονται από γκρίζα μούχλα. Οι καρποί πέφτουν πριν ωριμάσουν και το άρρωστο δέντρο μπορεί να χάσει τα φύλλα του. Το κυκλοκόνιο καταπολεμάται με βορδιγάλειο πολτό ή οξυχλωριούχο χαλκό στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως και το φθινόπωρο.
Ο καρκίνος ή φυματίωση της ελιάς οφείλεται σε ένα βακτηρίδιο (Pseudomonas savastanoi) το οποίο μπαίνει στο φυτό από τραύματα ή ακάλυπτες τομές κλαδέματος. Εκδηλώνεται με την εμφάνιση εξογκωμάτων πάνω στα κλαδιά τους μίσχους και τα φύλλα που στην αρχή είναι πράσινα και λεία και σιγά –σιγά γίνονται τραχιά και καφετιά. Τα προσβλημένα κλαδιά παύουν να αναπτύσσονται και σιγά-σιγά ξεραίνονται. Η καταπολέμηση συνιστάται στη λήψη προληπτικών μέτρων όπως είναι η απολύμανση των τραυμάτων του δέντρου με θεϊκό χαλκό και το κόψιμο των άρρωστων κλαδιών.
Ο δάκος της ελιάς (Dacus oleae) είναι μια μικρή μύγα με κίτρινο κεφάλι και γκρίζο θώρακα με 3 λωρίδες. Τα τέλεια έντομα (ακμαία) που τρέφονται με σακχαρούχα υγρά εμφανίζονται γενικά γύρω στον Ιούνιο. Τα θηλυκά εναποθέτουν τα αυγά τους πάνω στους μικρούς καρπούς. Οι άσπρες προνύμφες (σκουλήκια) που γεννιούνται από αυτά τρέφονται με τη σάρκα των καρπών πάνω στους οποίους διακρίνεται μια σκούρα κηλίδα και μια τρύπα. Σιγά –σιγά οι ελιές ζαρώνουν σαπίζουν και πέφτουν. Για να καταπολεμήσετε το δάκο πρέπει να ψεκάζετε κάθε τόσο τα δέντρα χρησιμοποιώντας κατάλληλα εντομοκτόνα σ’ολη την περίοδο του σχηματισμού των καρπών.
Η μεγάλη ψώρα (κοκκοειδής) της ελιάς (Saissetia oleae) προσβάλλει κυρίως την ελιά αλλά και τα εσπεριδοειδή καθώς και άλλα φυτά όπως για παράδειγμα την πικροδάφνη. Τα θηλυκά μήκους 3χλστ τα οποία χαρακτηρίζονται από ένα ανάγλυφο σε σχήμα στη ράχη τους εγκαθίστανται στην κάτω επιφάνεια των φύλλων και στα νεαρά κλαδιά. Τα προσβλημένα δέντρα μαραίνονται ενώ μειώνεται πολύ η παραγωγή τους. Για την καταπολέμηση χρειάζεται ένας ψεκασμός με βάση το θειούχο βάριο στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως και άλλος ένας με θερινό πολτό λίγο πριν από την ανθοφορία.

Σημ. οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό άλμπουμ των ιδιοκτητών.

Κέδρος (Cedrus)

Κέδρος (Cedrus)

Οικογένεια : Πευκίδες ή Πινίδες (Pinaceae)

Cedrus Atlantica Glauca σε παραγωγή.
 Γένος που περιλαμβάνει 4 αειθαλή και μακρόβια, κωνοφόρα με μεγάλες διαστάσεις (σε κατάλληλο περιβάλλον μπορούν να φτάσουν σε ύψος 40μ). Τα νεαρά κλαδιά φέρουν σ’ολόκληρο το μήκος τους λεπτά βελονοειδή φύλλα αλλά πιο κοντά και ενωμένα σε θυσάνους. Τα δέντρα αυτά παράγουν κώνους αλλά μόνο αφού ενηλικιωθούν και μετά (σε ορισμένα είδη μάλιστα η παραγωγή κώνων αρχίζει σε ηλικία 30-40 χρόνων). Οι κέδροι αναπτύσσονται πολύ γρήγορα και λόγω των διαστάσεων τους είναι κατάλληλοι για πάρκα και μεγάλους κήπους. Στις περιοχές μας καλλιεργούνται κυρίως για διακοσμητικούς σκοπούς αλλά στις χώρες απ’τις οποίες κατάγονται χρησιμοποιείται πολύ το ξύλο τους είτε στην ξυλουργική είτε στις οικοδομές.

Είδη και ποικιλίες

Κέδρος η ατλαντική (Cedrus atlantica).
Κατάγεται από την οροσειρά του Άτλαντα στη βόρεια Αφρική. Μαζί με τον κέδρο του Λιβάνου είναι το είδος που καλλιεργείται περισσότερο. Μπορεί να φτάσει σε ύψος 40μ. Έχει πυραμιδοειδή «κόμη». Οι κύριες διακλαδώσεις ανέρχονται προς τα πάνω ενώ οι δευτερεύουσες είναι κάπως κυρτές προς τα κάτω. Στα πιο γέρικα δέντρα τα κύρια κλαδιά τείνουν να παίρνουν μια οριζόντια διεύθυνση γι’αυτό και η «κόμη» παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Το είδος αυτό παράγει όρθιους κώνους μήκους 7-10 εκατ που μένουν πάνω στο δέντρο για πολύ καιρό. Από τις πιο διαδομένες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Γλαυκή»(Galuca) με γκριζογάλανα φύλλα την «Κλαίουσα» ή Κρεμοκλαδή (Pendula) με κυρτό κορμό και κρεμαστά κλαδιά που φτάνουν ως το έδαφος και την «Οξύληκτο» (Fastigiata) με κλαδιά ανερχόμενα και κιονωτή μορφή.

