Search This Blog

Followers

Εταιρια - Company

Τα ΦΥΤΩΡΙΑ DELTA – TREES ΕΠΕ είναι επιχείρηση με ευρείες δραστηριότητες στον κλάδο της παραγωγής – εμπορίας - αντιπροσωπείας καλλωπιστικών φυτών και δένδρων. Σκοπός της εταιρείας είναι η προμήθεια φυτών ιδιαίτερα μεγάλης ανάπτυξης στον δημόσιο τομέα, σε φυτώρια , σε εταιρείες πρασίνου, ξενοδοχειακές μονάδες ,σε ιδιώτες ,είτε από παραγωγική διαδικασία είτε από εισαγωγές σε συνεργασία η αντιπροσωπεία με τους μεγαλύτερους οίκους του εξωτερικού. Η εταιρία DELTA – TREES ΕΠΕ διαθέτουν κάθετες μονάδες παραγωγής φυτών στη γη, σε ιδιόκτητες εκτάσεις άνω των 100.000 τμ με συνεχείς βελτιώσεις και αυξητικές τάσεις, στην ευρύτερη περιοχή του ΑΣΤΑΚΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ. Η επιχείρηση εκτός της παραγωγικής και εμπορικής διαδικασίας ειδικεύεται στην μεταμόσχευση όλων των ενηλίκων αλλά ταυτόχρονα και σπανίων δένδρων. Η περικοπή η μεταμόσχευση η μεταφορά και η εκφόρτωση αυτών των δένδρων απαιτούν συγκεκριμένες τεχνικές πού υπονοούν υψηλή τεχνογνωσία και μεγάλη εμπειρία. DELTA–TREES LTD company is a business with expanding activities in the field of production trading and representation of ornamental plants and trees. Purpose of the company is the supply of plants of high growth in the public section, in plants companies, hotel units, in faculties or from productive procedure or from imports in cooperation or represent with the biggest companies of exterior. DELTA – TREES LTD nurseries dispose integral production units of plants in owned areas over 100.000 m2 with continuous improvements and increasing tensions located in the area of Astakos Etoloakarnanias. The business except the production and trading procedure is being specialized in eradication of all the adults as well as rare trees. The retrenchment, eradication, transportation and unloading of these trees demands specific techniques which undermining high technical knowledge and big experience.

ΔΡΥΣ (Quercus), Oak

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010 0 σχόλια


ΔΡΥΣ(Quercus)
Οικογένεια :Φηγίδες (Fagaceae)
Κοινό όνομα : βαλανιδιά,βελανιδιά
Γένος που περιλαμβάνει περισσότερα από 400 είδη αειθαλών ή φυλλοβόλων και γενικά ανθεκτικών στο κρύο δέντρων και θάμνων. Είναι πολύ διαδομένα στις εύκρατες περιοχές μερικά ευδοκιμούν ακόμα και στις ορεινές ζώνες των τροπικών περιοχών. Οι βαλανιδιές έχουν σκληρό ξύλο και συνήθως αποκτούν μεγάλες διαστάσεις (φτάνουν εύκολα τα 50μ ύψος ) είναι επίσης πολύ μακρόβια (υπάρχουν δέντρα που η ηλικία τους ξεπερνά τα 500 χρόνια). Τα φύλλα σχεδόν πάντα έλλοβα έχουν διάφορα σχήματα και ακέραιες ή οδοντωτές παρυφές όσο για το χρώμα τους κυμαίνεται σε διαφορετικούς τόνους του πράσινου ανάλογα με το είδος –συχνά αποκτά όμορφες αποχρώσεις κατά το φθινόπωρο. Τα λουλούδια είναι μονογενή πάνω στο ίδιο δέντρο δηλαδή υπάρχουν «θηλυκά» και «αρσενικά». Τα πρώτα είναι πράσινα και ασήμαντα από διακοσμητική άποψη και τα δεύτερα κίτρινα και ενωμένα σε κρεμάμενους στύλους που καλύπτονται μ’ένα απλό χνούδι. Τα λουλούδια εμφανίζονται μαζί με τα πρώτα φύλλα αργά την άνοιξη. Οι καρποί, τα κοινά βαλανίδια είναι λείοι και γυαλιστεροί και καλύπτονται ενμέρει από ένα λείο κύπελλο ρυτιδωμένο ή αγκαθωτό διαμέσου του οποίου είναι προσκολλημένοι πάνω στα κλαδιά. Το ξύλο μερικών ειδών βαλανιδιάς χρησιμοποιείται στην ξυλουργική γιατί είναι πολύ ανθεκτικό και καλής ποιότητας. Εξαιτίας των μεγάλων τους διαστάσεων τα δέντρα που προορίζονται για διακοσμητικούς σκοπούς είναι κατάλληλα για πάρκα και μεγάλους κήπους.


Αριά ( Quercus Ilex) 300 ετων στήν Ικαρία
Είδη και ποικιλίες
Φυλλοβόλα
Δρύς η κήρρις (Quercus cerris). Κοινά ονόματα :ρουπάκι, δέντρο, τσέρρο, μικρή βαλανιδιά, άγρια βαλανιδιά. Πολύ ανθεκτικό είδος με γρήγορη ανάπτυξη καταγόμενο από τη Νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 30-35μ και ωοειδή, έλλοβα φύλλα. Η κόμη του ωοειδής στην αρχή τείνει μάλλον προς το σχήμα της πυραμίδας καθώς περνούν τα χρόνια. Τα κύπελλα των καρπών φέρουν κατσαρά λέπια.
Δρύς η κόκκινη (Quercus coccinea). Εύρωστο δέντρο με ύψος 10-15μ και διάμετρο κόμης 8-12. Τα φύλλα του γίνονται κόκκινα κατά το φθινόπωρο.
Δρύς η φαρνέττο (Quercus farnetto). Κατάγεται από την νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 30-40 εκατ. πυκνή κόμη και μακριά έλλοβα φύλλα με πολύ κοντούς μίσχους.
Δρύς η ελλόβιος (Quercus palustris). Το είδος αυτό που κατάγεται από τις δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες έχει κωνικό σχήμα και αναπτύσσεται σε βαλτώδη εδάφη.
Δρύς η έμμισχος (Quercus pedunculata).Κοινά ονόματα: δέντρο, δρύς, ρένια, ροτσόκι, ρουπάκι. Κατάγεται από τις χώρες της Μεσογείου και τον Καύκασο και είναι διαδομένη σ’ολη την Ευρώπη τη βόρεια Αφρική και τη Μικρά Ασία.
Έχει μέχρι και 50μ ύψος στρογγυλή, απλωτή κόμη οριζόντια κλαδιά και επιμήκη, έλλοβα φύλλα με κοντό μίσχο. Είναι μακρόβιο δέντρο (ζει μέχρι και 400 χρόνια) που συχνά αποκτά μεγάλες διαστάσεις (το πλάτος του κορμού φτάνει τα 3μ και η προβολή της κόμης τα 300μ2 ). Το είδος αυτό προτιμά τα υγρά και δροσερά εδάφη.
Δρύς η χνοώδης (Quercus pubescens). Κατάγεται από την νότια Ευρώπη και τη Μικρά Ασία. Έχει ύψος 10-15μ και έλλοβα φύλλα συχνά καρδιόσχημα στη βάση. Τα νεαρά κλαδιά οι νευρώσεις της κάτω επιφάνειας των φύλλων και το κύπελλο του καρπού φέρνουν ένα κιτρινωπό χνούδι.
Δρύς η άμισχος (Quercus sessiflora). Κοινά ονόματα : δέντρο, δεντρούλι, δρυς, γρανιτσιά ρουπάλι. Λέγεται και Δρύς η πετραία (Quercus petraea). Κατάγεται από τη νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 20-30μ απλωτή κόμη και άμισχα λουλούδια και καρπούς.
Αειθαλή
Δρύς η κοκκοφόρος (Quercus coccifera). Κοινά ονόματα :πουρνάρι, πρινάρι απρινιά, κατσιπρινιά, κατσοπούρναρο, κατσικοπούρναρο. Φουντωτός θάμνος που κατάγεται από τις χώρες της Μεσογείου. Έχει ύψος το πολύ μέχρι 3μ και μικρά δερματώδη φύλλα με οδοντωτές και αγκαθωτές παρυφές.
Δρύς η ίληξ (Quercus illex).Κοινά ονόματα : Αριά,άρεος, ασίλακας (Κρήτη), κλαδί (Χαλκιδική).Δέντρο πολύ διαδομένο στα δάση των μεσογειακών περιοχών απ’οπου και κατάγεται. Έχει ύψος γύρω στα 20-25μ στρογγυλωπή κόμη και λογχοειδή, γυαλιστερά δερματώδη φύλλα. Αντέχει την ξηρασία και τα στεγνά, βραχώδη εδάφη και έχει σκληρό και βαρύ ξύλο κατάλληλο για την ξυλουργική.
Δρύς η φελλόδρυς (Quercus suber). Τυπική βαλανιδιά της Μεσογείου η οποία αναπτύσσεται επίσης και στις ακτές της Πορτογαλίας και του Μαρόκου που βρίσκονται στον Ατλαντικό. Το ύψος της δεν ξεπερνά τα 15μ ενώ η διάμετρος του κορμού της φτάνει τα 5μ. Ο κορμός καλύπτεται από έναν παχύ φλοιό που διασχίζεται από βαθιές αυλακώσεις απ’οπου λαμβάνεται ο φελλός. Η «κόμη» είναι πλατιά, ακανόνιστη και αραιή. Τα φύλλα μικρά, ωοειδή και δερματώδη με κυματοειδής παρυφές και μυτερές άκρες είναι γυαλιστερά και σκουροπράσινα στην πάνω επιφάνεια και στην κάτω γκρίζα και χνουδωτά. Η φελλόδρυς θέλει κλίματα υγρά και ζεστά, θέσεις φωτεινές και εδάφη κατά προτίμηση πυριτολιθικά και όξινα (δεν αντέχει τα ασβεστολιθικά).
Η συγκομιδή του φελλού αρχίζει όταν το δέντρο φτάσει σε ηλικία 30-35 χρόνων (το ύψος και η περίμετρος του κορμού θα πρέπει να κυμαίνεται γύρω 1,80μ και 60εκατ αντίστοιχα). Από τον πρώτο φλοιό ο οποίος είναι ζαρωμένος και ασύμμετρος παράγεται φελλός κατώτερης ποιότητας που ονομάζεται αρσενικός φελλός. Ο φλοιός ξανασχηματίζεται και όταν αποκτήσει το επιθυμητό πάχος (3-4εκατ) αφαιρείται και πάλι- ο φελλός που παράγεται πιο λεπτός και πιο λείος ονομάζεται ευγενής φελλός. Στο βιολογικό της κύκλο (περίπου 150 χρόνια) μια καλή φελλόδρυς μπορεί να δώσει μέχρι 200 κιλά φελλού (5-6 κιλά στα πρώτα χρόνια και 20-30 όταν βρίσκεται στην εποχή της πλήρους παραγωγής της.
Δρύς η Μακεδονική βελανιδιά: Quercus Macedonica.- Quercus trojana
Είναι ένα είδος που οι ειδικοί το τοποθετούσαν αρχικά στην Μακεδονία και την Ήπειρο. Προς ευχάριστη έκπληξη όμως το συναντούμε και στο Ξηρόμερο, κυρίως στον πυρήνα του βελανιδοδάσους Πρόδρομος – Αγράμπελο, κτλ. Αναπαράσταση από Μακεδονική βελανιδιά (Quercus Macedonica) ήταν και το από χρυσό στεφάνι δρυός του Φιλίππου Β' Βασιλιά της Μκεδονίας και πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Τεχνική της καλλιέργειας
Οι απαιτήσεις των δέντρων αυτών ποικίλλουν ανάλογα με το είδος. Γενικά καλό θα είναι να τις φυτεύετε σε αρκετά μεγάλους χώρους και σε εδάφη με καλή αποστράγγιση. Οι βαλανιδιές προτιμούν τις ηλιαζόμενες θέσεις αλλά αντέχουν και σε σχετικά σκιερές. Φυτεύονται το φθινόπωρο ή στις αρχές της ανοίξεως. Κατά τα πρώτα χρόνια ο εμπλουτισμός του εδάφους με κοπριά ή φυτόχωμα είναι χρήσιμος για τα περισσότερα είδη. Για να σχηματίσετε φράχτες για παράδειγμα από αριά, φυτεύετε τα δέντρα σε απόσταση 60-80 εκατ το ένα από το άλλο και έπειτα κόβετε τις κορυφές για να βοηθήσετε το σχηματισμό των πλευρικών διακλαδώσεων. Επίσης για να διατηρήσετε τους φράχτες στις διαστάσεις που θέλετε πρέπει να τους κλαδεύετε κάθε χρόνο κατά τον Μάρτιο. Εξάλλου για να κρατάτε πάντα καθαρό και μόνο ένα στέλεχος κόβετε τον Φεβρουάριο τα πλευρικά κλαδιά των μικρών δέντρων (ηλικίας 2-3χρόνων)

10.000 Δρύς η ίληξ (Quercus illex)
στούς χώρους παραγωγής μας.
Πολλαπλασιασμός Γενικά ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο. Οι σπόροι διατηρούν τη βλαστητική τους ικανότητα για μικρό χρονικό διάστημα και γι’αυτό η σπορά θα πρέπει να γίνεται μέσα σε διάστημα το πολύ 2μηνών από τη στιγμή της συγκομιδής το φθινόπωρο στο ύπαιθρο σε γλάστρες ή σε κασόνια. Το επόμενο φθινόπωρο τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε φυτώριο και μετά 2-3 χρόνια φυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Άλλα είδη Δρυός τα περισσότερα τα οποία συναντούμε κυρίως στις Η.Π.Α – Μεξικό - Κίνα είναι τα εξής.

