Search This Blog

Followers

Εταιρια - Company

Τα ΦΥΤΩΡΙΑ DELTA – TREES ΕΠΕ είναι επιχείρηση με ευρείες δραστηριότητες στον κλάδο της παραγωγής – εμπορίας - αντιπροσωπείας καλλωπιστικών φυτών και δένδρων. Σκοπός της εταιρείας είναι η προμήθεια φυτών ιδιαίτερα μεγάλης ανάπτυξης στον δημόσιο τομέα, σε φυτώρια , σε εταιρείες πρασίνου, ξενοδοχειακές μονάδες ,σε ιδιώτες ,είτε από παραγωγική διαδικασία είτε από εισαγωγές σε συνεργασία η αντιπροσωπεία με τους μεγαλύτερους οίκους του εξωτερικού. Η εταιρία DELTA – TREES ΕΠΕ διαθέτουν κάθετες μονάδες παραγωγής φυτών στη γη, σε ιδιόκτητες εκτάσεις άνω των 100.000 τμ με συνεχείς βελτιώσεις και αυξητικές τάσεις, στην ευρύτερη περιοχή του ΑΣΤΑΚΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ. Η επιχείρηση εκτός της παραγωγικής και εμπορικής διαδικασίας ειδικεύεται στην μεταμόσχευση όλων των ενηλίκων αλλά ταυτόχρονα και σπανίων δένδρων. Η περικοπή η μεταμόσχευση η μεταφορά και η εκφόρτωση αυτών των δένδρων απαιτούν συγκεκριμένες τεχνικές πού υπονοούν υψηλή τεχνογνωσία και μεγάλη εμπειρία. DELTA–TREES LTD company is a business with expanding activities in the field of production trading and representation of ornamental plants and trees. Purpose of the company is the supply of plants of high growth in the public section, in plants companies, hotel units, in faculties or from productive procedure or from imports in cooperation or represent with the biggest companies of exterior. DELTA – TREES LTD nurseries dispose integral production units of plants in owned areas over 100.000 m2 with continuous improvements and increasing tensions located in the area of Astakos Etoloakarnanias. The business except the production and trading procedure is being specialized in eradication of all the adults as well as rare trees. The retrenchment, eradication, transportation and unloading of these trees demands specific techniques which undermining high technical knowledge and big experience.

ΔΡΥΣ (Quercus), Oak

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010 0 σχόλια


ΔΡΥΣ(Quercus)
Οικογένεια :Φηγίδες (Fagaceae)
Κοινό όνομα : βαλανιδιά,βελανιδιά
Γένος που περιλαμβάνει περισσότερα από 400 είδη αειθαλών ή φυλλοβόλων και γενικά ανθεκτικών στο κρύο δέντρων και θάμνων. Είναι πολύ διαδομένα στις εύκρατες περιοχές μερικά ευδοκιμούν ακόμα και στις ορεινές ζώνες των τροπικών περιοχών. Οι βαλανιδιές έχουν σκληρό ξύλο και συνήθως αποκτούν μεγάλες διαστάσεις (φτάνουν εύκολα τα 50μ ύψος ) είναι επίσης πολύ μακρόβια (υπάρχουν δέντρα που η ηλικία τους ξεπερνά τα 500 χρόνια). Τα φύλλα σχεδόν πάντα έλλοβα έχουν διάφορα σχήματα και ακέραιες ή οδοντωτές παρυφές όσο για το χρώμα τους κυμαίνεται σε διαφορετικούς τόνους του πράσινου ανάλογα με το είδος –συχνά αποκτά όμορφες αποχρώσεις κατά το φθινόπωρο. Τα λουλούδια είναι μονογενή πάνω στο ίδιο δέντρο δηλαδή υπάρχουν «θηλυκά» και «αρσενικά». Τα πρώτα είναι πράσινα και ασήμαντα από διακοσμητική άποψη και τα δεύτερα κίτρινα και ενωμένα σε κρεμάμενους στύλους που καλύπτονται μ’ένα απλό χνούδι. Τα λουλούδια εμφανίζονται μαζί με τα πρώτα φύλλα αργά την άνοιξη. Οι καρποί, τα κοινά βαλανίδια είναι λείοι και γυαλιστεροί και καλύπτονται ενμέρει από ένα λείο κύπελλο ρυτιδωμένο ή αγκαθωτό διαμέσου του οποίου είναι προσκολλημένοι πάνω στα κλαδιά. Το ξύλο μερικών ειδών βαλανιδιάς χρησιμοποιείται στην ξυλουργική γιατί είναι πολύ ανθεκτικό και καλής ποιότητας. Εξαιτίας των μεγάλων τους διαστάσεων τα δέντρα που προορίζονται για διακοσμητικούς σκοπούς είναι κατάλληλα για πάρκα και μεγάλους κήπους.