Κέδρος η δεοδάρα (Cedrus deodara)
Cedrus Livani σε παραγωγή.
Το είδος αυτό που κατάγεται από τα Ιμαλάια είναι γνωστό και σαν Κέδρος των Ιμαλαίων. Έχει ύψος από 10ως 40εκατ πλαγιόκλαδη ανάπτυξη και κρεμάμενες τις κορυφές του κορμού και των κλαδιών. Τα κύρια κλαδιά είναι οριζόντια και εύκαμπτα. Στα νεαρά δέντρα οι βελόνες έχουν γκριζογάλανο χρώμα ενώ στα ενήλικα βαθυπράσινο. Οι κώνοι μήκους 7-10 εκατ λίγο ή πολύ ωοειδείς σχηματίζονται στα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων που έχουν ηλικία 35-40 εκατ. Η ποικιλία «Κλαίουσα» (Pendula) είναι πιο χαμηλή από το τυπικό είδος και έχει κλαδιά κρεμάμενα προς τα κάτω.

Κέδρος του Λιβάνου (Cedrus libani) Είναι ο πιο γνωστός κέδρος. Φτάνει σε ύψος 10-40μ. Σε νεαρή ηλικία η «κόμη» έχει κωνικό σχήμα. Στα πιο γέρικα δέντρα η κορυφή του κορμού γέρνει τα κύρια κλαδιά παίρνουν μια οριζόντια κατεύθυνση (ποτέ κρεμάμενη προς τα κάτω) και η κόμη γίνεται πιο πλατιά. Οι βελόνες είναι βαθυπράσινες και μερικές φορές παρουσιάζουν αργυρόχρωμες ή γαλαζωπές ανταύγειες. Από τις καλλιεργούμενες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Χρυσή» (Aurea) πιο λεπτή από τις άλλες με χρυσοπράσινες βελόνες την «Αργυρή» (Argentea) με φύλλα που έχουν αργυρόχρωμες ανταύγες τη «Νάνα» (Nana με φύλλα που παρουσιάζουν αργυρόχρωμες ανταύγειες ύψος 1 περίπου μ και αργή ανάπτυξη και η Σαργέντειος (Sargentii) με κρεμάμενα κλαδιά κατάλληλη για βραχόκηπο.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι κέδροι χρειάζονται εδάφη με καλή αποστράγγιση επειδή δεν αντέχουν καθόλου τα λιμνάζοντα νερά και ηλιόλουστες τοποθεσίες. Αναπτύσσονται καλά ακόμα και σε ασβεστώδη εδάφη. Τα νεαρά δέντρα (ύψους 50-60 εκατ ) φυτεύονται στην οριστική τους θέση το φθινόπωρο ή την άνοιξη. Είναι απαραίτητο να τοποθετούνται στον πυθμένα του λάκκου πέτρες, χαλίκια κλπ ώστε να εξασφαλίζεται καλή αποστράγγιση. Όταν τα δέντρα φτάσουν σε κάποιο ύψος στηρίζονται με γερούς πασσάλους.

Πολλαπλασιασμός
οι κέδροι πολλαπλασιάζονται με σπόρο και με εμβολιασμό. Για τη σπορά που γίνεται τον Απρίλιο σέ προφυλαγμένο μέρος χρησιμοποιούνται οι σπόροι των κώνων που χρειάζονται 2 χρόνια για να ωριμάσουν. Όταν τα μικρά φυτά φτάσουν σε ύψος 10 περίπου εκατ φυτεύονται σε φυτώριο όπου θα μείνουν για 3-4 χρόνια πριν φυτευτούν στην οριστική τους θέση.
Οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται με εγκεντρισμό (πλευρικό σε σφήνα ) την άνοιξη. Τα κεντράδια παίρνονται από κλαδιά του χρόνου. Σαν υποκείμενα χρησιμοποιούνται δενδρύλλια ηλικίας 1-2 χρόνων.

Κλάδεμα
Στα νεαρά δέντρα είναι απαραίτητο να διατηρηθεί ένας μόνο κύριος βλαστός. Αν διακλαδίζεται το φθινόπωρο κόβεται το λιγότερο αναπτυγμένο κλαδί. Αν θέλει κανείς να περιορίσει την ανάπτυξη του δέντρου μπορεί να κόψει στα τέλη του χειμώνα τα πιο χαμηλά κλαδιά από τη βάση τους χωρις να αφήσει κομμάτια και χωρίς να πειράξει τα πιο αναπτυγμένα κλαδιά.

Κυπαρίσσι ή Κυπάρισσος(Cupressus)

Κυπαρίσσι ή Κυπάρισσος(Cupressus)

Οικογένεια :Κυπαρισσίδες (Cupressaceae)