Quercus alba, Quercus aliena Quercus arizonica Quercus austrina Quercus berberidifolia Quercus bicolor Quercus boyntonii Quercus carmenensis Quercus chapmanii Quercus chihuahuensis Quercus cornelius-mulleri Quercus copeyensis Quercus dalechampii  Quercus depressipes Quercus deserticola Quercus dilatata Quercus douglasii Quercus dumosa Quercus durata Quercus engelmannii Quercus faginea Quercus furuhjelmi Quercus fusiformis Quercus gambelii Quercus garryana Quercus geminata Quercus glaucoides Quercus grisea Quercus havardii Quercus hinckleyi Quercus hondurensis Quercus insignis Quercus intricata Quercus john-tuckeri Quercus laceyi Quercus lanata Quercus leucotrichophora Quercu obata Quercus lusitanica Quercus lyrata Quercus macrocarpa Quercus mohriana Quercus michauxii Quercus minima Quercus mongolica Quercus muehlenbergii Quercus oblongifolia Quercus oglethorpensis Quercus oleoides Quercus peduncularis Quercus petraea Quercus polymorpha Quercus prinoides Quercus prinus Quercus pubescens Quercus pungens —Quercus rugosa Quercus sadleriana Quercus stellata Quercus toumeyi Quercus turbinella Quercus vaseyana Quercus virginiana Quercus canariensis Quercus dentata Quercus frainetto Quercus macranthera Quercus pontica Quercus pyrenaica Quercus vulcanica Quercus acutissima Quercus alnifolia Quercus calliprinos Quercus castaneifolia Quercus infectoria Quercus libani Quercus macrolepis Quercus semecarpifolia Quercus variabilis Quercus cedrosensis Quercus chrysolepis Quercus palmeri Quercus tomentella Quercus vaccinifolia Quercus arkansana Quercus buckleyi Quercus canbyi Quercus castanea Quercus coccinea Quercus costaricensis Quercus cualensis Quercus depressa Quercus eduardii Quercus ellipsoidalis Quercus emoryi Quercus falcata Quercus gravesii Quercus graciliformis Quercus georgiana Quercus hintoniorum Quercus hirtifolia Quercus humboldtii Quercus hypoleucoides Quercus hypoxantha Quercus ilicifolia Quercus iltisii Quercus imbricaria Quercus incana Quercus inopina Quercus kelloggii Quercus laevis Quercus laurifolia Quercus laurina Quercus marilandica Quercus myrtifolia Quercus nigra Quercus pagoda Quercus parvula Quercus phellos Quercus pumila Quercus rapurahuensis Quercus rhysophylla Quercus salicifolia Quercus sapotifolia Quercus shumardii Quercus tardifolia Quercus texana Quercus wislizeni Quercus xalapensis Quercus albicaulis Quercus argentata Quercus argyrotricha Quercus augustinii Quercus austrocochinchinensis Quercus austroglauca Quercus bella Quercus blakei Quercus camusiae Quercus championii Quercus chapensis Quercus chevalieri Quercus chingsiensis Quercus chungii Quercus daimingshanensis Quercus delavayi Quercus delicatula Quercus dinghuensis Quercus disciformis Quercus edithiae Quercus elevaticostata Quercus fleuryi Quercus gambleana Quercus gemelliflora Quercus gilva Quercus glauca Quercus helferiana Quercus hondae Quercus hui Quercus hypophaea Quercus jenseniana Quercus jinpinensis Quercus kerrii Quercus kiukiangensis Quercus kouangsiensis Quercus lamellosa Quercus lineata Quercus litoralis Quercus litseoides Quercus lobbii Quercus longinux Quercus lowii Quercus lungmaiensis Quercus merrillii,Quercus motuoensis Quercus multinervis Quercus myrsinifoliaQuercus neglecta, Quercus ningangensis Quercus obovatifolia Quercus oxyodon, Quercus phanera,,Quercus poilanei,, Quercus rex Quercus salicina.Quercus saravanensis Quercus schottkyana,Quercus semiserrata Quercus sessilifolia  Quercus sichourensis Quercus stenophylloides, Quercus stewardiana Quercus subhinoidea Quercus subsericea Quercus thorelii Quercus tomentosinervis Quercus treubiana,Quercus yingjiangensis.

| | edit post

ΕΛΙΑ (Olivo) - Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europea)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010 1 σχόλια



ΕΛΙΑ  Καβουσίου - Αζοριά  Κρήτης. με περίμετρο κορμού
14,25 μέτρα.Ισως η μεγαλύτερη σε μέγεθος Ελιά στόν κόσμο. 
 ΕΛΙΑ (Olivo-Ulivi-OliveTree)

Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europaea)
Οικογένεια : Ελαίδες (Oleaceae)
Η ελιά είναι ένα δέντρο που απαντά σ’ολες τις μεσογειακές χώρες. Κατάγεται από τη Μικρά Ασία απ’οπου και διαδόθηκε σε όλες τις χώρες που έχουν ζεστά και ξερά καλοκαίρια και ήπιους χειμώνες. Σήμερα οι χώρες με την μεγαλύτερη παραγωγή λαδιού είναι η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Τυνησία και η Πορτογαλία. Η καλλιέργεια της ελιάς επεκτείνεται και στην αμερικανική ήπειρο ιδιαίτερα στην Καλιφόρνια.

ΕΛΙΑ Βουβών Χανίων Κρήτης. με περίμετρο κορμού 8.05 μέτρα.
Η μεγαλύτερη σε ηλικία Ελιά στόν κόσμο 3.500-5.000 χρόνων.

 Καλλιεργείται σε όλες τις εύκρατες –ζεστές ζώνες για τους καρπούς της που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή λαδιού και για άμεση κατανάλωση (επιτραπέζιες ελιές). Στη δεύτερη περίπτωση οι ελιές υπόκεινται σε διάφορες επεξεργασίες για να καταστούν εδώδιμες.
Η συγκομιδή της ελιάς πριν ή μετά την πλήρη ωρίμανση της και η διαδικασία που ακολουθείται για να γίνει εδώδιμη επιτρέπουν την επίτευξη δύο τύπων προϊόντος πράσινες και μαύρες ελιές. Από την ελιά χρησιμοποιούνται επίσης τα φύλλα στα οποία αποδίδονται αντιπυρετικές ιδιότητες και το ξύλο που χρησιμοποιείται στην ξυλουργική και την επιπλοποιία.

Είδη και ποικιλίες
Το είδος Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europaea) περιλαμβάνει δύο υποείδη : Ελαία η ευρωπαϊκή ήμερος ή εδώδιμος (Olea europaea sativa) που είναι η καλλιεργούμενη ελιά και Ελαία η ευρωπαϊκή αγρία (Olea europaea oleaster) κοινώς αγριλιά, αγριλιός, αγρίλι, γριλολιά (Κέρκυρα), κοσίνη (Άνδρος), κόστινος (Αίγινα) η οποία είναι αυτοφυές δέντρο ύψους 5-6μ με αγκαθωτά κλαδιά και μικρούς μελανέρυθρους καρπούς.
Η ήμερη ελιά είναι αειθαλές δέντρο ύψους 20 περίπου μ. με κορμό γεμάτο κόμπους συχνά συστραμμένο και καλυμμένο από έναν γκριζωπό φλοιό. Στη βάση του κορμού εξάλλου (αλλά και πιο πάνω) υπάρχουν διάφορα εξογκώματα (γόγγροι, δρόγγοι ή βυζιά). Τα κλαδιά συστραμμένα κι αυτά φέορυν λογχοειδή γκριζοπράσινα περγαμηνοειδή φύλλα. Τα νεαρά κλαδιά είναι πράσινα και εύκαμπτα. Τα άνθη εμφανίζονται ενωμένα σε άσπρες φοβοειδείς ταξιανθίες μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου σε κλαδιά ενός χρόνου. Οι καρποί ωοειδείς δρύπες έχουν συνήθως πράσινο κοκκινωπό ιώδες ή μαυριδερό χρώμα και αποτελούνται από τη σάρκα καθώς από ένα ξυλώδες τμήμα (πυρήνας) που βρίσκεται στο κέντρο. Οι ελιές ωριμάζουν ανάλογα με το κλίμα από τον Σεπτέμβριο ως τον Ιανουάριο. Έχει διαπιστωθεί ότι μόνο το 1-2% των γονιμοποιημένων λουλουδιών δένουν καρπό ενώ τα άλλα πέφτουν. Η ελιά μπορεί να ζήσει πολλές εκατοντάδες χρόνια. Στη χώρα μας καλλιεργούνται διάφορες ποικιλίες ελιάς από τις οποίες αναφέρουμε τις πιο σημαντικές κατατάσσοντας τις σε ομάδες ανάλογα με τον τόπο καλλιέργειας : Πελοποννήσου : κορωνέικη Αλαγωνίας, νερολιά, ματσολιά, καρυδολιά, αητονύχι, Καλαμών. Κερκύρας : λιανολιά, πικρολιά, στρυφτολιά, τρυτσολιά, αναποδολιά, στρουμπουλολιά, γαιδουρολιά, αετονυχολιά, χονδρολιά, καλοκαιρίδα, μελολιά, γλυκολιά.
Λευκάδας : ασπρολιά, μαυρολιά.
Κρήτης : κορωνέικη, λιανολιά, χονδρολιά, μηλοελιά, μουρατοελιά, τσουνάτη, καλυμπάτη.
Στερεάς Ελλάδος : Αθηναική κολυμπάδα ή καρυδολιά, καλαματιανή, μεγαρίτικη, βολιώτικη, κορωνείκη, δαμασκηνάτη, Αμφίσσης, καθρέικη.
Λέσβου: κολοβή ή βαλανολιά, αδραμυτινή ή μηλολιά ή περαική, λαδολιά ή ασπρολιά ή καλολιά ή ρουπαδιά.
Τεχνική της καλλιέργειας
Πρόκειται για δέντρα που προσαρμόζονται και σε φτωχά, πετρώδη, ξερικά και ασβεστώδη εδάφη. Για το λόγο αυτό οι ελιές φυτεύονταν από παράδοση στις πιο αφιλόξενες ζώνες. Ωστόσο καλό θα είναι να θυμάστε πως για να έχετε καλή παραγωγή θα πρέπει να καλλιεργείτε την ελιά σε γόνιμα, δροσερά και καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη επειδή δεν αντέχει τα λιμνάζοντα νερά. Οι πιο κατάλληλες θέσεις είναι οι πλαγιές που βλέπουν προς το νότο και προστατεύονται από τους βόρειους ανέμους. Η ελιά είναι ανθεκτική στην ξηρασία αλλά κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής της μπορεί να χρειαστεί μερικά ποτίσματα αν παρατηρηθούν μακρές περίοδοι ανομβρίας. Το φύτεμα γίνεται κατά προτίμηση το φθινόπωρο αλλά στις πιο ψυχρές περιοχές μπορεί να γίνει κα την άνοιξη. Τα δενδρύλλια μπορούν να φυτευτούν και με γυμνή ρίζα αλλά καλύτερα είναι να φυτεύονται με μπάλα χώματος. Πριν από το φύτεμα θα πρέπει να σκάψετε σε βάθος το έδαφος και να εμπλουτίσετε με άφθονη κοπριά και φωσφοροκαλιούχα λιπάσματα. Ανοίγετε αρκετά μεγάλους λάκκους (τουλάχιστον 60Χ60Χ60) και τοποθετείτε μέσα σ’αυτούς τα δενδρύλλια με προσοχή για να μην καταστραφούν οι ρίζες. Φροντίστε επίσης να αφήσετε έξω από το χώμα το σημείο του εμβολιασμού. Στη συνέχεια γεμίζετε το λάκκο με το χώμα που βγάλατε απ’αυτόν και το πατάτε γερά γύρω από τις ρίζες.
Κάθε χρόνο θα πρέπει να ρίχνετε διάφορα λιπάσματα κυρίως αζωτούχα σε βάθος 15-20 εκατ.