Αριά ( Quercus Ilex) 300 ετων στήν Ικαρία
Είδη και ποικιλίες
Φυλλοβόλα
Δρύς η κήρρις (Quercus cerris). Κοινά ονόματα :ρουπάκι, δέντρο, τσέρρο, μικρή βαλανιδιά, άγρια βαλανιδιά. Πολύ ανθεκτικό είδος με γρήγορη ανάπτυξη καταγόμενο από τη Νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 30-35μ και ωοειδή, έλλοβα φύλλα. Η κόμη του ωοειδής στην αρχή τείνει μάλλον προς το σχήμα της πυραμίδας καθώς περνούν τα χρόνια. Τα κύπελλα των καρπών φέρουν κατσαρά λέπια.
Δρύς η κόκκινη (Quercus coccinea). Εύρωστο δέντρο με ύψος 10-15μ και διάμετρο κόμης 8-12. Τα φύλλα του γίνονται κόκκινα κατά το φθινόπωρο.
Δρύς η φαρνέττο (Quercus farnetto). Κατάγεται από την νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 30-40 εκατ. πυκνή κόμη και μακριά έλλοβα φύλλα με πολύ κοντούς μίσχους.
Δρύς η ελλόβιος (Quercus palustris). Το είδος αυτό που κατάγεται από τις δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες έχει κωνικό σχήμα και αναπτύσσεται σε βαλτώδη εδάφη.
Δρύς η έμμισχος (Quercus pedunculata).Κοινά ονόματα: δέντρο, δρύς, ρένια, ροτσόκι, ρουπάκι. Κατάγεται από τις χώρες της Μεσογείου και τον Καύκασο και είναι διαδομένη σ’ολη την Ευρώπη τη βόρεια Αφρική και τη Μικρά Ασία.
Έχει μέχρι και 50μ ύψος στρογγυλή, απλωτή κόμη οριζόντια κλαδιά και επιμήκη, έλλοβα φύλλα με κοντό μίσχο. Είναι μακρόβιο δέντρο (ζει μέχρι και 400 χρόνια) που συχνά αποκτά μεγάλες διαστάσεις (το πλάτος του κορμού φτάνει τα 3μ και η προβολή της κόμης τα 300μ2 ). Το είδος αυτό προτιμά τα υγρά και δροσερά εδάφη.
Δρύς η χνοώδης (Quercus pubescens). Κατάγεται από την νότια Ευρώπη και τη Μικρά Ασία. Έχει ύψος 10-15μ και έλλοβα φύλλα συχνά καρδιόσχημα στη βάση. Τα νεαρά κλαδιά οι νευρώσεις της κάτω επιφάνειας των φύλλων και το κύπελλο του καρπού φέρνουν ένα κιτρινωπό χνούδι.
Δρύς η άμισχος (Quercus sessiflora). Κοινά ονόματα : δέντρο, δεντρούλι, δρυς, γρανιτσιά ρουπάλι. Λέγεται και Δρύς η πετραία (Quercus petraea). Κατάγεται από τη νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 20-30μ απλωτή κόμη και άμισχα λουλούδια και καρπούς.
Αειθαλή
Δρύς η κοκκοφόρος (Quercus coccifera). Κοινά ονόματα :πουρνάρι, πρινάρι απρινιά, κατσιπρινιά, κατσοπούρναρο, κατσικοπούρναρο. Φουντωτός θάμνος που κατάγεται από τις χώρες της Μεσογείου. Έχει ύψος το πολύ μέχρι 3μ και μικρά δερματώδη φύλλα με οδοντωτές και αγκαθωτές παρυφές.
Δρύς η ίληξ (Quercus illex).Κοινά ονόματα : Αριά,άρεος, ασίλακας (Κρήτη), κλαδί (Χαλκιδική).Δέντρο πολύ διαδομένο στα δάση των μεσογειακών περιοχών απ’οπου και κατάγεται. Έχει ύψος γύρω στα 20-25μ στρογγυλωπή κόμη και λογχοειδή, γυαλιστερά δερματώδη φύλλα. Αντέχει την ξηρασία και τα στεγνά, βραχώδη εδάφη και έχει σκληρό και βαρύ ξύλο κατάλληλο για την ξυλουργική.
Δρύς η φελλόδρυς (Quercus suber). Τυπική βαλανιδιά της Μεσογείου η οποία αναπτύσσεται επίσης και στις ακτές της Πορτογαλίας και του Μαρόκου που βρίσκονται στον Ατλαντικό. Το ύψος της δεν ξεπερνά τα 15μ ενώ η διάμετρος του κορμού της φτάνει τα 5μ. Ο κορμός καλύπτεται από έναν παχύ φλοιό που διασχίζεται από βαθιές αυλακώσεις απ’οπου λαμβάνεται ο φελλός. Η «κόμη» είναι πλατιά, ακανόνιστη και αραιή. Τα φύλλα μικρά, ωοειδή και δερματώδη με κυματοειδής παρυφές και μυτερές άκρες είναι γυαλιστερά και σκουροπράσινα στην πάνω επιφάνεια και στην κάτω γκρίζα και χνουδωτά. Η φελλόδρυς θέλει κλίματα υγρά και ζεστά, θέσεις φωτεινές και εδάφη κατά προτίμηση πυριτολιθικά και όξινα (δεν αντέχει τα ασβεστολιθικά).
Η συγκομιδή του φελλού αρχίζει όταν το δέντρο φτάσει σε ηλικία 30-35 χρόνων (το ύψος και η περίμετρος του κορμού θα πρέπει να κυμαίνεται γύρω 1,80μ και 60εκατ αντίστοιχα). Από τον πρώτο φλοιό ο οποίος είναι ζαρωμένος και ασύμμετρος παράγεται φελλός κατώτερης ποιότητας που ονομάζεται αρσενικός φελλός. Ο φλοιός ξανασχηματίζεται και όταν αποκτήσει το επιθυμητό πάχος (3-4εκατ) αφαιρείται και πάλι- ο φελλός που παράγεται πιο λεπτός και πιο λείος ονομάζεται ευγενής φελλός. Στο βιολογικό της κύκλο (περίπου 150 χρόνια) μια καλή φελλόδρυς μπορεί να δώσει μέχρι 200 κιλά φελλού (5-6 κιλά στα πρώτα χρόνια και 20-30 όταν βρίσκεται στην εποχή της πλήρους παραγωγής της.
Δρύς η Μακεδονική βελανιδιά: Quercus Macedonica.- Quercus trojana
Είναι ένα είδος που οι ειδικοί το τοποθετούσαν αρχικά στην Μακεδονία και την Ήπειρο. Προς ευχάριστη έκπληξη όμως το συναντούμε και στο Ξηρόμερο, κυρίως στον πυρήνα του βελανιδοδάσους Πρόδρομος – Αγράμπελο, κτλ. Αναπαράσταση από Μακεδονική βελανιδιά (Quercus Macedonica) ήταν και το από χρυσό στεφάνι δρυός του Φιλίππου Β' Βασιλιά της Μκεδονίας και πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Τεχνική της καλλιέργειας
Οι απαιτήσεις των δέντρων αυτών ποικίλλουν ανάλογα με το είδος. Γενικά καλό θα είναι να τις φυτεύετε σε αρκετά μεγάλους χώρους και σε εδάφη με καλή αποστράγγιση. Οι βαλανιδιές προτιμούν τις ηλιαζόμενες θέσεις αλλά αντέχουν και σε σχετικά σκιερές. Φυτεύονται το φθινόπωρο ή στις αρχές της ανοίξεως. Κατά τα πρώτα χρόνια ο εμπλουτισμός του εδάφους με κοπριά ή φυτόχωμα είναι χρήσιμος για τα περισσότερα είδη. Για να σχηματίσετε φράχτες για παράδειγμα από αριά, φυτεύετε τα δέντρα σε απόσταση 60-80 εκατ το ένα από το άλλο και έπειτα κόβετε τις κορυφές για να βοηθήσετε το σχηματισμό των πλευρικών διακλαδώσεων. Επίσης για να διατηρήσετε τους φράχτες στις διαστάσεις που θέλετε πρέπει να τους κλαδεύετε κάθε χρόνο κατά τον Μάρτιο. Εξάλλου για να κρατάτε πάντα καθαρό και μόνο ένα στέλεχος κόβετε τον Φεβρουάριο τα πλευρικά κλαδιά των μικρών δέντρων (ηλικίας 2-3χρόνων)