Εντυπωσιακά 12 μέτρα κυπαρίσσια δουλεμένα.
Γένος που περιλαμβάνει 20 περίπου είδη αειθαλών κωνοφόρων που κατάγονται από τις εύκρατες ζώνες του βόρειου ημισφαιρίου. Πρόκειται για δέντρα με μέσο ύψος και συμπαγή «κόμη» σε σχήμα κολόνας. Τα φύλλα λεπιοειδή και τριγωνικά καλύπτουν εντελώς τα κλαδιά. Οι κώνοι τα λεγόμενα κυπαρισσόμηλα έχουν στρογγυλωπό σχήμα και αγκαθωτά λέπια. Τα κυπαρίσσια σε μερικές περιοχές παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του τοπίου : αν τοποθετηθούν σε πυκνές σειρές αποτελούν ιδεώδεις φράχτες ή ανεμοθραύστες. Το ξύλο σκληρό κι αρωματικό χρησιμοποιείται στην ξυλουργική.
Είδη και ποικιλίες
Κυπάρισσος του Κασμίρ ( Cupressus cashmeriana). Το είδος αυτό που κατάγεται από την Ινδία είναι ανθεκτικό στις χώρες της Μεσογείου. Έχει σχήμα πυραμίδας με κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά και φτάνει σε ύψος 15μ.
Κυπάρισσος η λεία (Cupressus glabra)
Ανθεκτικό είδος που κατάγεται από την Αριζόνα και φτάνει σε ύψος 15μ. Έχει κωνική «κόμη» παχύ πορφυρόχρωμο φλοιό που ξεκολλάει σε πλάκες και μικρά, γκριζογάλαζα φύλλα. Τα κυπαρισσόμηλα έχουν πορφυροκάστανο χρώμα.
Κυπάρισσος η μακρόκαρπη (Cupressus macrocarpa). Το είδος αυτό που κατάγεται από την Καλιφόρνια είναι γνωστό και με τ’ονομα Κυπαρίσσι του Μοντερέη. Είναι ανθεκτικό στις παραθαλάσσιες περιοχές όπου συχνά φυτεύεται για να σχηματίσει ανεμοθραύστες. Το σχήμα του στην αρχή είναι κιονωτό αλλά όταν το δέντρο γεράσει γίνεται πλαγιόκλαδο. Τα φύλλα έχουν βαθυπράσινο χρώμα κι είναι αρωματικά. Εξάλλου ο φλοιός είναι καστανέρυθρος και τα κυπαρισσόμηλα ενωμένα σε ομάδες κατά μήκος των βλαστών. Απ’αυτό το είδος καλλιεργείται συχνά η ποικιλία Κυπάρισσος η μαυρόκαρπος ποικ.Λαμπερτιάνα (Cupressus macrocarpa «Lambertiana») από την οποία προέρχεται η άλλη ονομασία του Κυπαρισσιού του Λάμπερτ. Η ποικιλία «Χρυσόχρωμη Ντόναλντ» (Donald Gold) έχει γρήγορη ανάπτυξη και χρυσαφί φύλλωμα.

Χιλιάδες κυπαρίσσια ( Cupressus sempervirens) σε παραγωγή.
 Κυπάρισσος ο αειθαλής (Cupressus sempervirens). Ανθεκτικό είδος που κατάγεται από τις μεσογειακές περιοχές και φτάνει σε ύψος 20-40μ. Σε νεαρή ηλικία η κόμη του είναι μυτερή για να γίνει κιονωπή και στρογγυλή στην κορυφή όταν το δέντρο γεράσει. Τα φύλλα είναι βαθυπράσινα και τα κυπαρισσόμηλα καστανότεφρα.

Τεχνική της καλλιέργειας
Τα κυπαρίσσια προσαρμόζονται σ’όλα τα βαθιά και καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη. Αντέχουν ακόμα και σε ένα ορισμένο βαθμό ξηρασίας με εξαίρεση την Κυπάρισσο τη μακρόκαρπη (C.macrocarpa). Φυτεύονται (καλό θα είναι να χρησιμοποιηθούν νεαρά δενδρύλλια ύψους 60-70 εκατ τον Οκτώβριο –Νοέμβριο ή τον Μάρτιο –Απρίλιο σε προσήλιες θέσεις.


Φράχτης απο κυπαρίσσια μεθοδικά κουρεμένα.
Πολλαπλασιασμός Πολλαπλασιάζεται με σπόρους, μοσχεύματα και καταβολάδες. Η σπορά γίνεται την άνοιξη σε κρύο κασόνι. Τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε γλάστρες διαμέτρου 8-9εκατ. που είναι παραχωμένες στο ύπαιθρο ή μεταφυτεύονται σε φυτώριο. Τον επόμενο χρόνο φυτεύονται στην οριστική τους θέση. Ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα που είναι πιο κατάλληλος για τις ποικιλίες γίνεται το φθινόπωρο. Τα μοσχεύματα (μήκους 10 περίπου εκατ) κόβονται από τα πλευρικά κλαδιά μαζί με ένα κομμάτι παλιού ξύλου και τοποθετούνται για να ριζώσουν σε ένα μείγμα από άμμο και τύρφη. Στη συνέχεια φυτεύονται όπως και τα νεαρά φυτά.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες.
Τα κυπαρίσσια μπορούν να προσβληθούν από αφίδες και ακάρεα που προκαλούν το μαρασμό τους. Για τις αφίδες γίνονται ψεκασμοί με βάση τη νικοτίνη και στις πιο σοβαρές περιπτώσεις Μαλαθείο. Κατά των ακάρεων η καταπολέμηση με χημικά προιόντα είναι αντίθετα πολύ δύσκολη γιατί αυτές οι μικρές αράχνες βρίσκουν συχνά καταφύγιο στα «μάτια» και στις σχισμές του φλοιού καθώς επίσης γιατί έχουν μεγάλη ικανότητα να εθίζονται στα εντομοκτόνα.
Τα κυπαρίσσια μπορούν επίσης να προβληθούν και από την τεφρά σήψη που συνήθως προσβάλλει τα νεαρά δενδρύλλια της Κυπάρισσου της μακρόκαρπης (C.macrocarpa) και της Κυπάρισσου της αειθαλούς (C.sempervirens). Πάνω στα προσβλημένα μέρη σχηματίζεται μια γκριζωπή σήψη. Για την καταπολέμηση των ασθενειών αυτών έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικοί οι ψεκασμοί με βορδιγάλειο πολτό, TMTD και Κάπταν.

Σημ. Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό άλμπουμ των ιδρυτών από επισκέψεις-προσκλήσεις σε μεγάλες ευρωπαικές φυτωριακές μονάδες.