ΕΛΙΑ στό Σαμωνά Χανίων Κρήτης. με περίμετρο κορμού 12.90 μέτρα
σέ ύψος 0.90 cm . Ξεκινάει με έναν κορμό και διακλαδώνεται με αρκετούς
εντυπωσιακούς κορμούς από πολύ χαμηλά στη βάση  . 
Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός με σπόρο χρησιμοποιείται γενικά μόνο για την παραγωγή σπορόφυτων υποκειμένων γιατί τα δενδρύλλια που προέρχονται από σπόρο αναπτύσσονται πολύ αργά και δεν αντέχουν πολύ στην ξηρασία. Οι σπόροι αφού στρωματωθούν μέσα σε άμμο για ενάμισι περίπου χρόνο σπέρνονται την άνοιξη. Τα μικρά φυτά μεταφυτεύονται μόλις βγάλουν 6-8 φύλλα και ένα χρόνο αργότερα μπορούν να εμβολιαστούν.
Καλά αποτελέσματα δίνει ο πολλαπλασιασμός με μόσχευμα επειδή τα κλαδιά της ελιάς ριζώνουν εύκολα. Στην περίπτωση αυτή μπορείτε να κόψετε μικρά κλαδιά που τα φυτεύετε απευθείας σε φυτώριο και στη συνέχεια όταν ριζώσουν θα τα μεταφυτεύετε στην οριστική τους θέση. Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε μοσχεύματα μήκους 30-40εκατ που τα κόβετε το χειμώνα από κλαδιά ηλικίας 3-4 χρόνων και τα διατηρείτε μέσα σε άμμο μέχρι την άνοιξη οπότε τα φυτεύετε σε φυτώρια και σε οριζόντια θέση. Τα μοσχεύματα σχηματίζουν ρίζες και βλαστούς από τους οποίους διατηρείτε μόνον τον πιο εύρωστο. Αφήνετε τα μικρά δέντρα στο φυτώριο για μερικά χρόνια και ύστερα τα φυτεύετε στην οριστική θέση. Επίσης μπορείτε να χρησιμοποιήσετε σαν μοσχεύματα και τα εξογκώματα (γόγγροι) που σχηματίζονται στη βάση του δέντρου. Στην περίπτωση αυτή αποσπάτε τα εξογκώματα από το δέντρο και τα διατηρείτε σε άμμο ολόκληρο το χειμώνα. Την άνοιξη τα κόβετε σε κομμάτια και τα φυτεύετε σε φυτώριο όπου τ’αφήνετε για 5-6 χρόνια οπότε τα βάζετε στην οριστική τους θέση. Η ελιά μπορεί να πολλαπλασιαστεί και με παραφυάδες που σχηματίζονται από τα εξογκώματα (γόγγρους) :τις φυτεύετε σε φυτώριο και ύστερα από μερικά χρόνια μεταφέρετε τα δενδρύλλια στην οριστική τους θέση.
Οι ποικιλίες μπορούν να πολλαπλασιαστούν και με εμβολιασμό. Στην περίπτωση αυτή θα χρησιμοποιήσετε σαν υποκείμενα τα σπορόφυτα ελιάς, την αγριελιά ή και δενδρύλλια ελιάς που έχουν δημιουργηθεί από μοσχεύματα. Ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει με ενοφθαλμισμό την άνοιξη (κατά συνέπεια με βλαστάνοντα «οφθαλμό») ή πάντοτε στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως δηλαδή τον Μάρτιο με εγκεντρισμό. Επίσης ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει με πλακίτη (με φόλα) την άνοιξη να εμβολιαστεί δηλαδή το υποκείμενο με ένα κομμάτι βλαστού που να φέρει έναν οφθαλμό από την ποικιλία την οποία θέλετε να πολλαπλασιάσετε.
Η τεχνική του εμβολιασμού μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανανέωση πολύ γέρικων δέντρων και τη βελτίωση της παραγωγής τους. Κλαδεύετε αυστηρά το δέντρο που πρόκειται να επανεμβολιαστεί αφήνοντας μόνο τον κορμό και μερικούς βραχίονες. Οι βραχίονες εμβολιάζονται με πολλά κεντράδια με εγκεντρισμό στεφανίτη. Αντί να εμβολιάσετε απευθείας τους βραχίονες μπορούν να περιμένετε μέχρι να αναπτυχθούν απ’αυτούς νέοι βλαστοί και να τους εμβολιάσετε με φόλα (πλακίτης εμβολιασμός). Η ελιά αρχίζει να καρποφορεί 10-12 χρόνια μετά το φύτεμα της ανάλογα με το σχήμα διαμορφώσεως που ακολουθεί ο καλλιεργητής.
Κλάδεμα
Κλάδεμα διαμορφώσεως. Η ελιά μπορεί να διαμορφωθεί σε ελεύθερο σχήμα στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να αραιώνεται η «κόμη» ώστε να περνά ο αέρας και το φώς ανάμεσα στα κλαδιά. Άλλο σχήμα διαμορφώσεως πολύ κοινή είναι το κύπελλο ( ο κορμός θα πρέπει να έχει ύψος γύρω στο 1-1,5μ). Τα τελευταία χρόνια πολλοί παραγωγοί διαμορφώνουν τα ελαιόδεντρα τους στο σχήμα της ελεύθερης παλμέτας με καλά αποτελέσματα.
Κλάδεμα καρποφορίας. Η ελιά παράγει τους καρπούς της στα κλαδιά του προηγούμενου χρόνου. Επειδή δεν αντέχει τα πολλά κλαδέματα θα πρέπει να περιορίζετε τα κλάδεμα παραγωγής στο κόψιμο ενός τμήματος των κλαδιών που έχουν καρποφορήσει στο αραίωμα της κόμης αν είναι πολύ πυκνή και στην αφαίρεση των ξερών κλαδιών καθώς αυτών που έχουν υποστεί ζημιές από ασθένειες ή έντομα.
Κλάδεμα ανανεώσεως. Για να ανανεωθούν τα πολύ γέρικα και όχι αρκετά παραγωγικά δέντρα μπορείτε να καταφύγετε σε ένα αυστηρό κλάδεμα που συνίσταται στην αποκεφάλιση του δέντρου (κόβετε δηλαδή ολόκληρη την κόμη και αφήνετε μόνο τον κορμό). Επίσης μπορείτε να κόψετε το δέντρο στη βάση και να διατηρήσετε την πιο εύρωστη από τις παραφυάδες που θα σχηματίσει.
Ζωικοί εχθροί και ασθένειες.
Το κυκλοκόνιο είναι μια πολύ κοινή ασθένεια που προσβάλλει την ελιά και προκαλείται από έναν μύκητα (Cycloconium aleagineum). Εκδηλώνεται με την εμφάνιση γκρίζων κηλίδων στα φύλλα που παίρνουν στη συνέχεια καστανό χρώμα και περιβάλλονται από μια κίτρινη άλω. Εκτός από τα φύλλα προσβάλλονται και τα φύλλα και οι καρποί πάνω στους οποίους σχηματίζονται πράσινες κηλίδες που καλύπτονται από γκρίζα μούχλα. Οι καρποί πέφτουν πριν ωριμάσουν και το άρρωστο δέντρο μπορεί να χάσει τα φύλλα του. Το κυκλοκόνιο καταπολεμάται με βορδιγάλειο πολτό ή οξυχλωριούχο χαλκό στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως και το φθινόπωρο.
Ο καρκίνος ή φυματίωση της ελιάς οφείλεται σε ένα βακτηρίδιο (Pseudomonas savastanoi) το οποίο μπαίνει στο φυτό από τραύματα ή ακάλυπτες τομές κλαδέματος. Εκδηλώνεται με την εμφάνιση εξογκωμάτων πάνω στα κλαδιά τους μίσχους και τα φύλλα που στην αρχή είναι πράσινα και λεία και σιγά –σιγά γίνονται τραχιά και καφετιά. Τα προσβλημένα κλαδιά παύουν να αναπτύσσονται και σιγά-σιγά ξεραίνονται. Η καταπολέμηση συνιστάται στη λήψη προληπτικών μέτρων όπως είναι η απολύμανση των τραυμάτων του δέντρου με θεϊκό χαλκό και το κόψιμο των άρρωστων κλαδιών.
Ο δάκος της ελιάς (Dacus oleae) είναι μια μικρή μύγα με κίτρινο κεφάλι και γκρίζο θώρακα με 3 λωρίδες. Τα τέλεια έντομα (ακμαία) που τρέφονται με σακχαρούχα υγρά εμφανίζονται γενικά γύρω στον Ιούνιο. Τα θηλυκά εναποθέτουν τα αυγά τους πάνω στους μικρούς καρπούς. Οι άσπρες προνύμφες (σκουλήκια) που γεννιούνται από αυτά τρέφονται με τη σάρκα των καρπών πάνω στους οποίους διακρίνεται μια σκούρα κηλίδα και μια τρύπα. Σιγά –σιγά οι ελιές ζαρώνουν σαπίζουν και πέφτουν. Για να καταπολεμήσετε το δάκο πρέπει να ψεκάζετε κάθε τόσο τα δέντρα χρησιμοποιώντας κατάλληλα εντομοκτόνα σ’ολη την περίοδο του σχηματισμού των καρπών.
Η μεγάλη ψώρα (κοκκοειδής) της ελιάς (Saissetia oleae) προσβάλλει κυρίως την ελιά αλλά και τα εσπεριδοειδή καθώς και άλλα φυτά όπως για παράδειγμα την πικροδάφνη. Τα θηλυκά μήκους 3χλστ τα οποία χαρακτηρίζονται από ένα ανάγλυφο σε σχήμα στη ράχη τους εγκαθίστανται στην κάτω επιφάνεια των φύλλων και στα νεαρά κλαδιά. Τα προσβλημένα δέντρα μαραίνονται ενώ μειώνεται πολύ η παραγωγή τους. Για την καταπολέμηση χρειάζεται ένας ψεκασμός με βάση το θειούχο βάριο στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως και άλλος ένας με θερινό πολτό λίγο πριν από την ανθοφορία.

Σημ. οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό άλμπουμ των ιδιοκτητών.

| | edit post

Κέδρος (Cedrus)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010 0 σχόλια

Κέδρος (Cedrus)

Οικογένεια : Πευκίδες ή Πινίδες (Pinaceae)


Cedrus Atlantica Glauca σε παραγωγή.
 Γένος που περιλαμβάνει 4 αειθαλή και μακρόβια, κωνοφόρα με μεγάλες διαστάσεις (σε κατάλληλο περιβάλλον μπορούν να φτάσουν σε ύψος 40μ). Τα νεαρά κλαδιά φέρουν σ’ολόκληρο το μήκος τους λεπτά βελονοειδή φύλλα αλλά πιο κοντά και ενωμένα σε θυσάνους. Τα δέντρα αυτά παράγουν κώνους αλλά μόνο αφού ενηλικιωθούν και μετά (σε ορισμένα είδη μάλιστα η παραγωγή κώνων αρχίζει σε ηλικία 30-40 χρόνων). Οι κέδροι αναπτύσσονται πολύ γρήγορα και λόγω των διαστάσεων τους είναι κατάλληλοι για πάρκα και μεγάλους κήπους. Στις περιοχές μας καλλιεργούνται κυρίως για διακοσμητικούς σκοπούς αλλά στις χώρες απ’τις οποίες κατάγονται χρησιμοποιείται πολύ το ξύλο τους είτε στην ξυλουργική είτε στις οικοδομές.