10.000 Δρύς η ίληξ (Quercus illex)
στούς χώρους παραγωγής μας.
Πολλαπλασιασμός Γενικά ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο. Οι σπόροι διατηρούν τη βλαστητική τους ικανότητα για μικρό χρονικό διάστημα και γι’αυτό η σπορά θα πρέπει να γίνεται μέσα σε διάστημα το πολύ 2μηνών από τη στιγμή της συγκομιδής το φθινόπωρο στο ύπαιθρο σε γλάστρες ή σε κασόνια. Το επόμενο φθινόπωρο τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε φυτώριο και μετά 2-3 χρόνια φυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Άλλα είδη Δρυός τα περισσότερα τα οποία συναντούμε κυρίως στις Η.Π.Α – Μεξικό - Κίνα είναι τα εξής.

Quercus alba, Quercus aliena Quercus arizonica Quercus austrina Quercus berberidifolia Quercus bicolor Quercus boyntonii Quercus carmenensis Quercus chapmanii Quercus chihuahuensis Quercus cornelius-mulleri Quercus copeyensis Quercus dalechampii  Quercus depressipes Quercus deserticola Quercus dilatata Quercus douglasii Quercus dumosa Quercus durata Quercus engelmannii Quercus faginea Quercus furuhjelmi Quercus fusiformis Quercus gambelii Quercus garryana Quercus geminata Quercus glaucoides Quercus grisea Quercus havardii Quercus hinckleyi Quercus hondurensis Quercus insignis Quercus intricata Quercus john-tuckeri Quercus laceyi Quercus lanata Quercus leucotrichophora Quercu obata Quercus lusitanica Quercus lyrata Quercus macrocarpa Quercus mohriana Quercus michauxii Quercus minima Quercus mongolica Quercus muehlenbergii Quercus oblongifolia Quercus oglethorpensis Quercus oleoides Quercus peduncularis Quercus petraea Quercus polymorpha Quercus prinoides Quercus prinus Quercus pubescens Quercus pungens —Quercus rugosa Quercus sadleriana Quercus stellata Quercus toumeyi Quercus turbinella Quercus vaseyana Quercus virginiana Quercus canariensis Quercus dentata Quercus frainetto Quercus macranthera Quercus pontica Quercus pyrenaica Quercus vulcanica Quercus acutissima Quercus alnifolia Quercus calliprinos Quercus castaneifolia Quercus infectoria Quercus libani Quercus macrolepis Quercus semecarpifolia Quercus variabilis Quercus cedrosensis Quercus chrysolepis Quercus palmeri Quercus tomentella Quercus vaccinifolia Quercus arkansana Quercus buckleyi Quercus canbyi Quercus castanea Quercus coccinea Quercus costaricensis Quercus cualensis Quercus depressa Quercus eduardii Quercus ellipsoidalis Quercus emoryi Quercus falcata Quercus gravesii Quercus graciliformis Quercus georgiana Quercus hintoniorum Quercus hirtifolia Quercus humboldtii Quercus hypoleucoides Quercus hypoxantha Quercus ilicifolia Quercus iltisii Quercus imbricaria Quercus incana Quercus inopina Quercus kelloggii Quercus laevis Quercus laurifolia Quercus laurina Quercus marilandica Quercus myrtifolia Quercus nigra Quercus pagoda Quercus parvula Quercus phellos Quercus pumila Quercus rapurahuensis Quercus rhysophylla Quercus salicifolia Quercus sapotifolia Quercus shumardii Quercus tardifolia Quercus texana Quercus wislizeni Quercus xalapensis Quercus albicaulis Quercus argentata Quercus argyrotricha Quercus augustinii Quercus austrocochinchinensis Quercus austroglauca Quercus bella Quercus blakei Quercus camusiae Quercus championii Quercus chapensis Quercus chevalieri Quercus chingsiensis Quercus chungii Quercus daimingshanensis Quercus delavayi Quercus delicatula Quercus dinghuensis Quercus disciformis Quercus edithiae Quercus elevaticostata Quercus fleuryi Quercus gambleana Quercus gemelliflora Quercus gilva Quercus glauca Quercus helferiana Quercus hondae Quercus hui Quercus hypophaea Quercus jenseniana Quercus jinpinensis Quercus kerrii Quercus kiukiangensis Quercus kouangsiensis Quercus lamellosa Quercus lineata Quercus litoralis Quercus litseoides Quercus lobbii Quercus longinux Quercus lowii Quercus lungmaiensis Quercus merrillii,Quercus motuoensis Quercus multinervis Quercus myrsinifoliaQuercus neglecta, Quercus ningangensis Quercus obovatifolia Quercus oxyodon, Quercus phanera,,Quercus poilanei,, Quercus rex Quercus salicina.Quercus saravanensis Quercus schottkyana,Quercus semiserrata Quercus sessilifolia  Quercus sichourensis Quercus stenophylloides, Quercus stewardiana Quercus subhinoidea Quercus subsericea Quercus thorelii Quercus tomentosinervis Quercus treubiana,Quercus yingjiangensis.