ΣΦΕΝΔΑΜΙΑ - ΣΦΕΝΤΑΜΙΑ


Acer platanoides Crimson King

ΑΚΕΡ (Acer)

Οικογένεια Ακερίδες (Aceraceae) κν. Σφεντάμι ή σφοντάμνι. Είναι ο Σφένδαμος των αρχαίων Ελλήνων
Γένος που περιλαμβάνει 200 είδη συνήθως φυλλοβόλων δέντρων ή θάμνων που είναι διαδομένα σ’ολο το βόρειο ημισφαίριο. Καλλιεργούνται για το όμορφο φύλλωμα τους. Τα φύλλα είναι παλαμαοειδή συνήθως με 5 λοβούς και παίρνουν πολύ ζωηρά φθινοπωρινά χρώματα (πορφυρό, πορτοκαλί, μπρούτζινο κλπ). Η ιδιότητα αυτή απαντάται κυρίως στα είδη του Άκερ που κατάγονται από την Ιαπωνία, την Κίνα και την Αμερική. Τα είδη αυτά συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα στα πιο διακοσμητικά καλλωπιστικά δέντρα και θάμνους. Τα λουλούδια κίτρινα ή πράσινα ενωμένα σε ταξιανθίες δεν είναι πολύ εμφανή και έχουν μικρή διακοσμητική αξία εκτός από αυτά του Άκερ του πλατανοειδή (Acer platanoides) και τον Acer circinatum. Οι καρποί είναι χαρακτηριστικοί : σχηματίζουν «σαμάρια» και μάλιστα «δισαμάρια» με δύο πολύ αναπτυγμένα φτερά.
Τα διάφορα είδη του άκερ καλλιεργούνται για τη σημαντική διακοσμητική τους αξία μερικά όμως και για άλλους σκοπούς. Υπάρχουν είδη που χρησιμοποιείται το ξύλο τους όπως για παράδειγμα του Άκερ του πλατανοειδους (Acer platanoides) και του Άκερ του ψευδοπλάτανου (Acer psendoplatanus). Στον Καναδά υπάρχουν είδη Άκερ όπως πχ. ο άκερ ο σακχαροφόρος (Acer saccharinum) από τα οποία συλλέγεται ο χυμός και παρασκευάζεται απ’αυτόν το φημισμένο και λεπτό σιρόπι του άκερ που είναι το εθνικό ποτό των Καναδών. Μερικά ευρωπαϊκά είδη με γρήγορη ανάπτυξη χρησιμεύουν σαν δέντρα για δεντροστοιχίες (Acer pseudoplatanus, Acer platanoides). O Άκερ ο ψευδοπλάτανος σε ανεμοδαρμένες περιοχές όπως π.χ στη Σκωτία χρησιμοποιείται σαν ανεμοθραύστης.

Acer Rubrum

Είδη και ποικιλίες
Τα είδη του Άκερ είναι κατανεμημένα σε όλο το βόρειο ημισφαίριο. Τα αμερικάνικα είδη είναι συνήθως δέντρα με μεγάλες διαστάσεις και φύλλωμα που χρωματίζεται έντονα το φθινόπωρο. Αντίθετα τα είδη της Ανατολής είναι μικρότερα και έχουν πολύπλοκες μορφές και φύλλα με ωραία χρώματα. Τα ευρωπαϊκά είδη είναι γερά, εύρωστα και πολύ ανθεκτικά.

Άκερ ο πεδινός (Acer campestre). Φυτρώνει σε όλη την Ελλάδα και έχει ύψος 5-6μ και διάμετρο «κόμης» 3μ. Είναι μικρό και κομψό δέντρο διαδομένο κυρίως στις πεδινές περιοχές. Τα φύλλα του γίνονται κίτρινα το φθινόπωρο.

Άκερ ο καππαδοκικός (Acer cappadocicum). Έχει ύψος 7-9μ παλαμοειδή φύλλα με 5-7 λοβούς, λαμπερά σκούρα πράσινα που γίνονται έντονα κίτρινα το φθινόπωρο. Στην ποικιλία «Κόκκινος» (Rubrum) τα νεαρά φύλλα είναι κόκκινα ενώ στη Χρυσόχρωμη (Aureum) είναι κίτρινα που γίνονται πράσινα και κατόπιν πάλι κίτρινα το φθινόπωρο.

Acer circinatum .Είναι ένα από τα μικρότερα είδη (ύψος 6μ) και έχει ανάπτυξη πλαγιόκλαδη (η διάμετρος της κόμης του είναι 6μ). Τα φύλλα του έχουν 7-9 λοβούς είναι σχεδόν στρογγυλά και το φθινόπωρο κόκκινο και πορτοκαλιά. Τα λουλούδια του έχουν λευκά πέταλα και πορφυρά σέπαλα και είναι ενωμένα σε ανθοταξίες. Ανοίγουν τον Απρίλιο και είναι αρκετά διακοσμητικά.

Άκερ ο δαβίδειος (Acer davidii) Δέντρο με ποικίλη ανάπτυξη με οριζόντιους κλάδους (διάμετρος κόμης 3-4μ). Τα φύλλα του είναι ακέραια με σκούρο πράσινο χρώμα. Γίνονται κίτρινα, κόκκινα και πορφυρά το φθινόπωρο. Ο φλοιός του είναι τεφρός με λευκές ραβδώσεις.

Άκερ ο γιννάλιος (Acer ginnala). Είναι ένας συμπαγής θάμνος (ύψος μέχρι 6μ) με φύλλα τρίλοβα ωχροπράσινα που γίνονται έντονα κρεμεζιά το φθινόπωρο.

Άκερ ο νεφρόχρους (Acer griseum). Κατάγεται από την Κίνα έχει ύψος 3-4μ και διάμετρο κόμης 2,5μ. Τα φύλλα του αποτελούνται από τρια φυλλαράκια, τεφρά στην κάτω επιφάνεια που το φθινόπωρο το πιο επιφανειακό τμήμα του φλοιού που έχει το χρώμα του δέρματος αποσπάται σε μικρά κομμάτια και αποκαλύπτει τον εσωτερικό φλοιό ο οποίος έχει χρώμα καστανό-πορτοκαλί. Είναι ένα μάλλον σπάνιο είδος.

Άκερ ο γκροσέριος (Acer grosseri). Έχει ύψος 7-9μ και κιτρινοπράσινα λαμπερά φύλλα. Ο φλοιός του έχει έντονες λευκές ραβδώσεις.