Είδη και ποικιλίες

Κέδρος η ατλαντική (Cedrus atlantica).
Κατάγεται από την οροσειρά του Άτλαντα στη βόρεια Αφρική. Μαζί με τον κέδρο του Λιβάνου είναι το είδος που καλλιεργείται περισσότερο. Μπορεί να φτάσει σε ύψος 40μ. Έχει πυραμιδοειδή «κόμη». Οι κύριες διακλαδώσεις ανέρχονται προς τα πάνω ενώ οι δευτερεύουσες είναι κάπως κυρτές προς τα κάτω. Στα πιο γέρικα δέντρα τα κύρια κλαδιά τείνουν να παίρνουν μια οριζόντια διεύθυνση γι’αυτό και η «κόμη» παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Το είδος αυτό παράγει όρθιους κώνους μήκους 7-10 εκατ που μένουν πάνω στο δέντρο για πολύ καιρό. Από τις πιο διαδομένες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Γλαυκή»(Galuca) με γκριζογάλανα φύλλα την «Κλαίουσα» ή Κρεμοκλαδή (Pendula) με κυρτό κορμό και κρεμαστά κλαδιά που φτάνουν ως το έδαφος και την «Οξύληκτο» (Fastigiata) με κλαδιά ανερχόμενα και κιονωτή μορφή.

Κέδρος η δεοδάρα (Cedrus deodara)
Cedrus Livani σε παραγωγή.
Το είδος αυτό που κατάγεται από τα Ιμαλάια είναι γνωστό και σαν Κέδρος των Ιμαλαίων. Έχει ύψος από 10ως 40εκατ πλαγιόκλαδη ανάπτυξη και κρεμάμενες τις κορυφές του κορμού και των κλαδιών. Τα κύρια κλαδιά είναι οριζόντια και εύκαμπτα. Στα νεαρά δέντρα οι βελόνες έχουν γκριζογάλανο χρώμα ενώ στα ενήλικα βαθυπράσινο. Οι κώνοι μήκους 7-10 εκατ λίγο ή πολύ ωοειδείς σχηματίζονται στα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων που έχουν ηλικία 35-40 εκατ. Η ποικιλία «Κλαίουσα» (Pendula) είναι πιο χαμηλή από το τυπικό είδος και έχει κλαδιά κρεμάμενα προς τα κάτω.

Κέδρος του Λιβάνου (Cedrus libani) Είναι ο πιο γνωστός κέδρος. Φτάνει σε ύψος 10-40μ. Σε νεαρή ηλικία η «κόμη» έχει κωνικό σχήμα. Στα πιο γέρικα δέντρα η κορυφή του κορμού γέρνει τα κύρια κλαδιά παίρνουν μια οριζόντια κατεύθυνση (ποτέ κρεμάμενη προς τα κάτω) και η κόμη γίνεται πιο πλατιά. Οι βελόνες είναι βαθυπράσινες και μερικές φορές παρουσιάζουν αργυρόχρωμες ή γαλαζωπές ανταύγειες. Από τις καλλιεργούμενες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Χρυσή» (Aurea) πιο λεπτή από τις άλλες με χρυσοπράσινες βελόνες την «Αργυρή» (Argentea) με φύλλα που έχουν αργυρόχρωμες ανταύγες τη «Νάνα» (Nana με φύλλα που παρουσιάζουν αργυρόχρωμες ανταύγειες ύψος 1 περίπου μ και αργή ανάπτυξη και η Σαργέντειος (Sargentii) με κρεμάμενα κλαδιά κατάλληλη για βραχόκηπο.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι κέδροι χρειάζονται εδάφη με καλή αποστράγγιση επειδή δεν αντέχουν καθόλου τα λιμνάζοντα νερά και ηλιόλουστες τοποθεσίες. Αναπτύσσονται καλά ακόμα και σε ασβεστώδη εδάφη. Τα νεαρά δέντρα (ύψους 50-60 εκατ ) φυτεύονται στην οριστική τους θέση το φθινόπωρο ή την άνοιξη. Είναι απαραίτητο να τοποθετούνται στον πυθμένα του λάκκου πέτρες, χαλίκια κλπ ώστε να εξασφαλίζεται καλή αποστράγγιση. Όταν τα δέντρα φτάσουν σε κάποιο ύψος στηρίζονται με γερούς πασσάλους.

Πολλαπλασιασμός
οι κέδροι πολλαπλασιάζονται με σπόρο και με εμβολιασμό. Για τη σπορά που γίνεται τον Απρίλιο σέ προφυλαγμένο μέρος χρησιμοποιούνται οι σπόροι των κώνων που χρειάζονται 2 χρόνια για να ωριμάσουν. Όταν τα μικρά φυτά φτάσουν σε ύψος 10 περίπου εκατ φυτεύονται σε φυτώριο όπου θα μείνουν για 3-4 χρόνια πριν φυτευτούν στην οριστική τους θέση.
Οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται με εγκεντρισμό (πλευρικό σε σφήνα ) την άνοιξη. Τα κεντράδια παίρνονται από κλαδιά του χρόνου. Σαν υποκείμενα χρησιμοποιούνται δενδρύλλια ηλικίας 1-2 χρόνων.

Κλάδεμα
Στα νεαρά δέντρα είναι απαραίτητο να διατηρηθεί ένας μόνο κύριος βλαστός. Αν διακλαδίζεται το φθινόπωρο κόβεται το λιγότερο αναπτυγμένο κλαδί. Αν θέλει κανείς να περιορίσει την ανάπτυξη του δέντρου μπορεί να κόψει στα τέλη του χειμώνα τα πιο χαμηλά κλαδιά από τη βάση τους χωρις να αφήσει κομμάτια και χωρίς να πειράξει τα πιο αναπτυγμένα κλαδιά.

| | edit post

Κυπαρίσσι ή Κυπάρισσος(Cupressus)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010 0 σχόλια

Κυπαρίσσι ή Κυπάρισσος(Cupressus)

Οικογένεια :Κυπαρισσίδες (Cupressaceae)



Εντυπωσιακά 12 μέτρα κυπαρίσσια δουλεμένα.
Γένος που περιλαμβάνει 20 περίπου είδη αειθαλών κωνοφόρων που κατάγονται από τις εύκρατες ζώνες του βόρειου ημισφαιρίου. Πρόκειται για δέντρα με μέσο ύψος και συμπαγή «κόμη» σε σχήμα κολόνας. Τα φύλλα λεπιοειδή και τριγωνικά καλύπτουν εντελώς τα κλαδιά. Οι κώνοι τα λεγόμενα κυπαρισσόμηλα έχουν στρογγυλωπό σχήμα και αγκαθωτά λέπια. Τα κυπαρίσσια σε μερικές περιοχές παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του τοπίου : αν τοποθετηθούν σε πυκνές σειρές αποτελούν ιδεώδεις φράχτες ή ανεμοθραύστες. Το ξύλο σκληρό κι αρωματικό χρησιμοποιείται στην ξυλουργική.
Είδη και ποικιλίες
Κυπάρισσος του Κασμίρ ( Cupressus cashmeriana). Το είδος αυτό που κατάγεται από την Ινδία είναι ανθεκτικό στις χώρες της Μεσογείου. Έχει σχήμα πυραμίδας με κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά και φτάνει σε ύψος 15μ.
Κυπάρισσος η λεία (Cupressus glabra)
Ανθεκτικό είδος που κατάγεται από την Αριζόνα και φτάνει σε ύψος 15μ. Έχει κωνική «κόμη» παχύ πορφυρόχρωμο φλοιό που ξεκολλάει σε πλάκες και μικρά, γκριζογάλαζα φύλλα. Τα κυπαρισσόμηλα έχουν πορφυροκάστανο χρώμα.
Κυπάρισσος η μακρόκαρπη (Cupressus macrocarpa). Το είδος αυτό που κατάγεται από την Καλιφόρνια είναι γνωστό και με τ’ονομα Κυπαρίσσι του Μοντερέη. Είναι ανθεκτικό στις παραθαλάσσιες περιοχές όπου συχνά φυτεύεται για να σχηματίσει ανεμοθραύστες. Το σχήμα του στην αρχή είναι κιονωτό αλλά όταν το δέντρο γεράσει γίνεται πλαγιόκλαδο. Τα φύλλα έχουν βαθυπράσινο χρώμα κι είναι αρωματικά. Εξάλλου ο φλοιός είναι καστανέρυθρος και τα κυπαρισσόμηλα ενωμένα σε ομάδες κατά μήκος των βλαστών. Απ’αυτό το είδος καλλιεργείται συχνά η ποικιλία Κυπάρισσος η μαυρόκαρπος ποικ.Λαμπερτιάνα (Cupressus macrocarpa «Lambertiana») από την οποία προέρχεται η άλλη ονομασία του Κυπαρισσιού του Λάμπερτ. Η ποικιλία «Χρυσόχρωμη Ντόναλντ» (Donald Gold) έχει γρήγορη ανάπτυξη και χρυσαφί φύλλωμα.

Χιλιάδες κυπαρίσσια ( Cupressus sempervirens) σε παραγωγή.
 Κυπάρισσος ο αειθαλής (Cupressus sempervirens). Ανθεκτικό είδος που κατάγεται από τις μεσογειακές περιοχές και φτάνει σε ύψος 20-40μ. Σε νεαρή ηλικία η κόμη του είναι μυτερή για να γίνει κιονωπή και στρογγυλή στην κορυφή όταν το δέντρο γεράσει. Τα φύλλα είναι βαθυπράσινα και τα κυπαρισσόμηλα καστανότεφρα.

Τεχνική της καλλιέργειας
Τα κυπαρίσσια προσαρμόζονται σ’όλα τα βαθιά και καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη. Αντέχουν ακόμα και σε ένα ορισμένο βαθμό ξηρασίας με εξαίρεση την Κυπάρισσο τη μακρόκαρπη (C.macrocarpa). Φυτεύονται (καλό θα είναι να χρησιμοποιηθούν νεαρά δενδρύλλια ύψους 60-70 εκατ τον Οκτώβριο –Νοέμβριο ή τον Μάρτιο –Απρίλιο σε προσήλιες θέσεις.


Φράχτης απο κυπαρίσσια μεθοδικά κουρεμένα.
Πολλαπλασιασμός Πολλαπλασιάζεται με σπόρους, μοσχεύματα και καταβολάδες. Η σπορά γίνεται την άνοιξη σε κρύο κασόνι. Τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε γλάστρες διαμέτρου 8-9εκατ. που είναι παραχωμένες στο ύπαιθρο ή μεταφυτεύονται σε φυτώριο. Τον επόμενο χρόνο φυτεύονται στην οριστική τους θέση. Ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα που είναι πιο κατάλληλος για τις ποικιλίες γίνεται το φθινόπωρο. Τα μοσχεύματα (μήκους 10 περίπου εκατ) κόβονται από τα πλευρικά κλαδιά μαζί με ένα κομμάτι παλιού ξύλου και τοποθετούνται για να ριζώσουν σε ένα μείγμα από άμμο και τύρφη. Στη συνέχεια φυτεύονται όπως και τα νεαρά φυτά.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες.
Τα κυπαρίσσια μπορούν να προσβληθούν από αφίδες και ακάρεα που προκαλούν το μαρασμό τους. Για τις αφίδες γίνονται ψεκασμοί με βάση τη νικοτίνη και στις πιο σοβαρές περιπτώσεις Μαλαθείο. Κατά των ακάρεων η καταπολέμηση με χημικά προιόντα είναι αντίθετα πολύ δύσκολη γιατί αυτές οι μικρές αράχνες βρίσκουν συχνά καταφύγιο στα «μάτια» και στις σχισμές του φλοιού καθώς επίσης γιατί έχουν μεγάλη ικανότητα να εθίζονται στα εντομοκτόνα.
Τα κυπαρίσσια μπορούν επίσης να προβληθούν και από την τεφρά σήψη που συνήθως προσβάλλει τα νεαρά δενδρύλλια της Κυπάρισσου της μακρόκαρπης (C.macrocarpa) και της Κυπάρισσου της αειθαλούς (C.sempervirens). Πάνω στα προσβλημένα μέρη σχηματίζεται μια γκριζωπή σήψη. Για την καταπολέμηση των ασθενειών αυτών έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικοί οι ψεκασμοί με βορδιγάλειο πολτό, TMTD και Κάπταν.