| | edit post

ΕΛΙΑ (Olivo) - Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europea)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010 0 σχόλια



ΕΛΙΑ  Καβουσίου - Αζοριά  Κρήτης. με περίμετρο κορμού
14,25 μέτρα.Ισως η μεγαλύτερη σε μέγεθος Ελιά στόν κόσμο. 
 ΕΛΙΑ (Olivo-Ulivi-OliveTree)

Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europaea)
Οικογένεια : Ελαίδες (Oleaceae)
Η ελιά είναι ένα δέντρο που απαντά σ’ολες τις μεσογειακές χώρες. Κατάγεται από τη Μικρά Ασία απ’οπου και διαδόθηκε σε όλες τις χώρες που έχουν ζεστά και ξερά καλοκαίρια και ήπιους χειμώνες. Σήμερα οι χώρες με την μεγαλύτερη παραγωγή λαδιού είναι η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Τυνησία και η Πορτογαλία. Η καλλιέργεια της ελιάς επεκτείνεται και στην αμερικανική ήπειρο ιδιαίτερα στην Καλιφόρνια.

ΕΛΙΑ Βουβών Χανίων Κρήτης. με περίμετρο κορμού 8.05 μέτρα.
Η μεγαλύτερη σε ηλικία Ελιά στόν κόσμο 3.500-5.000 χρόνων.

 Καλλιεργείται σε όλες τις εύκρατες –ζεστές ζώνες για τους καρπούς της που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή λαδιού και για άμεση κατανάλωση (επιτραπέζιες ελιές). Στη δεύτερη περίπτωση οι ελιές υπόκεινται σε διάφορες επεξεργασίες για να καταστούν εδώδιμες.
Η συγκομιδή της ελιάς πριν ή μετά την πλήρη ωρίμανση της και η διαδικασία που ακολουθείται για να γίνει εδώδιμη επιτρέπουν την επίτευξη δύο τύπων προϊόντος πράσινες και μαύρες ελιές. Από την ελιά χρησιμοποιούνται επίσης τα φύλλα στα οποία αποδίδονται αντιπυρετικές ιδιότητες και το ξύλο που χρησιμοποιείται στην ξυλουργική και την επιπλοποιία.