Άκερ ο ιαπωνικός (Acer japonicum). Κατάγεται από την Ιαπωνία έχει ύψος μέχρι 6μ και διάμετρο «κόμης» 2,5-3μ. Τα φύλλα του είναι ωχροπράσινα παλαμοειδή με 7-11 λοβούς. Το χειμώνα αποκτούν ερυθρό χρώμα καρμινίου. Από τις ποικιλίες του οι πιο διαδομένες είναι: η «Ακανιτόφυλλη» (Acanitofolium) η οποία έχει πολύ μακριούς και στενούς λοβούς φύλλων που το φθινόπωρο παίρνουν ωραία χρώματα : χρυσαφί, πορτοκαλί, πορφυρό (ενώ τα σαμάρια γίνονται σκωριόχρωμα με ιώδεις αποχρώσεις. Η «Χρυσόχρωμη (Aureum) με χρυσοπράσινα φύλλα η Αμπελόφυλλη (Vitifolium) με πλατιά φύλλα σε σχήμα βεντάλιας όμοια με τα φύλλα της αμπέλου.

Άκερ ο λοβέλειος (Acer lobelii). Διαδομένος στη νότια Ελλάδα έχει ύψος 8-10μ και διάμετρο κόμης 3-5μ. Έχει όρθια ανάπτυξη και φύλλα παλαμοειδή με 3-5 λοβούς και σκούρο πράσινο χρώμα.

Άκερ ο μομπελλιανός (Acer monspessulnum). Είναι ένας θάμνος ή δενδρύλλιο με τρίλοβα φύλλα διαδομένο στις μεσογειακές χώρες. Η κόμη του είναι στρογγυλωπή και σχεδόν αειθαλής.

Άκερ ο Νεγούνδιος (Acer Negundo).Λέγεται επίσης και Άκερ της Βιργινίας. Έχει ύψος 6-10μ είναι πλαγιόκλαδος με διάμετρο κόμης 6μ. Τα φύλλα του αποτελούνται από 3-5 φιλαράκια. Είναι εύκολος στην καλλιέργεια του. Οι πιο διαδομένες ποικιλίες του είναι η ποικιλόχρωμη (Variegatum) με φύλλα που έχουν λευκές κηλίδες και η Χρυσόχρωμη (Aureum) με φύλλα χρυσοκίτρινα.

Άκερ ο νικοένσιος (Acer nikoense). Μικρό δέντρο μέγιστο ύψος 5μ με αργή ανάπτυξη. Τα φύλλα του το φθινόπωρο παίρνουν ένα ωραίο βαθύ κόκκινο χρώμα.

Άκερ ο παλαμοειδής (Acer palmatum). Κατάγεται από την Ιαπωνία. Είναι δενδρύλλιο με ύψος 4-5μ και διάμετρο κόμης 2,5μ. Η κόμη του είναι στρογγυλωπή. Τα φύλλα του έχουν 5-7 λοβούς και πολύ λεπτές διαιρέσεις. Το χρώμα τους είναι ωχρό πράσινο και το φθινόπωρο γίνεται κόκκινο καρμινίου. Διαδομένο στην Κίνα και σ’όλα τα νησιά της Ιαπωνίας. Το είδος αυτό έχει δημιουργήσει πολλές ποικιλίες στις οποίες ανήκουν οι Σφένδαμοι που καλλιεργούνται περισσότερο για διακοσμητικούς σκοπούς. Οι κυριότερες από αυτές τις ποικιλίες είναι : ο Μελανοπόρφυρος (Atropurpureum) ο οποίος αρέσει πολύ για το σκούρο πορφυρό χρώμα των φύλλων του που το φθινόπωρο γίνεται σχεδόν ιώδες. Ο Εντετμημένος (Dissectum) με θαμνώδη ανάπτυξη κατάλληλος για βραχόκηπο και ο Εντετμημένος Μελανοπόρφυρος που μοιάζει με την προηγούμενη ποικιλία αλλά έχει ερυθρά χαλκόχροα φύλλα. Ο Επτάλοβος παλαμοειδής Άκερ «Osakazuki» τον Οκτώβριο παίρνει χρώμα κόκκινο φωτιάς ενώ ο Επτάλοβος παλαμοειδής Ακερ Senkaki έχει κόκκινο φλοιό.

Άκερ ο πενσυλβανικός (Acer pensylvanicum). Έχει ύψος 6-8μ και είναι πιο λυγερός από τους προηγούμενους (διάμετρος κομης 2-4μ). Τα φύλλα του είναι μεγάλα με 3 λοβούς, ροζ την άνοιξη και κίτρινα το φθινόπωρο. Η φλούδα του είναι αρχικά είναι πράσινη και κατόπιν αποκτά λευκές ραβδώσεις.

Άκερ ο πλατανοειδής (Acer platanoides).Γνωστός και σαν κατσαρός Άκερ έχει ύψος 8-10μ και διάμετρο κόμης 4-6μ. Έυρωστο δέντρο με παλαμοειδή φύλλα που έχουν 5 λεπτούς λοβούς. Το φθινόπωρο γίνονται κίτρινα. Οι πρασινοκίτρινες ανθοταξίες εμφανίζονται τον Απρίλιο πριν από τα φύλλα. Από τις ποικιλίες του αναφέρουμε την «Drummondii» με φύλλα που έχουν λευκές παρυφές τη «Lacinatum» με φύλλα και λοβούς τεμαχισμένους και την Reitenbachii» με φύλλα που το φθινόπωρο παίρνουν έντονο κόκκινο χρώμα.


Άκερ ο ψευδοπλάτανος (Acer pseudoplatanus) Έχει ύψος 10μ και παρουσιάζεται σαν ένα μεγάλο δέντρο με στρογγυλωπή κόμη (διάμετρος 4-5μ). Τα παλαμοειδή του φύλλα πεντάλοβα έχουν λαμπερό πράσινο χρώμα και το φθινόπωρο κιτρινίζουν. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν ανεμοθραύστης. Από τις ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Worlei» με φύλλα κίτρινα από την άνοιξη ως τον Ιούλιο και την «Brilliantissimum» με φύλλα αρχικά ροζ έπειτα χρυσοκίτρινα και τέλος χαλκόχρωμα.