Σημ. Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό άλμπουμ των ιδρυτών από επισκέψεις-προσκλήσεις σε μεγάλες ευρωπαικές φυτωριακές μονάδες.

| | edit post

ΔΡΥΣ (Quercus), Oak


ΔΡΥΣ(Quercus)
Οικογένεια :Φηγίδες (Fagaceae)
Κοινό όνομα : βαλανιδιά,βελανιδιά
Γένος που περιλαμβάνει περισσότερα από 400 είδη αειθαλών ή φυλλοβόλων και γενικά ανθεκτικών στο κρύο δέντρων και θάμνων. Είναι πολύ διαδομένα στις εύκρατες περιοχές μερικά ευδοκιμούν ακόμα και στις ορεινές ζώνες των τροπικών περιοχών. Οι βαλανιδιές έχουν σκληρό ξύλο και συνήθως αποκτούν μεγάλες διαστάσεις (φτάνουν εύκολα τα 50μ ύψος ) είναι επίσης πολύ μακρόβια (υπάρχουν δέντρα που η ηλικία τους ξεπερνά τα 500 χρόνια). Τα φύλλα σχεδόν πάντα έλλοβα έχουν διάφορα σχήματα και ακέραιες ή οδοντωτές παρυφές όσο για το χρώμα τους κυμαίνεται σε διαφορετικούς τόνους του πράσινου ανάλογα με το είδος –συχνά αποκτά όμορφες αποχρώσεις κατά το φθινόπωρο. Τα λουλούδια είναι μονογενή πάνω στο ίδιο δέντρο δηλαδή υπάρχουν «θηλυκά» και «αρσενικά». Τα πρώτα είναι πράσινα και ασήμαντα από διακοσμητική άποψη και τα δεύτερα κίτρινα και ενωμένα σε κρεμάμενους στύλους που καλύπτονται μ’ένα απλό χνούδι. Τα λουλούδια εμφανίζονται μαζί με τα πρώτα φύλλα αργά την άνοιξη. Οι καρποί, τα κοινά βαλανίδια είναι λείοι και γυαλιστεροί και καλύπτονται ενμέρει από ένα λείο κύπελλο ρυτιδωμένο ή αγκαθωτό διαμέσου του οποίου είναι προσκολλημένοι πάνω στα κλαδιά. Το ξύλο μερικών ειδών βαλανιδιάς χρησιμοποιείται στην ξυλουργική γιατί είναι πολύ ανθεκτικό και καλής ποιότητας. Εξαιτίας των μεγάλων τους διαστάσεων τα δέντρα που προορίζονται για διακοσμητικούς σκοπούς είναι κατάλληλα για πάρκα και μεγάλους κήπους.


Αριά ( Quercus Ilex) 300 ετων στήν Ικαρία
Είδη και ποικιλίες
Φυλλοβόλα
Δρύς η κήρρις (Quercus cerris). Κοινά ονόματα :ρουπάκι, δέντρο, τσέρρο, μικρή βαλανιδιά, άγρια βαλανιδιά. Πολύ ανθεκτικό είδος με γρήγορη ανάπτυξη καταγόμενο από τη Νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 30-35μ και ωοειδή, έλλοβα φύλλα. Η κόμη του ωοειδής στην αρχή τείνει μάλλον προς το σχήμα της πυραμίδας καθώς περνούν τα χρόνια. Τα κύπελλα των καρπών φέρουν κατσαρά λέπια.
Δρύς η κόκκινη (Quercus coccinea). Εύρωστο δέντρο με ύψος 10-15μ και διάμετρο κόμης 8-12. Τα φύλλα του γίνονται κόκκινα κατά το φθινόπωρο.
Δρύς η φαρνέττο (Quercus farnetto). Κατάγεται από την νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 30-40 εκατ. πυκνή κόμη και μακριά έλλοβα φύλλα με πολύ κοντούς μίσχους.
Δρύς η ελλόβιος (Quercus palustris). Το είδος αυτό που κατάγεται από τις δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες έχει κωνικό σχήμα και αναπτύσσεται σε βαλτώδη εδάφη.
Δρύς η έμμισχος (Quercus pedunculata).Κοινά ονόματα: δέντρο, δρύς, ρένια, ροτσόκι, ρουπάκι. Κατάγεται από τις χώρες της Μεσογείου και τον Καύκασο και είναι διαδομένη σ’ολη την Ευρώπη τη βόρεια Αφρική και τη Μικρά Ασία.
Έχει μέχρι και 50μ ύψος στρογγυλή, απλωτή κόμη οριζόντια κλαδιά και επιμήκη, έλλοβα φύλλα με κοντό μίσχο. Είναι μακρόβιο δέντρο (ζει μέχρι και 400 χρόνια) που συχνά αποκτά μεγάλες διαστάσεις (το πλάτος του κορμού φτάνει τα 3μ και η προβολή της κόμης τα 300μ2 ). Το είδος αυτό προτιμά τα υγρά και δροσερά εδάφη.
Δρύς η χνοώδης (Quercus pubescens). Κατάγεται από την νότια Ευρώπη και τη Μικρά Ασία. Έχει ύψος 10-15μ και έλλοβα φύλλα συχνά καρδιόσχημα στη βάση. Τα νεαρά κλαδιά οι νευρώσεις της κάτω επιφάνειας των φύλλων και το κύπελλο του καρπού φέρνουν ένα κιτρινωπό χνούδι.
Δρύς η άμισχος (Quercus sessiflora). Κοινά ονόματα : δέντρο, δεντρούλι, δρυς, γρανιτσιά ρουπάλι. Λέγεται και Δρύς η πετραία (Quercus petraea). Κατάγεται από τη νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 20-30μ απλωτή κόμη και άμισχα λουλούδια και καρπούς.
Αειθαλή
Δρύς η κοκκοφόρος (Quercus coccifera). Κοινά ονόματα :πουρνάρι, πρινάρι απρινιά, κατσιπρινιά, κατσοπούρναρο, κατσικοπούρναρο. Φουντωτός θάμνος που κατάγεται από τις χώρες της Μεσογείου. Έχει ύψος το πολύ μέχρι 3μ και μικρά δερματώδη φύλλα με οδοντωτές και αγκαθωτές παρυφές.
Δρύς η ίληξ (Quercus illex).Κοινά ονόματα : Αριά,άρεος, ασίλακας (Κρήτη), κλαδί (Χαλκιδική).Δέντρο πολύ διαδομένο στα δάση των μεσογειακών περιοχών απ’οπου και κατάγεται. Έχει ύψος γύρω στα 20-25μ στρογγυλωπή κόμη και λογχοειδή, γυαλιστερά δερματώδη φύλλα. Αντέχει την ξηρασία και τα στεγνά, βραχώδη εδάφη και έχει σκληρό και βαρύ ξύλο κατάλληλο για την ξυλουργική.
Δρύς η φελλόδρυς (Quercus suber). Τυπική βαλανιδιά της Μεσογείου η οποία αναπτύσσεται επίσης και στις ακτές της Πορτογαλίας και του Μαρόκου που βρίσκονται στον Ατλαντικό. Το ύψος της δεν ξεπερνά τα 15μ ενώ η διάμετρος του κορμού της φτάνει τα 5μ. Ο κορμός καλύπτεται από έναν παχύ φλοιό που διασχίζεται από βαθιές αυλακώσεις απ’οπου λαμβάνεται ο φελλός. Η «κόμη» είναι πλατιά, ακανόνιστη και αραιή. Τα φύλλα μικρά, ωοειδή και δερματώδη με κυματοειδής παρυφές και μυτερές άκρες είναι γυαλιστερά και σκουροπράσινα στην πάνω επιφάνεια και στην κάτω γκρίζα και χνουδωτά. Η φελλόδρυς θέλει κλίματα υγρά και ζεστά, θέσεις φωτεινές και εδάφη κατά προτίμηση πυριτολιθικά και όξινα (δεν αντέχει τα ασβεστολιθικά).
Η συγκομιδή του φελλού αρχίζει όταν το δέντρο φτάσει σε ηλικία 30-35 χρόνων (το ύψος και η περίμετρος του κορμού θα πρέπει να κυμαίνεται γύρω 1,80μ και 60εκατ αντίστοιχα). Από τον πρώτο φλοιό ο οποίος είναι ζαρωμένος και ασύμμετρος παράγεται φελλός κατώτερης ποιότητας που ονομάζεται αρσενικός φελλός. Ο φλοιός ξανασχηματίζεται και όταν αποκτήσει το επιθυμητό πάχος (3-4εκατ) αφαιρείται και πάλι- ο φελλός που παράγεται πιο λεπτός και πιο λείος ονομάζεται ευγενής φελλός. Στο βιολογικό της κύκλο (περίπου 150 χρόνια) μια καλή φελλόδρυς μπορεί να δώσει μέχρι 200 κιλά φελλού (5-6 κιλά στα πρώτα χρόνια και 20-30 όταν βρίσκεται στην εποχή της πλήρους παραγωγής της.
Δρύς η Μακεδονική βελανιδιά: Quercus Macedonica.- Quercus trojana
Είναι ένα είδος που οι ειδικοί το τοποθετούσαν αρχικά στην Μακεδονία και την Ήπειρο. Προς ευχάριστη έκπληξη όμως το συναντούμε και στο Ξηρόμερο, κυρίως στον πυρήνα του βελανιδοδάσους Πρόδρομος – Αγράμπελο, κτλ. Αναπαράσταση από Μακεδονική βελανιδιά (Quercus Macedonica) ήταν και το από χρυσό στεφάνι δρυός του Φιλίππου Β' Βασιλιά της Μκεδονίας και πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Τεχνική της καλλιέργειας
Οι απαιτήσεις των δέντρων αυτών ποικίλλουν ανάλογα με το είδος. Γενικά καλό θα είναι να τις φυτεύετε σε αρκετά μεγάλους χώρους και σε εδάφη με καλή αποστράγγιση. Οι βαλανιδιές προτιμούν τις ηλιαζόμενες θέσεις αλλά αντέχουν και σε σχετικά σκιερές. Φυτεύονται το φθινόπωρο ή στις αρχές της ανοίξεως. Κατά τα πρώτα χρόνια ο εμπλουτισμός του εδάφους με κοπριά ή φυτόχωμα είναι χρήσιμος για τα περισσότερα είδη. Για να σχηματίσετε φράχτες για παράδειγμα από αριά, φυτεύετε τα δέντρα σε απόσταση 60-80 εκατ το ένα από το άλλο και έπειτα κόβετε τις κορυφές για να βοηθήσετε το σχηματισμό των πλευρικών διακλαδώσεων. Επίσης για να διατηρήσετε τους φράχτες στις διαστάσεις που θέλετε πρέπει να τους κλαδεύετε κάθε χρόνο κατά τον Μάρτιο. Εξάλλου για να κρατάτε πάντα καθαρό και μόνο ένα στέλεχος κόβετε τον Φεβρουάριο τα πλευρικά κλαδιά των μικρών δέντρων (ηλικίας 2-3χρόνων)

10.000 Δρύς η ίληξ (Quercus illex)
στούς χώρους παραγωγής μας.
Πολλαπλασιασμός Γενικά ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο. Οι σπόροι διατηρούν τη βλαστητική τους ικανότητα για μικρό χρονικό διάστημα και γι’αυτό η σπορά θα πρέπει να γίνεται μέσα σε διάστημα το πολύ 2μηνών από τη στιγμή της συγκομιδής το φθινόπωρο στο ύπαιθρο σε γλάστρες ή σε κασόνια. Το επόμενο φθινόπωρο τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε φυτώριο και μετά 2-3 χρόνια φυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Άλλα είδη Δρυός τα περισσότερα τα οποία συναντούμε κυρίως στις Η.Π.Α – Μεξικό - Κίνα είναι τα εξής.