Είδη και ποικιλίες
Το είδος Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europaea) περιλαμβάνει δύο υποείδη : Ελαία η ευρωπαϊκή ήμερος ή εδώδιμος (Olea europaea sativa) που είναι η καλλιεργούμενη ελιά και Ελαία η ευρωπαϊκή αγρία (Olea europaea oleaster) κοινώς αγριλιά, αγριλιός, αγρίλι, γριλολιά (Κέρκυρα), κοσίνη (Άνδρος), κόστινος (Αίγινα) η οποία είναι αυτοφυές δέντρο ύψους 5-6μ με αγκαθωτά κλαδιά και μικρούς μελανέρυθρους καρπούς.
Η ήμερη ελιά είναι αειθαλές δέντρο ύψους 20 περίπου μ. με κορμό γεμάτο κόμπους συχνά συστραμμένο και καλυμμένο από έναν γκριζωπό φλοιό. Στη βάση του κορμού εξάλλου (αλλά και πιο πάνω) υπάρχουν διάφορα εξογκώματα (γόγγροι, δρόγγοι ή βυζιά). Τα κλαδιά συστραμμένα κι αυτά φέορυν λογχοειδή γκριζοπράσινα περγαμηνοειδή φύλλα. Τα νεαρά κλαδιά είναι πράσινα και εύκαμπτα. Τα άνθη εμφανίζονται ενωμένα σε άσπρες φοβοειδείς ταξιανθίες μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου σε κλαδιά ενός χρόνου. Οι καρποί ωοειδείς δρύπες έχουν συνήθως πράσινο κοκκινωπό ιώδες ή μαυριδερό χρώμα και αποτελούνται από τη σάρκα καθώς από ένα ξυλώδες τμήμα (πυρήνας) που βρίσκεται στο κέντρο. Οι ελιές ωριμάζουν ανάλογα με το κλίμα από τον Σεπτέμβριο ως τον Ιανουάριο. Έχει διαπιστωθεί ότι μόνο το 1-2% των γονιμοποιημένων λουλουδιών δένουν καρπό ενώ τα άλλα πέφτουν. Η ελιά μπορεί να ζήσει πολλές εκατοντάδες χρόνια. Στη χώρα μας καλλιεργούνται διάφορες ποικιλίες ελιάς από τις οποίες αναφέρουμε τις πιο σημαντικές κατατάσσοντας τις σε ομάδες ανάλογα με τον τόπο καλλιέργειας : Πελοποννήσου : κορωνέικη Αλαγωνίας, νερολιά, ματσολιά, καρυδολιά, αητονύχι, Καλαμών. Κερκύρας : λιανολιά, πικρολιά, στρυφτολιά, τρυτσολιά, αναποδολιά, στρουμπουλολιά, γαιδουρολιά, αετονυχολιά, χονδρολιά, καλοκαιρίδα, μελολιά, γλυκολιά.
Λευκάδας : ασπρολιά, μαυρολιά.
Κρήτης : κορωνέικη, λιανολιά, χονδρολιά, μηλοελιά, μουρατοελιά, τσουνάτη, καλυμπάτη.
Στερεάς Ελλάδος : Αθηναική κολυμπάδα ή καρυδολιά, καλαματιανή, μεγαρίτικη, βολιώτικη, κορωνείκη, δαμασκηνάτη, Αμφίσσης, καθρέικη.
Λέσβου: κολοβή ή βαλανολιά, αδραμυτινή ή μηλολιά ή περαική, λαδολιά ή ασπρολιά ή καλολιά ή ρουπαδιά.
Τεχνική της καλλιέργειας
Πρόκειται για δέντρα που προσαρμόζονται και σε φτωχά, πετρώδη, ξερικά και ασβεστώδη εδάφη. Για το λόγο αυτό οι ελιές φυτεύονταν από παράδοση στις πιο αφιλόξενες ζώνες. Ωστόσο καλό θα είναι να θυμάστε πως για να έχετε καλή παραγωγή θα πρέπει να καλλιεργείτε την ελιά σε γόνιμα, δροσερά και καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη επειδή δεν αντέχει τα λιμνάζοντα νερά. Οι πιο κατάλληλες θέσεις είναι οι πλαγιές που βλέπουν προς το νότο και προστατεύονται από τους βόρειους ανέμους. Η ελιά είναι ανθεκτική στην ξηρασία αλλά κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής της μπορεί να χρειαστεί μερικά ποτίσματα αν παρατηρηθούν μακρές περίοδοι ανομβρίας. Το φύτεμα γίνεται κατά προτίμηση το φθινόπωρο αλλά στις πιο ψυχρές περιοχές μπορεί να γίνει κα την άνοιξη. Τα δενδρύλλια μπορούν να φυτευτούν και με γυμνή ρίζα αλλά καλύτερα είναι να φυτεύονται με μπάλα χώματος. Πριν από το φύτεμα θα πρέπει να σκάψετε σε βάθος το έδαφος και να εμπλουτίσετε με άφθονη κοπριά και φωσφοροκαλιούχα λιπάσματα. Ανοίγετε αρκετά μεγάλους λάκκους (τουλάχιστον 60Χ60Χ60) και τοποθετείτε μέσα σ’αυτούς τα δενδρύλλια με προσοχή για να μην καταστραφούν οι ρίζες. Φροντίστε επίσης να αφήσετε έξω από το χώμα το σημείο του εμβολιασμού. Στη συνέχεια γεμίζετε το λάκκο με το χώμα που βγάλατε απ’αυτόν και το πατάτε γερά γύρω από τις ρίζες.
Κάθε χρόνο θα πρέπει να ρίχνετε διάφορα λιπάσματα κυρίως αζωτούχα σε βάθος 15-20 εκατ.