Άκερ ο ερυθρός (Acer rubrum). Έχει ύψος 3-7μ και στρογγυλωπή κόμη (διάμετρο 2,5-3μ) πεντάλοβα φύλλα με σκούρο πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια και λευκωπό στην κάτω. Υπάρχουν ποικιλίες που το φύλλωμα τους γίνεται ζωηρό κόκκινο το φθινόπωρο.

Ακερ ο σακχαροφόρος (Acer saccharinum). Ύψος 8-10μ διάμετρος κόμης 3-5μ. Είναι δέντρο με στρογγυλωπή κόμη κρεμάμενους βραχίονες και πεντάλοβα φύλλα με λαμπερό πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια και αργυρόλευκο στην κάτω. Τα φύλλα του σε μερικές ποικιλίες γίνονται χρυσοκίτρινα ή κόκκινα κατά το φθινόπωρο.

Από τις πιο διαδομένες ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Laciniatum» με έλλοβα φύλλα βαθιά διαιρεμένα την «Pyramidale« (Πυραμιδοειδή) που πήρε το όνομα της από το λιγερό σχήμα της συνών. Fastigiatum (με όρθια και πυκνά μεταξύ τους κλαδιά).

Άκερ ο ταταρικός (Acer tataricum). Είναι ένας θάμνος πυκνός (διάμετρος της κόμης 2,5μ) με αργή ανάπτυξη και ανοιχτοπράσινα φύλλα που γίνονται κίτρινα το φθινόπωρο.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι σφένδαμοι(άκερ) φυτεύονται από τον Οκτώβριο ως τον Μάρτιο σε θέσεις με μερική σκιά. Η έκθεση στον ήλιο πρέπει να είναι επαρκής για να μπορεί το φύλλωμα να παίρνει το καλοκαιρινό ή φθινοπωριάτικο χρώμα του χωρίς όμως να είναι υπερβολική. Τα είδη που καλλιεργούνται για το φθινοπωρινό χρωματισμό των φύλλων πρέπει να φυτεύονται σε μέρη προφυλαγμένα από τους ανέμους. Το έδαφος πρέπει να είναι δροσερό με καλή αποστράγγιση αλλά ταυτόχρονα να διατηρείται και υγρό. O Acer palmatum (Άκερ ο παλαμοειδής) και ο Acer japonicum (Άκερ ο ιαπωνικός) θέλουν όξινα εδάφη. Όταν τα φυτεύετε στην οριστική τους θέση μπορείτε να γεμίσετε το λάκκο με χώμα και ένα μείγμα που αποτελείται από 1/3 τύρφη και 1/3 ερεικόχωμα. Ο Άκερ ο πεδινός (Acer campestre) ανέχεται τα ασβεστώδη εδάφη.

Πολλαπλασιασμός
Τα τυπικά είδη πολλαπλασιάζονται εύκολα με σπόρο. Τον Οκτώβριο βάζετε τους σπόρους να βλαστήσουν μέσα σε ψυχρό κασόνι (υπόστρωμα) ή στην ύπαιθρο. Οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται με εμβολιασμό τον Μάρτιο πάνω σε υποκείμενα που είναι σπορόφυτα από τα τυπικά είδη.

Acer Saccharum

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Οι πιο κοινοί ζωικοί εχθροί των σφενταμιών είναι οι αφίδες, οι φυτόπτες και ο ερυθρός τετράνυχος.
Αφίδες (κν.μελίγκρες). Προσβάλλουν σχεδόν όλα τα είδη. Οι ακάλυπτες αποικίες των αφίδων καταπολεμούνται με εντομοκτόνα που έχουν σαν βάση τη νικοτίνη. Αν αντίθετα οι αποικίες καλύπτονται από φύλλα, κηκίδες κλπ πρέπει να χρησιμοποιηθεί διασυστηματικό εντομοκτόνο. Κατά την διάρκεια της χειμερινής αναπαύσεως των δέντρων γίνονται ψεκασμοί με χειμερινούς πολτούς.