Quercus alba, Quercus aliena Quercus arizonica Quercus austrina Quercus berberidifolia Quercus bicolor Quercus boyntonii Quercus carmenensis Quercus chapmanii Quercus chihuahuensis Quercus cornelius-mulleri Quercus copeyensis Quercus dalechampii  Quercus depressipes Quercus deserticola Quercus dilatata Quercus douglasii Quercus dumosa Quercus durata Quercus engelmannii Quercus faginea Quercus furuhjelmi Quercus fusiformis Quercus gambelii Quercus garryana Quercus geminata Quercus glaucoides Quercus grisea Quercus havardii Quercus hinckleyi Quercus hondurensis Quercus insignis Quercus intricata Quercus john-tuckeri Quercus laceyi Quercus lanata Quercus leucotrichophora Quercu obata Quercus lusitanica Quercus lyrata Quercus macrocarpa Quercus mohriana Quercus michauxii Quercus minima Quercus mongolica Quercus muehlenbergii Quercus oblongifolia Quercus oglethorpensis Quercus oleoides Quercus peduncularis Quercus petraea Quercus polymorpha Quercus prinoides Quercus prinus Quercus pubescens Quercus pungens —Quercus rugosa Quercus sadleriana Quercus stellata Quercus toumeyi Quercus turbinella Quercus vaseyana Quercus virginiana Quercus canariensis Quercus dentata Quercus frainetto Quercus macranthera Quercus pontica Quercus pyrenaica Quercus vulcanica Quercus acutissima Quercus alnifolia Quercus calliprinos Quercus castaneifolia Quercus infectoria Quercus libani Quercus macrolepis Quercus semecarpifolia Quercus variabilis Quercus cedrosensis Quercus chrysolepis Quercus palmeri Quercus tomentella Quercus vaccinifolia Quercus arkansana Quercus buckleyi Quercus canbyi Quercus castanea Quercus coccinea Quercus costaricensis Quercus cualensis Quercus depressa Quercus eduardii Quercus ellipsoidalis Quercus emoryi Quercus falcata Quercus gravesii Quercus graciliformis Quercus georgiana Quercus hintoniorum Quercus hirtifolia Quercus humboldtii Quercus hypoleucoides Quercus hypoxantha Quercus ilicifolia Quercus iltisii Quercus imbricaria Quercus incana Quercus inopina Quercus kelloggii Quercus laevis Quercus laurifolia Quercus laurina Quercus marilandica Quercus myrtifolia Quercus nigra Quercus pagoda Quercus parvula Quercus phellos Quercus pumila Quercus rapurahuensis Quercus rhysophylla Quercus salicifolia Quercus sapotifolia Quercus shumardii Quercus tardifolia Quercus texana Quercus wislizeni Quercus xalapensis Quercus albicaulis Quercus argentata Quercus argyrotricha Quercus augustinii Quercus austrocochinchinensis Quercus austroglauca Quercus bella Quercus blakei Quercus camusiae Quercus championii Quercus chapensis Quercus chevalieri Quercus chingsiensis Quercus chungii Quercus daimingshanensis Quercus delavayi Quercus delicatula Quercus dinghuensis Quercus disciformis Quercus edithiae Quercus elevaticostata Quercus fleuryi Quercus gambleana Quercus gemelliflora Quercus gilva Quercus glauca Quercus helferiana Quercus hondae Quercus hui Quercus hypophaea Quercus jenseniana Quercus jinpinensis Quercus kerrii Quercus kiukiangensis Quercus kouangsiensis Quercus lamellosa Quercus lineata Quercus litoralis Quercus litseoides Quercus lobbii Quercus longinux Quercus lowii Quercus lungmaiensis Quercus merrillii,Quercus motuoensis Quercus multinervis Quercus myrsinifoliaQuercus neglecta, Quercus ningangensis Quercus obovatifolia Quercus oxyodon, Quercus phanera,,Quercus poilanei,, Quercus rex Quercus salicina.Quercus saravanensis Quercus schottkyana,Quercus semiserrata Quercus sessilifolia  Quercus sichourensis Quercus stenophylloides, Quercus stewardiana Quercus subhinoidea Quercus subsericea Quercus thorelii Quercus tomentosinervis Quercus treubiana,Quercus yingjiangensis.

ΕΛΙΑ (Olivo) - Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europea)


ΕΛΙΑ  Καβουσίου - Αζοριά  Κρήτης. με περίμετρο κορμού
14,25 μέτρα.Ισως η μεγαλύτερη σε μέγεθος Ελιά στόν κόσμο. 
 ΕΛΙΑ (Olivo-Ulivi-OliveTree)

Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europaea)
Οικογένεια : Ελαίδες (Oleaceae)
Η ελιά είναι ένα δέντρο που απαντά σ’ολες τις μεσογειακές χώρες. Κατάγεται από τη Μικρά Ασία απ’οπου και διαδόθηκε σε όλες τις χώρες που έχουν ζεστά και ξερά καλοκαίρια και ήπιους χειμώνες. Σήμερα οι χώρες με την μεγαλύτερη παραγωγή λαδιού είναι η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Τυνησία και η Πορτογαλία. Η καλλιέργεια της ελιάς επεκτείνεται και στην αμερικανική ήπειρο ιδιαίτερα στην Καλιφόρνια.

ΕΛΙΑ Βουβών Χανίων Κρήτης. με περίμετρο κορμού 8.05 μέτρα.
Η μεγαλύτερη σε ηλικία Ελιά στόν κόσμο 3.500-5.000 χρόνων.

 Καλλιεργείται σε όλες τις εύκρατες –ζεστές ζώνες για τους καρπούς της που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή λαδιού και για άμεση κατανάλωση (επιτραπέζιες ελιές). Στη δεύτερη περίπτωση οι ελιές υπόκεινται σε διάφορες επεξεργασίες για να καταστούν εδώδιμες.
Η συγκομιδή της ελιάς πριν ή μετά την πλήρη ωρίμανση της και η διαδικασία που ακολουθείται για να γίνει εδώδιμη επιτρέπουν την επίτευξη δύο τύπων προϊόντος πράσινες και μαύρες ελιές. Από την ελιά χρησιμοποιούνται επίσης τα φύλλα στα οποία αποδίδονται αντιπυρετικές ιδιότητες και το ξύλο που χρησιμοποιείται στην ξυλουργική και την επιπλοποιία.

Είδη και ποικιλίες
Το είδος Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europaea) περιλαμβάνει δύο υποείδη : Ελαία η ευρωπαϊκή ήμερος ή εδώδιμος (Olea europaea sativa) που είναι η καλλιεργούμενη ελιά και Ελαία η ευρωπαϊκή αγρία (Olea europaea oleaster) κοινώς αγριλιά, αγριλιός, αγρίλι, γριλολιά (Κέρκυρα), κοσίνη (Άνδρος), κόστινος (Αίγινα) η οποία είναι αυτοφυές δέντρο ύψους 5-6μ με αγκαθωτά κλαδιά και μικρούς μελανέρυθρους καρπούς.
Η ήμερη ελιά είναι αειθαλές δέντρο ύψους 20 περίπου μ. με κορμό γεμάτο κόμπους συχνά συστραμμένο και καλυμμένο από έναν γκριζωπό φλοιό. Στη βάση του κορμού εξάλλου (αλλά και πιο πάνω) υπάρχουν διάφορα εξογκώματα (γόγγροι, δρόγγοι ή βυζιά). Τα κλαδιά συστραμμένα κι αυτά φέορυν λογχοειδή γκριζοπράσινα περγαμηνοειδή φύλλα. Τα νεαρά κλαδιά είναι πράσινα και εύκαμπτα. Τα άνθη εμφανίζονται ενωμένα σε άσπρες φοβοειδείς ταξιανθίες μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου σε κλαδιά ενός χρόνου. Οι καρποί ωοειδείς δρύπες έχουν συνήθως πράσινο κοκκινωπό ιώδες ή μαυριδερό χρώμα και αποτελούνται από τη σάρκα καθώς από ένα ξυλώδες τμήμα (πυρήνας) που βρίσκεται στο κέντρο. Οι ελιές ωριμάζουν ανάλογα με το κλίμα από τον Σεπτέμβριο ως τον Ιανουάριο. Έχει διαπιστωθεί ότι μόνο το 1-2% των γονιμοποιημένων λουλουδιών δένουν καρπό ενώ τα άλλα πέφτουν. Η ελιά μπορεί να ζήσει πολλές εκατοντάδες χρόνια. Στη χώρα μας καλλιεργούνται διάφορες ποικιλίες ελιάς από τις οποίες αναφέρουμε τις πιο σημαντικές κατατάσσοντας τις σε ομάδες ανάλογα με τον τόπο καλλιέργειας : Πελοποννήσου : κορωνέικη Αλαγωνίας, νερολιά, ματσολιά, καρυδολιά, αητονύχι, Καλαμών. Κερκύρας : λιανολιά, πικρολιά, στρυφτολιά, τρυτσολιά, αναποδολιά, στρουμπουλολιά, γαιδουρολιά, αετονυχολιά, χονδρολιά, καλοκαιρίδα, μελολιά, γλυκολιά.
Λευκάδας : ασπρολιά, μαυρολιά.
Κρήτης : κορωνέικη, λιανολιά, χονδρολιά, μηλοελιά, μουρατοελιά, τσουνάτη, καλυμπάτη.
Στερεάς Ελλάδος : Αθηναική κολυμπάδα ή καρυδολιά, καλαματιανή, μεγαρίτικη, βολιώτικη, κορωνείκη, δαμασκηνάτη, Αμφίσσης, καθρέικη.
Λέσβου: κολοβή ή βαλανολιά, αδραμυτινή ή μηλολιά ή περαική, λαδολιά ή ασπρολιά ή καλολιά ή ρουπαδιά.
Τεχνική της καλλιέργειας
Πρόκειται για δέντρα που προσαρμόζονται και σε φτωχά, πετρώδη, ξερικά και ασβεστώδη εδάφη. Για το λόγο αυτό οι ελιές φυτεύονταν από παράδοση στις πιο αφιλόξενες ζώνες. Ωστόσο καλό θα είναι να θυμάστε πως για να έχετε καλή παραγωγή θα πρέπει να καλλιεργείτε την ελιά σε γόνιμα, δροσερά και καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη επειδή δεν αντέχει τα λιμνάζοντα νερά. Οι πιο κατάλληλες θέσεις είναι οι πλαγιές που βλέπουν προς το νότο και προστατεύονται από τους βόρειους ανέμους. Η ελιά είναι ανθεκτική στην ξηρασία αλλά κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής της μπορεί να χρειαστεί μερικά ποτίσματα αν παρατηρηθούν μακρές περίοδοι ανομβρίας. Το φύτεμα γίνεται κατά προτίμηση το φθινόπωρο αλλά στις πιο ψυχρές περιοχές μπορεί να γίνει κα την άνοιξη. Τα δενδρύλλια μπορούν να φυτευτούν και με γυμνή ρίζα αλλά καλύτερα είναι να φυτεύονται με μπάλα χώματος. Πριν από το φύτεμα θα πρέπει να σκάψετε σε βάθος το έδαφος και να εμπλουτίσετε με άφθονη κοπριά και φωσφοροκαλιούχα λιπάσματα. Ανοίγετε αρκετά μεγάλους λάκκους (τουλάχιστον 60Χ60Χ60) και τοποθετείτε μέσα σ’αυτούς τα δενδρύλλια με προσοχή για να μην καταστραφούν οι ρίζες. Φροντίστε επίσης να αφήσετε έξω από το χώμα το σημείο του εμβολιασμού. Στη συνέχεια γεμίζετε το λάκκο με το χώμα που βγάλατε απ’αυτόν και το πατάτε γερά γύρω από τις ρίζες.
Κάθε χρόνο θα πρέπει να ρίχνετε διάφορα λιπάσματα κυρίως αζωτούχα σε βάθος 15-20 εκατ.