ΕΛΙΑ στό Σαμωνά Χανίων Κρήτης. με περίμετρο κορμού 12.90 μέτρα
σέ ύψος 0.90 cm . Ξεκινάει με έναν κορμό και διακλαδώνεται με αρκετούς
εντυπωσιακούς κορμούς από πολύ χαμηλά στη βάση  . 
Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός με σπόρο χρησιμοποιείται γενικά μόνο για την παραγωγή σπορόφυτων υποκειμένων γιατί τα δενδρύλλια που προέρχονται από σπόρο αναπτύσσονται πολύ αργά και δεν αντέχουν πολύ στην ξηρασία. Οι σπόροι αφού στρωματωθούν μέσα σε άμμο για ενάμισι περίπου χρόνο σπέρνονται την άνοιξη. Τα μικρά φυτά μεταφυτεύονται μόλις βγάλουν 6-8 φύλλα και ένα χρόνο αργότερα μπορούν να εμβολιαστούν.
Καλά αποτελέσματα δίνει ο πολλαπλασιασμός με μόσχευμα επειδή τα κλαδιά της ελιάς ριζώνουν εύκολα. Στην περίπτωση αυτή μπορείτε να κόψετε μικρά κλαδιά που τα φυτεύετε απευθείας σε φυτώριο και στη συνέχεια όταν ριζώσουν θα τα μεταφυτεύετε στην οριστική τους θέση. Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε μοσχεύματα μήκους 30-40εκατ που τα κόβετε το χειμώνα από κλαδιά ηλικίας 3-4 χρόνων και τα διατηρείτε μέσα σε άμμο μέχρι την άνοιξη οπότε τα φυτεύετε σε φυτώρια και σε οριζόντια θέση. Τα μοσχεύματα σχηματίζουν ρίζες και βλαστούς από τους οποίους διατηρείτε μόνον τον πιο εύρωστο. Αφήνετε τα μικρά δέντρα στο φυτώριο για μερικά χρόνια και ύστερα τα φυτεύετε στην οριστική θέση. Επίσης μπορείτε να χρησιμοποιήσετε σαν μοσχεύματα και τα εξογκώματα (γόγγροι) που σχηματίζονται στη βάση του δέντρου. Στην περίπτωση αυτή αποσπάτε τα εξογκώματα από το δέντρο και τα διατηρείτε σε άμμο ολόκληρο το χειμώνα. Την άνοιξη τα κόβετε σε κομμάτια και τα φυτεύετε σε φυτώριο όπου τ’αφήνετε για 5-6 χρόνια οπότε τα βάζετε στην οριστική τους θέση. Η ελιά μπορεί να πολλαπλασιαστεί και με παραφυάδες που σχηματίζονται από τα εξογκώματα (γόγγρους) :τις φυτεύετε σε φυτώριο και ύστερα από μερικά χρόνια μεταφέρετε τα δενδρύλλια στην οριστική τους θέση.
Οι ποικιλίες μπορούν να πολλαπλασιαστούν και με εμβολιασμό. Στην περίπτωση αυτή θα χρησιμοποιήσετε σαν υποκείμενα τα σπορόφυτα ελιάς, την αγριελιά ή και δενδρύλλια ελιάς που έχουν δημιουργηθεί από μοσχεύματα. Ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει με ενοφθαλμισμό την άνοιξη (κατά συνέπεια με βλαστάνοντα «οφθαλμό») ή πάντοτε στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως δηλαδή τον Μάρτιο με εγκεντρισμό. Επίσης ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει με πλακίτη (με φόλα) την άνοιξη να εμβολιαστεί δηλαδή το υποκείμενο με ένα κομμάτι βλαστού που να φέρει έναν οφθαλμό από την ποικιλία την οποία θέλετε να πολλαπλασιάσετε.
Η τεχνική του εμβολιασμού μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανανέωση πολύ γέρικων δέντρων και τη βελτίωση της παραγωγής τους. Κλαδεύετε αυστηρά το δέντρο που πρόκειται να επανεμβολιαστεί αφήνοντας μόνο τον κορμό και μερικούς βραχίονες. Οι βραχίονες εμβολιάζονται με πολλά κεντράδια με εγκεντρισμό στεφανίτη. Αντί να εμβολιάσετε απευθείας τους βραχίονες μπορούν να περιμένετε μέχρι να αναπτυχθούν απ’αυτούς νέοι βλαστοί και να τους εμβολιάσετε με φόλα (πλακίτης εμβολιασμός). Η ελιά αρχίζει να καρποφορεί 10-12 χρόνια μετά το φύτεμα της ανάλογα με το σχήμα διαμορφώσεως που ακολουθεί ο καλλιεργητής.
Κλάδεμα
Κλάδεμα διαμορφώσεως. Η ελιά μπορεί να διαμορφωθεί σε ελεύθερο σχήμα στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να αραιώνεται η «κόμη» ώστε να περνά ο αέρας και το φώς ανάμεσα στα κλαδιά. Άλλο σχήμα διαμορφώσεως πολύ κοινή είναι το κύπελλο ( ο κορμός θα πρέπει να έχει ύψος γύρω στο 1-1,5μ). Τα τελευταία χρόνια πολλοί παραγωγοί διαμορφώνουν τα ελαιόδεντρα τους στο σχήμα της ελεύθερης παλμέτας με καλά αποτελέσματα.
Κλάδεμα καρποφορίας. Η ελιά παράγει τους καρπούς της στα κλαδιά του προηγούμενου χρόνου. Επειδή δεν αντέχει τα πολλά κλαδέματα θα πρέπει να περιορίζετε τα κλάδεμα παραγωγής στο κόψιμο ενός τμήματος των κλαδιών που έχουν καρποφορήσει στο αραίωμα της κόμης αν είναι πολύ πυκνή και στην αφαίρεση των ξερών κλαδιών καθώς αυτών που έχουν υποστεί ζημιές από ασθένειες ή έντομα.
Κλάδεμα ανανεώσεως. Για να ανανεωθούν τα πολύ γέρικα και όχι αρκετά παραγωγικά δέντρα μπορείτε να καταφύγετε σε ένα αυστηρό κλάδεμα που συνίσταται στην αποκεφάλιση του δέντρου (κόβετε δηλαδή ολόκληρη την κόμη και αφήνετε μόνο τον κορμό). Επίσης μπορείτε να κόψετε το δέντρο στη βάση και να διατηρήσετε την πιο εύρωστη από τις παραφυάδες που θα σχηματίσει.
Ζωικοί εχθροί και ασθένειες.
Το κυκλοκόνιο είναι μια πολύ κοινή ασθένεια που προσβάλλει την ελιά και προκαλείται από έναν μύκητα (Cycloconium aleagineum). Εκδηλώνεται με την εμφάνιση γκρίζων κηλίδων στα φύλλα που παίρνουν στη συνέχεια καστανό χρώμα και περιβάλλονται από μια κίτρινη άλω. Εκτός από τα φύλλα προσβάλλονται και τα φύλλα και οι καρποί πάνω στους οποίους σχηματίζονται πράσινες κηλίδες που καλύπτονται από γκρίζα μούχλα. Οι καρποί πέφτουν πριν ωριμάσουν και το άρρωστο δέντρο μπορεί να χάσει τα φύλλα του. Το κυκλοκόνιο καταπολεμάται με βορδιγάλειο πολτό ή οξυχλωριούχο χαλκό στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως και το φθινόπωρο.
Ο καρκίνος ή φυματίωση της ελιάς οφείλεται σε ένα βακτηρίδιο (Pseudomonas savastanoi) το οποίο μπαίνει στο φυτό από τραύματα ή ακάλυπτες τομές κλαδέματος. Εκδηλώνεται με την εμφάνιση εξογκωμάτων πάνω στα κλαδιά τους μίσχους και τα φύλλα που στην αρχή είναι πράσινα και λεία και σιγά –σιγά γίνονται τραχιά και καφετιά. Τα προσβλημένα κλαδιά παύουν να αναπτύσσονται και σιγά-σιγά ξεραίνονται. Η καταπολέμηση συνιστάται στη λήψη προληπτικών μέτρων όπως είναι η απολύμανση των τραυμάτων του δέντρου με θεϊκό χαλκό και το κόψιμο των άρρωστων κλαδιών.
Ο δάκος της ελιάς (Dacus oleae) είναι μια μικρή μύγα με κίτρινο κεφάλι και γκρίζο θώρακα με 3 λωρίδες. Τα τέλεια έντομα (ακμαία) που τρέφονται με σακχαρούχα υγρά εμφανίζονται γενικά γύρω στον Ιούνιο. Τα θηλυκά εναποθέτουν τα αυγά τους πάνω στους μικρούς καρπούς. Οι άσπρες προνύμφες (σκουλήκια) που γεννιούνται από αυτά τρέφονται με τη σάρκα των καρπών πάνω στους οποίους διακρίνεται μια σκούρα κηλίδα και μια τρύπα. Σιγά –σιγά οι ελιές ζαρώνουν σαπίζουν και πέφτουν. Για να καταπολεμήσετε το δάκο πρέπει να ψεκάζετε κάθε τόσο τα δέντρα χρησιμοποιώντας κατάλληλα εντομοκτόνα σ’ολη την περίοδο του σχηματισμού των καρπών.
Η μεγάλη ψώρα (κοκκοειδής) της ελιάς (Saissetia oleae) προσβάλλει κυρίως την ελιά αλλά και τα εσπεριδοειδή καθώς και άλλα φυτά όπως για παράδειγμα την πικροδάφνη. Τα θηλυκά μήκους 3χλστ τα οποία χαρακτηρίζονται από ένα ανάγλυφο σε σχήμα στη ράχη τους εγκαθίστανται στην κάτω επιφάνεια των φύλλων και στα νεαρά κλαδιά. Τα προσβλημένα δέντρα μαραίνονται ενώ μειώνεται πολύ η παραγωγή τους. Για την καταπολέμηση χρειάζεται ένας ψεκασμός με βάση το θειούχο βάριο στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως και άλλος ένας με θερινό πολτό λίγο πριν από την ανθοφορία.