Φυτόπτες. Είναι μικροσκοπικά ακάρεα που προκαλούν το σχηματισμό πολύ εμφανών κηκίδων κυρίως στα είδη Άκερ ο πεδινός (Acer campestre) και Άκερ ο ψευδοπλάτανος (Acer pseudoplatanus). Οι πιο αποτελεσματικοί ψεκασμοί είναι αυτοί που γίνονται με χειμερινό κίτρινο πολτό (με δινιτροορθοκρεζόλη) καθώς και με πολυθειούχους πολτούς λίγο πριν ανοίξουν τα μάτια.
Ερυθρός τετράνυχος. Προσβάλλει συχνά τα ιαπωνικά σφεντάμια που καλλιεργούνται σε θερμές και ξερές περιοχές. Η καταπολέμηση του γίνεται με ειδικά ακαρεοκτόνα φάρμακα. Από τις (μυκητολογικές) ασθένειες οι συνηθέστερες και πιο επικίνδυνες είναι αυτές που αναφέρονται παρακάτω :
Μαύρες κρούστες των φύλλων του σφένδαμνου. Είναι μια χαρακτηριστική ασθένεια που προσβάλλει συχνά αρκετά είδη αυτου του γένους. Προκαλείται από το μύκητα Rhytisma acerinum. Τα φύλλα που προσβάλλονται εμφανίζουν μεγάλες μαύρες κηλίδες, οι παρυφές των οποίων κιτρινίζουν το καλοκαίρι. Χρειάζεται να αφαιρείται και να καταστρέψετε τα προσβλημένα φύλλα για να εμποδίσετε τη μετάδοση της ασθένειας. Την άνοιξη θα πρέπει να ψεκαστούν τα άρρωστα δέντρα με βορδιγάλειο πολτό.
Τραχειοβελτιτσιλλίωση. Τα φύλλα και οι βλαστοί μαραίνονται και στη συνέχεια ξεραίνονται. Προκαλείται από έναν μύκητα που ζει σαν παράσιτο μέσα στα αγγεία του δέντρου και εμποδίζει την κυκλοφορία του χυμού. Πρέπει να αποφεύγεται η χρησιμοποίηση μολυσμένων δενδρυλλίων να καταστρέφονται τα άρρωστα δέντρα και να απολυμαίνεται το έδαφος.
Νέκρωση του ξύλου. Οι βλαστοί ξεραίνονται. Στη βάση του νεκρού ξύλου εμφανίζονται φλύκταινες (μικρές κηλίδες) με ροζ-κόκκινο χρώμα. Η αποξήρανση οφείλεται σε έναν μύκητα (τον Nectria cinnabarina) που προκαλεί τον εκφυλισμό του ξύλου και το καθιστά ανίκανο να μεταφέρει τον χυμό. Η καταπολέμηση πρέπει να είναι προληπτική πρέπει δηλαδή να γίνονται ψεκασμοί (με μυκητοκτόνα φάρμακα μετά από χαλαζοπτώσεις ή παγετούς που δημιουργούν πληγές (λύσεις της συνεχείας του φλοιού) μέσα από τις οποίες μπορεί να εισχωρήσει ο μύκητας. Αν τα δέντρα έχουν ήδη μολυνθεί πρέπει να αφαιρείτε έγκαιρα και να καταστρέφετε τα προσβλημένα κλαδάκια.
Εγκαύματα. Την άνοιξη παρατηρούνται πάνω στα φύλλα νεκρωτικές κηλίδες με αποχρωματισμένες παρυφές. Δεν πρόκειται για ασθένεια αλλά για μια αλλοίωση που μπορεί να οφείλεται σε διάφορες αιτίες. Συνήθως είναι ζημιές που προκαλούνται από την επίδραση του ήλιου ή του ανέμου πάνω στους τρυφερούς ιστούς. Αν τα φύλλα που έχουν προσβληθεί είναι πολλά καλύτερα να τα μαζέψετε για να μην εισχωρήσουν μέσα από αυτά διάφορα παράσιτα. Το δέντρο αντιδρά αναπτύσσοντας νέα φύλλα.
Σηψιρριζία. Οφείλεται σε ένα μύκητα (Armillariella mellea) ο οποίος προκαλεί τη σήψη (καταστροφή) των ριζών.

ΣΗΜ. Παρακαλώ αν αντιγράφετε τα κείμενά μας και τα αναδημοσιεύετε κάντε μιά αναφορά στην πηγή γραφής. Ευχαριστώ.

Τά φθινοπωρινά χρώματα της Λικιδάμβαρις (Liquidambar)


Λικιδάμβαρις (Liquidambar)
Οικογένεια : Αμαμηλίδες
(Hamamelidaceae)



Γένος που περιλαμβάνει 3 είδη ανθεκτικών φυλλοβόλων δέντρων τα οποία κατάγονται από τη Μικρά Ασία, την Άπω Ανατολή και τη βόρεια Αμερική. Στην Ευρώπη μεταφέρθηκαν τον 19ο αιώνα και διαδόθηκαν γρήγορα. Καλλιεργούνται για το φύλλωμα τους που παρουσιάζει ωραιότατα φθινοπωρινά χρώματα. Το ύψος ποικίλλει (από 10 ως 40μ) ανάλογα με το είδος. Έχουν συμμετρικό πυραμιδοειδές σχήμα και ανερχόμενα κλαδιά που στη συνέχεια γίνονται οριζόντια και στο τέλος λυγίζουν προς τα κάτω. Τα φύλλα μοιάζουν με του σφένδαμου και αποτελούνται από 5 λιγότερο ή περισσότερο οδοντωτούς λοβούς. Τα λουλούδια μόνοικα χωρίς κάλυκα και στεφάνη είναι ασήμαντα από διακοσμητική άποψη. Ανθίζει την άνοιξη και στη συνέχεια παράγει στρογγυλούς αγκαθωτούς καρπούς που μοιάζουν με του πλατάνου.
Η λικιδάμβαρις οφείλει το όνομα της στην κομμιώδη ρετσίνη που βγαίνει αν χαράξει κανείς τον κορμό της κυρίως στο είδος λικιδάμβαρις η στυρακοφόρος (L.styraciflua)
Είδη και ποικιλές
Λικιδάμβαρις η φορμοζιανή (Liqudambar formosana)
Κατάγεται από την Κεντρική Κίνη και τη Φορμόζα φτάνει σε ύψος 20-40μ. Έχει όρθιο κορμό και εξαιρετικά διακλαδισμένη «κόμη». Τα φύλλα –χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια αποτελούνται από τρεις λοβούς από τους οποίους οι δυο πλευρικοί μερικές φορές μόλις που διακρίνονται. Την άνοιξη έχουν ένα όμορφο κόκκινο χρώμα που το φθινόπωρο περνάει από το πορφυρό στο ιώδες για να γίνει τελικά μαύρο.
Λικιδάμβαρις η ανατολική (Liquidambar orientalis)
Κομψό δέντρο που κατάγεται από τη Μικρά Ασία όπου φτάνει σε ύψος 20μ ενώ στην Ευρώπη αναπτύσσεται πολύ λιγότερο. θεωρείται ως κατάλοιπο της Τριτογενούς περιόδου. Το νησί της Ρόδου είναι η μοναδική τοποθεσία στην Ευρώπη όπου εμφανίζεται το είδος Liquidambar orientalis, η Ζητιά όπως τη λένε οι Ροδίτες. Οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί του υπάρχουν στη γνωστή κοιλάδα με τις πεταλούδες αλλά υπάρχει και σε αρκετά άλλα σημεία του νησιού.
Κατά το παρελθόν έγινε μια ημιτελής προσπάθεια για την καλλιέργεια του από τον Οργανισμό Περιβάλλοντος του Δήμου Ροδίων που όμως σταμάτησε αδικαιολόγητα.
Είναι ένα πανέμορφο δέντρο που θα μπορούσε να στολίζει τα πάρκα και τους κήπους του νησιού. Μήπως έφτασε η ώρα να ξεκινήσει πάλι μια ποιό οργανωμένη προσπάθεια?
                             