ΕΛΙΑ στό Σαμωνά Χανίων Κρήτης. με περίμετρο κορμού 12.90 μέτρα
σέ ύψος 0.90 cm . Ξεκινάει με έναν κορμό και διακλαδώνεται με αρκετούς
εντυπωσιακούς κορμούς από πολύ χαμηλά στη βάση  . 
Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός με σπόρο χρησιμοποιείται γενικά μόνο για την παραγωγή σπορόφυτων υποκειμένων γιατί τα δενδρύλλια που προέρχονται από σπόρο αναπτύσσονται πολύ αργά και δεν αντέχουν πολύ στην ξηρασία. Οι σπόροι αφού στρωματωθούν μέσα σε άμμο για ενάμισι περίπου χρόνο σπέρνονται την άνοιξη. Τα μικρά φυτά μεταφυτεύονται μόλις βγάλουν 6-8 φύλλα και ένα χρόνο αργότερα μπορούν να εμβολιαστούν.
Καλά αποτελέσματα δίνει ο πολλαπλασιασμός με μόσχευμα επειδή τα κλαδιά της ελιάς ριζώνουν εύκολα. Στην περίπτωση αυτή μπορείτε να κόψετε μικρά κλαδιά που τα φυτεύετε απευθείας σε φυτώριο και στη συνέχεια όταν ριζώσουν θα τα μεταφυτεύετε στην οριστική τους θέση. Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε μοσχεύματα μήκους 30-40εκατ που τα κόβετε το χειμώνα από κλαδιά ηλικίας 3-4 χρόνων και τα διατηρείτε μέσα σε άμμο μέχρι την άνοιξη οπότε τα φυτεύετε σε φυτώρια και σε οριζόντια θέση. Τα μοσχεύματα σχηματίζουν ρίζες και βλαστούς από τους οποίους διατηρείτε μόνον τον πιο εύρωστο. Αφήνετε τα μικρά δέντρα στο φυτώριο για μερικά χρόνια και ύστερα τα φυτεύετε στην οριστική θέση. Επίσης μπορείτε να χρησιμοποιήσετε σαν μοσχεύματα και τα εξογκώματα (γόγγροι) που σχηματίζονται στη βάση του δέντρου. Στην περίπτωση αυτή αποσπάτε τα εξογκώματα από το δέντρο και τα διατηρείτε σε άμμο ολόκληρο το χειμώνα. Την άνοιξη τα κόβετε σε κομμάτια και τα φυτεύετε σε φυτώριο όπου τ’αφήνετε για 5-6 χρόνια οπότε τα βάζετε στην οριστική τους θέση. Η ελιά μπορεί να πολλαπλασιαστεί και με παραφυάδες που σχηματίζονται από τα εξογκώματα (γόγγρους) :τις φυτεύετε σε φυτώριο και ύστερα από μερικά χρόνια μεταφέρετε τα δενδρύλλια στην οριστική τους θέση.
Οι ποικιλίες μπορούν να πολλαπλασιαστούν και με εμβολιασμό. Στην περίπτωση αυτή θα χρησιμοποιήσετε σαν υποκείμενα τα σπορόφυτα ελιάς, την αγριελιά ή και δενδρύλλια ελιάς που έχουν δημιουργηθεί από μοσχεύματα. Ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει με ενοφθαλμισμό την άνοιξη (κατά συνέπεια με βλαστάνοντα «οφθαλμό») ή πάντοτε στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως δηλαδή τον Μάρτιο με εγκεντρισμό. Επίσης ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει με πλακίτη (με φόλα) την άνοιξη να εμβολιαστεί δηλαδή το υποκείμενο με ένα κομμάτι βλαστού που να φέρει έναν οφθαλμό από την ποικιλία την οποία θέλετε να πολλαπλασιάσετε.
Η τεχνική του εμβολιασμού μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανανέωση πολύ γέρικων δέντρων και τη βελτίωση της παραγωγής τους. Κλαδεύετε αυστηρά το δέντρο που πρόκειται να επανεμβολιαστεί αφήνοντας μόνο τον κορμό και μερικούς βραχίονες. Οι βραχίονες εμβολιάζονται με πολλά κεντράδια με εγκεντρισμό στεφανίτη. Αντί να εμβολιάσετε απευθείας τους βραχίονες μπορούν να περιμένετε μέχρι να αναπτυχθούν απ’αυτούς νέοι βλαστοί και να τους εμβολιάσετε με φόλα (πλακίτης εμβολιασμός). Η ελιά αρχίζει να καρποφορεί 10-12 χρόνια μετά το φύτεμα της ανάλογα με το σχήμα διαμορφώσεως που ακολουθεί ο καλλιεργητής.
Κλάδεμα
Κλάδεμα διαμορφώσεως. Η ελιά μπορεί να διαμορφωθεί σε ελεύθερο σχήμα στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να αραιώνεται η «κόμη» ώστε να περνά ο αέρας και το φώς ανάμεσα στα κλαδιά. Άλλο σχήμα διαμορφώσεως πολύ κοινή είναι το κύπελλο ( ο κορμός θα πρέπει να έχει ύψος γύρω στο 1-1,5μ). Τα τελευταία χρόνια πολλοί παραγωγοί διαμορφώνουν τα ελαιόδεντρα τους στο σχήμα της ελεύθερης παλμέτας με καλά αποτελέσματα.
Κλάδεμα καρποφορίας. Η ελιά παράγει τους καρπούς της στα κλαδιά του προηγούμενου χρόνου. Επειδή δεν αντέχει τα πολλά κλαδέματα θα πρέπει να περιορίζετε τα κλάδεμα παραγωγής στο κόψιμο ενός τμήματος των κλαδιών που έχουν καρποφορήσει στο αραίωμα της κόμης αν είναι πολύ πυκνή και στην αφαίρεση των ξερών κλαδιών καθώς αυτών που έχουν υποστεί ζημιές από ασθένειες ή έντομα.
Κλάδεμα ανανεώσεως. Για να ανανεωθούν τα πολύ γέρικα και όχι αρκετά παραγωγικά δέντρα μπορείτε να καταφύγετε σε ένα αυστηρό κλάδεμα που συνίσταται στην αποκεφάλιση του δέντρου (κόβετε δηλαδή ολόκληρη την κόμη και αφήνετε μόνο τον κορμό). Επίσης μπορείτε να κόψετε το δέντρο στη βάση και να διατηρήσετε την πιο εύρωστη από τις παραφυάδες που θα σχηματίσει.
Ζωικοί εχθροί και ασθένειες.
Το κυκλοκόνιο είναι μια πολύ κοινή ασθένεια που προσβάλλει την ελιά και προκαλείται από έναν μύκητα (Cycloconium aleagineum). Εκδηλώνεται με την εμφάνιση γκρίζων κηλίδων στα φύλλα που παίρνουν στη συνέχεια καστανό χρώμα και περιβάλλονται από μια κίτρινη άλω. Εκτός από τα φύλλα προσβάλλονται και τα φύλλα και οι καρποί πάνω στους οποίους σχηματίζονται πράσινες κηλίδες που καλύπτονται από γκρίζα μούχλα. Οι καρποί πέφτουν πριν ωριμάσουν και το άρρωστο δέντρο μπορεί να χάσει τα φύλλα του. Το κυκλοκόνιο καταπολεμάται με βορδιγάλειο πολτό ή οξυχλωριούχο χαλκό στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως και το φθινόπωρο.
Ο καρκίνος ή φυματίωση της ελιάς οφείλεται σε ένα βακτηρίδιο (Pseudomonas savastanoi) το οποίο μπαίνει στο φυτό από τραύματα ή ακάλυπτες τομές κλαδέματος. Εκδηλώνεται με την εμφάνιση εξογκωμάτων πάνω στα κλαδιά τους μίσχους και τα φύλλα που στην αρχή είναι πράσινα και λεία και σιγά –σιγά γίνονται τραχιά και καφετιά. Τα προσβλημένα κλαδιά παύουν να αναπτύσσονται και σιγά-σιγά ξεραίνονται. Η καταπολέμηση συνιστάται στη λήψη προληπτικών μέτρων όπως είναι η απολύμανση των τραυμάτων του δέντρου με θεϊκό χαλκό και το κόψιμο των άρρωστων κλαδιών.
Ο δάκος της ελιάς (Dacus oleae) είναι μια μικρή μύγα με κίτρινο κεφάλι και γκρίζο θώρακα με 3 λωρίδες. Τα τέλεια έντομα (ακμαία) που τρέφονται με σακχαρούχα υγρά εμφανίζονται γενικά γύρω στον Ιούνιο. Τα θηλυκά εναποθέτουν τα αυγά τους πάνω στους μικρούς καρπούς. Οι άσπρες προνύμφες (σκουλήκια) που γεννιούνται από αυτά τρέφονται με τη σάρκα των καρπών πάνω στους οποίους διακρίνεται μια σκούρα κηλίδα και μια τρύπα. Σιγά –σιγά οι ελιές ζαρώνουν σαπίζουν και πέφτουν. Για να καταπολεμήσετε το δάκο πρέπει να ψεκάζετε κάθε τόσο τα δέντρα χρησιμοποιώντας κατάλληλα εντομοκτόνα σ’ολη την περίοδο του σχηματισμού των καρπών.
Η μεγάλη ψώρα (κοκκοειδής) της ελιάς (Saissetia oleae) προσβάλλει κυρίως την ελιά αλλά και τα εσπεριδοειδή καθώς και άλλα φυτά όπως για παράδειγμα την πικροδάφνη. Τα θηλυκά μήκους 3χλστ τα οποία χαρακτηρίζονται από ένα ανάγλυφο σε σχήμα στη ράχη τους εγκαθίστανται στην κάτω επιφάνεια των φύλλων και στα νεαρά κλαδιά. Τα προσβλημένα δέντρα μαραίνονται ενώ μειώνεται πολύ η παραγωγή τους. Για την καταπολέμηση χρειάζεται ένας ψεκασμός με βάση το θειούχο βάριο στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως και άλλος ένας με θερινό πολτό λίγο πριν από την ανθοφορία.

Σημ. οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό άλμπουμ των ιδιοκτητών.

Κέδρος (Cedrus)

Κέδρος (Cedrus)

Οικογένεια : Πευκίδες ή Πινίδες (Pinaceae)

Cedrus Atlantica Glauca σε παραγωγή.
 Γένος που περιλαμβάνει 4 αειθαλή και μακρόβια, κωνοφόρα με μεγάλες διαστάσεις (σε κατάλληλο περιβάλλον μπορούν να φτάσουν σε ύψος 40μ). Τα νεαρά κλαδιά φέρουν σ’ολόκληρο το μήκος τους λεπτά βελονοειδή φύλλα αλλά πιο κοντά και ενωμένα σε θυσάνους. Τα δέντρα αυτά παράγουν κώνους αλλά μόνο αφού ενηλικιωθούν και μετά (σε ορισμένα είδη μάλιστα η παραγωγή κώνων αρχίζει σε ηλικία 30-40 χρόνων). Οι κέδροι αναπτύσσονται πολύ γρήγορα και λόγω των διαστάσεων τους είναι κατάλληλοι για πάρκα και μεγάλους κήπους. Στις περιοχές μας καλλιεργούνται κυρίως για διακοσμητικούς σκοπούς αλλά στις χώρες απ’τις οποίες κατάγονται χρησιμοποιείται πολύ το ξύλο τους είτε στην ξυλουργική είτε στις οικοδομές.

Είδη και ποικιλίες

Κέδρος η ατλαντική (Cedrus atlantica).
Κατάγεται από την οροσειρά του Άτλαντα στη βόρεια Αφρική. Μαζί με τον κέδρο του Λιβάνου είναι το είδος που καλλιεργείται περισσότερο. Μπορεί να φτάσει σε ύψος 40μ. Έχει πυραμιδοειδή «κόμη». Οι κύριες διακλαδώσεις ανέρχονται προς τα πάνω ενώ οι δευτερεύουσες είναι κάπως κυρτές προς τα κάτω. Στα πιο γέρικα δέντρα τα κύρια κλαδιά τείνουν να παίρνουν μια οριζόντια διεύθυνση γι’αυτό και η «κόμη» παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Το είδος αυτό παράγει όρθιους κώνους μήκους 7-10 εκατ που μένουν πάνω στο δέντρο για πολύ καιρό. Από τις πιο διαδομένες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Γλαυκή»(Galuca) με γκριζογάλανα φύλλα την «Κλαίουσα» ή Κρεμοκλαδή (Pendula) με κυρτό κορμό και κρεμαστά κλαδιά που φτάνουν ως το έδαφος και την «Οξύληκτο» (Fastigiata) με κλαδιά ανερχόμενα και κιονωτή μορφή.