Σημ. οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό άλμπουμ των ιδιοκτητών.

| | edit post

Κέδρος (Cedrus)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010 0 σχόλια

Κέδρος (Cedrus)

Οικογένεια : Πευκίδες ή Πινίδες (Pinaceae)


Cedrus Atlantica Glauca σε παραγωγή.
 Γένος που περιλαμβάνει 4 αειθαλή και μακρόβια, κωνοφόρα με μεγάλες διαστάσεις (σε κατάλληλο περιβάλλον μπορούν να φτάσουν σε ύψος 40μ). Τα νεαρά κλαδιά φέρουν σ’ολόκληρο το μήκος τους λεπτά βελονοειδή φύλλα αλλά πιο κοντά και ενωμένα σε θυσάνους. Τα δέντρα αυτά παράγουν κώνους αλλά μόνο αφού ενηλικιωθούν και μετά (σε ορισμένα είδη μάλιστα η παραγωγή κώνων αρχίζει σε ηλικία 30-40 χρόνων). Οι κέδροι αναπτύσσονται πολύ γρήγορα και λόγω των διαστάσεων τους είναι κατάλληλοι για πάρκα και μεγάλους κήπους. Στις περιοχές μας καλλιεργούνται κυρίως για διακοσμητικούς σκοπούς αλλά στις χώρες απ’τις οποίες κατάγονται χρησιμοποιείται πολύ το ξύλο τους είτε στην ξυλουργική είτε στις οικοδομές.

Είδη και ποικιλίες

Κέδρος η ατλαντική (Cedrus atlantica).
Κατάγεται από την οροσειρά του Άτλαντα στη βόρεια Αφρική. Μαζί με τον κέδρο του Λιβάνου είναι το είδος που καλλιεργείται περισσότερο. Μπορεί να φτάσει σε ύψος 40μ. Έχει πυραμιδοειδή «κόμη». Οι κύριες διακλαδώσεις ανέρχονται προς τα πάνω ενώ οι δευτερεύουσες είναι κάπως κυρτές προς τα κάτω. Στα πιο γέρικα δέντρα τα κύρια κλαδιά τείνουν να παίρνουν μια οριζόντια διεύθυνση γι’αυτό και η «κόμη» παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Το είδος αυτό παράγει όρθιους κώνους μήκους 7-10 εκατ που μένουν πάνω στο δέντρο για πολύ καιρό. Από τις πιο διαδομένες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Γλαυκή»(Galuca) με γκριζογάλανα φύλλα την «Κλαίουσα» ή Κρεμοκλαδή (Pendula) με κυρτό κορμό και κρεμαστά κλαδιά που φτάνουν ως το έδαφος και την «Οξύληκτο» (Fastigiata) με κλαδιά ανερχόμενα και κιονωτή μορφή.

Κέδρος η δεοδάρα (Cedrus deodara)
Cedrus Livani σε παραγωγή.
Το είδος αυτό που κατάγεται από τα Ιμαλάια είναι γνωστό και σαν Κέδρος των Ιμαλαίων. Έχει ύψος από 10ως 40εκατ πλαγιόκλαδη ανάπτυξη και κρεμάμενες τις κορυφές του κορμού και των κλαδιών. Τα κύρια κλαδιά είναι οριζόντια και εύκαμπτα. Στα νεαρά δέντρα οι βελόνες έχουν γκριζογάλανο χρώμα ενώ στα ενήλικα βαθυπράσινο. Οι κώνοι μήκους 7-10 εκατ λίγο ή πολύ ωοειδείς σχηματίζονται στα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων που έχουν ηλικία 35-40 εκατ. Η ποικιλία «Κλαίουσα» (Pendula) είναι πιο χαμηλή από το τυπικό είδος και έχει κλαδιά κρεμάμενα προς τα κάτω.