Το είδος αυτό είναι κατάλληλο για εύκρατα και όχι πολύ υγρά κλίματα.
Λικιδάμβαρις η στυρακοφόρος (Liquidambar styraciflua)
Είναι το πιο ανθεκτικό είδος. Προσαρμόζεται καλά στο κλίμα της Ευρώπης γι’αυτό και καλλιεργείται περισσότερο απ’όλα τ’αλλα είδη. Κατάγεται από τις υγρές παράκτιες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών όπου μπορεί να φτάσει σε ύψος 40μ. ενώ στην Ευρώπη δεν ξεπερνά τα 20-30μ.
Έχει όρθια κλαδιά και κομψή συμμετρική «κόμη» σε σχήμα κώνου. Εκτός από το φθινοπωρινό χρώμα του φυλλώματος το είδος αυτό έχει έναν παχύ ρυτιδωμένο φλοιό με όμορφο καστανό χρώμα που δίνει στο δέντρο μια ευχάριστη εμφάνιση ακόμα και το χειμώνα όταν τα φύλλα έχουν ήδη πέσει και υπάρχουν πάνω στα κλαδιά μόνο οι καρποί. Από το ξύλο του είδους αυτού εκτός από την κομμιώδη ρητίνη εξάγεται κι ένα βάλσαμο.
Από τις πολυάριθμες ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Χρυσή» (Aurea) με φύλλα που έχουν ραβδώσεις και κηλίδες κίτρινες την «Ποικιλόχρωμη» (Variegata) της οποίας τα φύλλα έχουν υπόλευκες παρυφές ενώ το καλοκαίρι γίνονται ρόζ για να πάρουν το φθινόπωρο ένα έντονο κόκκινο χρώμα με ανοιχτόχρωμες κηλίδες. Τέλος αναφέρουμε την «Lane Roberts» που ο φλοιός της παρουσιάζει λιγότερες ρυτιδώσεις από του τυπικού είδους και παίρνει ένα όμορφο κόκκινο χρώμα κατά το φθινόπωρο.
Τεχνική της καλλιέργειας
Τα είδη του γένους Λικιδάμβαρις (Liquidambar) χρειάζονται βαθιά, γόνιμα και δροσερά εδάφη κατά προτίμηση όχι πολύ ασβεστώδη με καλή αποστράγγιση.
Η ατμοσφαιρική υγρασία ευνοεί την ανάπτυξη ενώ η υγρασία του εδάφους τονίζει τα χρώματα των φύλλων. Αν τα δέντρα φυτευτούν κοντά σε κάποιο ρυάκι και σε προσήλιες και απάνεμες θέσεις το φύλλωμα μπορεί να πάρει πολύ έντονα χρώματα.
 Τα δέντρα αυτά θα πρέπει να φυτεύονται μεμονωμένα μέσα σε χλοοτάπητες και να έχουν αρκετό χώρο στη διάθεση τους για να προσβάλλεται το όμορφο χρώμα τους. Επίσης καλό θα είναι να προστατεύονται (με φράχτες από δέντρα και κτίρια) από τους ψυχρούς ανέμους. Τα λικιδάμβαρις δεν αντέχουν τις μεταφυτεύσεις. Γι’ αυτό το λόγο τα δενδρύλλια ιδιαίτερα αν είναι κάπως μεγάλα θα πρέπει να φυτεύονται στην οριστική τους θέση με μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη μπάλα χώματος γύρω από τις ρίζες τους.
Πολλαπλασιασμός
Τα λικιδάμβαρις μπορούν να πολλαπλασιαστούν με σπόρο. Η σπορά γίνεται τον Οκτώβριο σε κρύο κασόνι. Οι σπόροι χρειάζονται περίπου 2 χρόνια για να φυτρώσουν. Τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε φυτώριο όπου καλλιεργούνται για 4-5 χρόνια πριν από το φύτεμα στην οριστική τους θέση. Ο πολλαπλασιασμός μπορεί να γίνει και με καταβολάδες οι οποίες τοποθετούνται τον Μάρτιο και χωρίζονται από το μητρικό φυτό ύστερα από 2 χρόνια για να φυτευτούν στην οριστική τους θέση.
Κλάδεμα
Προς το τέλος του φθινοπώρου είναι απαραίτητο ένα αραίωμα των πολύ πυκνών κλαδιών.

liquidambar orientalis



Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ

Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ
www.delta-trees.com

FACEBOOK

About Us

Η φωτογραφία μου
ATHENS, ATTICA GREECE, Greece
OFFICE :Square Tsokri1 & Sigrou Ave 11742 Athens - Greece EXHIBITION HALL : 28 KM Old National Road Athens – Lamias 19014 PRODUCTION: Lesini Etoloakarnanias Greece Κιν.0030/6973392234 delta-trees@hotmail.com info@delta-trees.com www.delta-trees.com

ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΑΡΘΡΑ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΑΡΘΡΑ

Φυτά και Φυτώρια στον κόσμο

Vivai piante - plantas de viveros - plantes de vivers - viveiros de plantas - bimëve çerdhe - مشاتل النباتات - растения разсадници- pépinières de plantes - Pflanzen Baumschulen - געוויקסן נערסעריז - planter planteskoler - צמחים במשתלות – puukoolides - 植物の保育園 - pembibitan tanaman- plandlanna plandaí - plöntur nurseries - 植物苗圃 - rasadnicima biljke - augu audzētavas - гадавальніка раслін - augalų medelynai - Planter barnehageplanten kwekerijenr - planten kwekerijen - meithrinfeydd planhigion - növények faiskola - розплідники рослин - گیاهان گلخانه ها - szkółki roślin - pepiniere de plante - питомники растений - постројења вртићи - растенија расадници - rastliny škôlky - rastline drevesnice - mimea vitalu - växter plantskolor – ชำพืช - bitkiler kreşler - rostliny školky - halaman nurseries - kasvien taimitarhat

Blog Archive