Κέδρος η δεοδάρα (Cedrus deodara)
Cedrus Livani σε παραγωγή.
Το είδος αυτό που κατάγεται από τα Ιμαλάια είναι γνωστό και σαν Κέδρος των Ιμαλαίων. Έχει ύψος από 10ως 40εκατ πλαγιόκλαδη ανάπτυξη και κρεμάμενες τις κορυφές του κορμού και των κλαδιών. Τα κύρια κλαδιά είναι οριζόντια και εύκαμπτα. Στα νεαρά δέντρα οι βελόνες έχουν γκριζογάλανο χρώμα ενώ στα ενήλικα βαθυπράσινο. Οι κώνοι μήκους 7-10 εκατ λίγο ή πολύ ωοειδείς σχηματίζονται στα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων που έχουν ηλικία 35-40 εκατ. Η ποικιλία «Κλαίουσα» (Pendula) είναι πιο χαμηλή από το τυπικό είδος και έχει κλαδιά κρεμάμενα προς τα κάτω.

Κέδρος του Λιβάνου (Cedrus libani) Είναι ο πιο γνωστός κέδρος. Φτάνει σε ύψος 10-40μ. Σε νεαρή ηλικία η «κόμη» έχει κωνικό σχήμα. Στα πιο γέρικα δέντρα η κορυφή του κορμού γέρνει τα κύρια κλαδιά παίρνουν μια οριζόντια κατεύθυνση (ποτέ κρεμάμενη προς τα κάτω) και η κόμη γίνεται πιο πλατιά. Οι βελόνες είναι βαθυπράσινες και μερικές φορές παρουσιάζουν αργυρόχρωμες ή γαλαζωπές ανταύγειες. Από τις καλλιεργούμενες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Χρυσή» (Aurea) πιο λεπτή από τις άλλες με χρυσοπράσινες βελόνες την «Αργυρή» (Argentea) με φύλλα που έχουν αργυρόχρωμες ανταύγες τη «Νάνα» (Nana με φύλλα που παρουσιάζουν αργυρόχρωμες ανταύγειες ύψος 1 περίπου μ και αργή ανάπτυξη και η Σαργέντειος (Sargentii) με κρεμάμενα κλαδιά κατάλληλη για βραχόκηπο.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι κέδροι χρειάζονται εδάφη με καλή αποστράγγιση επειδή δεν αντέχουν καθόλου τα λιμνάζοντα νερά και ηλιόλουστες τοποθεσίες. Αναπτύσσονται καλά ακόμα και σε ασβεστώδη εδάφη. Τα νεαρά δέντρα (ύψους 50-60 εκατ ) φυτεύονται στην οριστική τους θέση το φθινόπωρο ή την άνοιξη. Είναι απαραίτητο να τοποθετούνται στον πυθμένα του λάκκου πέτρες, χαλίκια κλπ ώστε να εξασφαλίζεται καλή αποστράγγιση. Όταν τα δέντρα φτάσουν σε κάποιο ύψος στηρίζονται με γερούς πασσάλους.

Πολλαπλασιασμός
οι κέδροι πολλαπλασιάζονται με σπόρο και με εμβολιασμό. Για τη σπορά που γίνεται τον Απρίλιο σέ προφυλαγμένο μέρος χρησιμοποιούνται οι σπόροι των κώνων που χρειάζονται 2 χρόνια για να ωριμάσουν. Όταν τα μικρά φυτά φτάσουν σε ύψος 10 περίπου εκατ φυτεύονται σε φυτώριο όπου θα μείνουν για 3-4 χρόνια πριν φυτευτούν στην οριστική τους θέση.
Οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται με εγκεντρισμό (πλευρικό σε σφήνα ) την άνοιξη. Τα κεντράδια παίρνονται από κλαδιά του χρόνου. Σαν υποκείμενα χρησιμοποιούνται δενδρύλλια ηλικίας 1-2 χρόνων.

Κλάδεμα
Στα νεαρά δέντρα είναι απαραίτητο να διατηρηθεί ένας μόνο κύριος βλαστός. Αν διακλαδίζεται το φθινόπωρο κόβεται το λιγότερο αναπτυγμένο κλαδί. Αν θέλει κανείς να περιορίσει την ανάπτυξη του δέντρου μπορεί να κόψει στα τέλη του χειμώνα τα πιο χαμηλά κλαδιά από τη βάση τους χωρις να αφήσει κομμάτια και χωρίς να πειράξει τα πιο αναπτυγμένα κλαδιά.

Κυπαρίσσι ή Κυπάρισσος(Cupressus)

Κυπαρίσσι ή Κυπάρισσος(Cupressus)

Οικογένεια :Κυπαρισσίδες (Cupressaceae)


Εντυπωσιακά 12 μέτρα κυπαρίσσια δουλεμένα.
Γένος που περιλαμβάνει 20 περίπου είδη αειθαλών κωνοφόρων που κατάγονται από τις εύκρατες ζώνες του βόρειου ημισφαιρίου. Πρόκειται για δέντρα με μέσο ύψος και συμπαγή «κόμη» σε σχήμα κολόνας. Τα φύλλα λεπιοειδή και τριγωνικά καλύπτουν εντελώς τα κλαδιά. Οι κώνοι τα λεγόμενα κυπαρισσόμηλα έχουν στρογγυλωπό σχήμα και αγκαθωτά λέπια. Τα κυπαρίσσια σε μερικές περιοχές παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του τοπίου : αν τοποθετηθούν σε πυκνές σειρές αποτελούν ιδεώδεις φράχτες ή ανεμοθραύστες. Το ξύλο σκληρό κι αρωματικό χρησιμοποιείται στην ξυλουργική.
Είδη και ποικιλίες
Κυπάρισσος του Κασμίρ ( Cupressus cashmeriana). Το είδος αυτό που κατάγεται από την Ινδία είναι ανθεκτικό στις χώρες της Μεσογείου. Έχει σχήμα πυραμίδας με κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά και φτάνει σε ύψος 15μ.
Κυπάρισσος η λεία (Cupressus glabra)
Ανθεκτικό είδος που κατάγεται από την Αριζόνα και φτάνει σε ύψος 15μ. Έχει κωνική «κόμη» παχύ πορφυρόχρωμο φλοιό που ξεκολλάει σε πλάκες και μικρά, γκριζογάλαζα φύλλα. Τα κυπαρισσόμηλα έχουν πορφυροκάστανο χρώμα.
Κυπάρισσος η μακρόκαρπη (Cupressus macrocarpa). Το είδος αυτό που κατάγεται από την Καλιφόρνια είναι γνωστό και με τ’ονομα Κυπαρίσσι του Μοντερέη. Είναι ανθεκτικό στις παραθαλάσσιες περιοχές όπου συχνά φυτεύεται για να σχηματίσει ανεμοθραύστες. Το σχήμα του στην αρχή είναι κιονωτό αλλά όταν το δέντρο γεράσει γίνεται πλαγιόκλαδο. Τα φύλλα έχουν βαθυπράσινο χρώμα κι είναι αρωματικά. Εξάλλου ο φλοιός είναι καστανέρυθρος και τα κυπαρισσόμηλα ενωμένα σε ομάδες κατά μήκος των βλαστών. Απ’αυτό το είδος καλλιεργείται συχνά η ποικιλία Κυπάρισσος η μαυρόκαρπος ποικ.Λαμπερτιάνα (Cupressus macrocarpa «Lambertiana») από την οποία προέρχεται η άλλη ονομασία του Κυπαρισσιού του Λάμπερτ. Η ποικιλία «Χρυσόχρωμη Ντόναλντ» (Donald Gold) έχει γρήγορη ανάπτυξη και χρυσαφί φύλλωμα.

Χιλιάδες κυπαρίσσια ( Cupressus sempervirens) σε παραγωγή.
 Κυπάρισσος ο αειθαλής (Cupressus sempervirens). Ανθεκτικό είδος που κατάγεται από τις μεσογειακές περιοχές και φτάνει σε ύψος 20-40μ. Σε νεαρή ηλικία η κόμη του είναι μυτερή για να γίνει κιονωπή και στρογγυλή στην κορυφή όταν το δέντρο γεράσει. Τα φύλλα είναι βαθυπράσινα και τα κυπαρισσόμηλα καστανότεφρα.

Τεχνική της καλλιέργειας
Τα κυπαρίσσια προσαρμόζονται σ’όλα τα βαθιά και καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη. Αντέχουν ακόμα και σε ένα ορισμένο βαθμό ξηρασίας με εξαίρεση την Κυπάρισσο τη μακρόκαρπη (C.macrocarpa). Φυτεύονται (καλό θα είναι να χρησιμοποιηθούν νεαρά δενδρύλλια ύψους 60-70 εκατ τον Οκτώβριο –Νοέμβριο ή τον Μάρτιο –Απρίλιο σε προσήλιες θέσεις.


Φράχτης απο κυπαρίσσια μεθοδικά κουρεμένα.
Πολλαπλασιασμός Πολλαπλασιάζεται με σπόρους, μοσχεύματα και καταβολάδες. Η σπορά γίνεται την άνοιξη σε κρύο κασόνι. Τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε γλάστρες διαμέτρου 8-9εκατ. που είναι παραχωμένες στο ύπαιθρο ή μεταφυτεύονται σε φυτώριο. Τον επόμενο χρόνο φυτεύονται στην οριστική τους θέση. Ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα που είναι πιο κατάλληλος για τις ποικιλίες γίνεται το φθινόπωρο. Τα μοσχεύματα (μήκους 10 περίπου εκατ) κόβονται από τα πλευρικά κλαδιά μαζί με ένα κομμάτι παλιού ξύλου και τοποθετούνται για να ριζώσουν σε ένα μείγμα από άμμο και τύρφη. Στη συνέχεια φυτεύονται όπως και τα νεαρά φυτά.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες.
Τα κυπαρίσσια μπορούν να προσβληθούν από αφίδες και ακάρεα που προκαλούν το μαρασμό τους. Για τις αφίδες γίνονται ψεκασμοί με βάση τη νικοτίνη και στις πιο σοβαρές περιπτώσεις Μαλαθείο. Κατά των ακάρεων η καταπολέμηση με χημικά προιόντα είναι αντίθετα πολύ δύσκολη γιατί αυτές οι μικρές αράχνες βρίσκουν συχνά καταφύγιο στα «μάτια» και στις σχισμές του φλοιού καθώς επίσης γιατί έχουν μεγάλη ικανότητα να εθίζονται στα εντομοκτόνα.
Τα κυπαρίσσια μπορούν επίσης να προβληθούν και από την τεφρά σήψη που συνήθως προσβάλλει τα νεαρά δενδρύλλια της Κυπάρισσου της μακρόκαρπης (C.macrocarpa) και της Κυπάρισσου της αειθαλούς (C.sempervirens). Πάνω στα προσβλημένα μέρη σχηματίζεται μια γκριζωπή σήψη. Για την καταπολέμηση των ασθενειών αυτών έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικοί οι ψεκασμοί με βορδιγάλειο πολτό, TMTD και Κάπταν.

Σημ. Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό άλμπουμ των ιδρυτών από επισκέψεις-προσκλήσεις σε μεγάλες ευρωπαικές φυτωριακές μονάδες.

Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ

Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ
www.delta-trees.com

FACEBOOK

About Us

Η φωτογραφία μου
ATHENS, ATTICA GREECE, Greece
OFFICE :Square Tsokri1 & Sigrou Ave 11742 Athens - Greece EXHIBITION HALL : 28 KM National Road Athens – Lamias 19014 Κιν.0030/6973392234 delta-trees@hotmail.com info@delta-trees.com www.delta-trees.com

ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΑΡΘΡΑ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΑΡΘΡΑ

Φυτά και Φυτώρια στον κόσμο

Vivai piante - plantas de viveros - plantes de vivers - viveiros de plantas - bimëve çerdhe - مشاتل النباتات - растения разсадници- pépinières de plantes - Pflanzen Baumschulen - געוויקסן נערסעריז - planter planteskoler - צמחים במשתלות – puukoolides - 植物の保育園 - pembibitan tanaman- plandlanna plandaí - plöntur nurseries - 植物苗圃 - rasadnicima biljke - augu audzētavas - гадавальніка раслін - augalų medelynai - Planter barnehageplanten kwekerijenr - planten kwekerijen - meithrinfeydd planhigion - növények faiskola - розплідники рослин - گیاهان گلخانه ها - szkółki roślin - pepiniere de plante - питомники растений - постројења вртићи - растенија расадници - rastliny škôlky - rastline drevesnice - mimea vitalu - växter plantskolor – ชำพืช - bitkiler kreşler - rostliny školky - halaman nurseries - kasvien taimitarhat

Blog Archive