Κέδρος του Λιβάνου (Cedrus libani) Είναι ο πιο γνωστός κέδρος. Φτάνει σε ύψος 10-40μ. Σε νεαρή ηλικία η «κόμη» έχει κωνικό σχήμα. Στα πιο γέρικα δέντρα η κορυφή του κορμού γέρνει τα κύρια κλαδιά παίρνουν μια οριζόντια κατεύθυνση (ποτέ κρεμάμενη προς τα κάτω) και η κόμη γίνεται πιο πλατιά. Οι βελόνες είναι βαθυπράσινες και μερικές φορές παρουσιάζουν αργυρόχρωμες ή γαλαζωπές ανταύγειες. Από τις καλλιεργούμενες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Χρυσή» (Aurea) πιο λεπτή από τις άλλες με χρυσοπράσινες βελόνες την «Αργυρή» (Argentea) με φύλλα που έχουν αργυρόχρωμες ανταύγες τη «Νάνα» (Nana με φύλλα που παρουσιάζουν αργυρόχρωμες ανταύγειες ύψος 1 περίπου μ και αργή ανάπτυξη και η Σαργέντειος (Sargentii) με κρεμάμενα κλαδιά κατάλληλη για βραχόκηπο.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι κέδροι χρειάζονται εδάφη με καλή αποστράγγιση επειδή δεν αντέχουν καθόλου τα λιμνάζοντα νερά και ηλιόλουστες τοποθεσίες. Αναπτύσσονται καλά ακόμα και σε ασβεστώδη εδάφη. Τα νεαρά δέντρα (ύψους 50-60 εκατ ) φυτεύονται στην οριστική τους θέση το φθινόπωρο ή την άνοιξη. Είναι απαραίτητο να τοποθετούνται στον πυθμένα του λάκκου πέτρες, χαλίκια κλπ ώστε να εξασφαλίζεται καλή αποστράγγιση. Όταν τα δέντρα φτάσουν σε κάποιο ύψος στηρίζονται με γερούς πασσάλους.

Πολλαπλασιασμός
οι κέδροι πολλαπλασιάζονται με σπόρο και με εμβολιασμό. Για τη σπορά που γίνεται τον Απρίλιο σέ προφυλαγμένο μέρος χρησιμοποιούνται οι σπόροι των κώνων που χρειάζονται 2 χρόνια για να ωριμάσουν. Όταν τα μικρά φυτά φτάσουν σε ύψος 10 περίπου εκατ φυτεύονται σε φυτώριο όπου θα μείνουν για 3-4 χρόνια πριν φυτευτούν στην οριστική τους θέση.
Οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται με εγκεντρισμό (πλευρικό σε σφήνα ) την άνοιξη. Τα κεντράδια παίρνονται από κλαδιά του χρόνου. Σαν υποκείμενα χρησιμοποιούνται δενδρύλλια ηλικίας 1-2 χρόνων.

Κλάδεμα
Στα νεαρά δέντρα είναι απαραίτητο να διατηρηθεί ένας μόνο κύριος βλαστός. Αν διακλαδίζεται το φθινόπωρο κόβεται το λιγότερο αναπτυγμένο κλαδί. Αν θέλει κανείς να περιορίσει την ανάπτυξη του δέντρου μπορεί να κόψει στα τέλη του χειμώνα τα πιο χαμηλά κλαδιά από τη βάση τους χωρις να αφήσει κομμάτια και χωρίς να πειράξει τα πιο αναπτυγμένα κλαδιά.

| | edit post

Κυπαρίσσι ή Κυπάρισσος(Cupressus)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010 0 σχόλια

Κυπαρίσσι ή Κυπάρισσος(Cupressus)

Οικογένεια :Κυπαρισσίδες (Cupressaceae)



Εντυπωσιακά 12 μέτρα κυπαρίσσια δουλεμένα.
Γένος που περιλαμβάνει 20 περίπου είδη αειθαλών κωνοφόρων που κατάγονται από τις εύκρατες ζώνες του βόρειου ημισφαιρίου. Πρόκειται για δέντρα με μέσο ύψος και συμπαγή «κόμη» σε σχήμα κολόνας. Τα φύλλα λεπιοειδή και τριγωνικά καλύπτουν εντελώς τα κλαδιά. Οι κώνοι τα λεγόμενα κυπαρισσόμηλα έχουν στρογγυλωπό σχήμα και αγκαθωτά λέπια. Τα κυπαρίσσια σε μερικές περιοχές παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του τοπίου : αν τοποθετηθούν σε πυκνές σειρές αποτελούν ιδεώδεις φράχτες ή ανεμοθραύστες. Το ξύλο σκληρό κι αρωματικό χρησιμοποιείται στην ξυλουργική.
Είδη και ποικιλίες
Κυπάρισσος του Κασμίρ ( Cupressus cashmeriana). Το είδος αυτό που κατάγεται από την Ινδία είναι ανθεκτικό στις χώρες της Μεσογείου. Έχει σχήμα πυραμίδας με κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά και φτάνει σε ύψος 15μ.
Κυπάρισσος η λεία (Cupressus glabra)
Ανθεκτικό είδος που κατάγεται από την Αριζόνα και φτάνει σε ύψος 15μ. Έχει κωνική «κόμη» παχύ πορφυρόχρωμο φλοιό που ξεκολλάει σε πλάκες και μικρά, γκριζογάλαζα φύλλα. Τα κυπαρισσόμηλα έχουν πορφυροκάστανο χρώμα.
Κυπάρισσος η μακρόκαρπη (Cupressus macrocarpa). Το είδος αυτό που κατάγεται από την Καλιφόρνια είναι γνωστό και με τ’ονομα Κυπαρίσσι του Μοντερέη. Είναι ανθεκτικό στις παραθαλάσσιες περιοχές όπου συχνά φυτεύεται για να σχηματίσει ανεμοθραύστες. Το σχήμα του στην αρχή είναι κιονωτό αλλά όταν το δέντρο γεράσει γίνεται πλαγιόκλαδο. Τα φύλλα έχουν βαθυπράσινο χρώμα κι είναι αρωματικά. Εξάλλου ο φλοιός είναι καστανέρυθρος και τα κυπαρισσόμηλα ενωμένα σε ομάδες κατά μήκος των βλαστών. Απ’αυτό το είδος καλλιεργείται συχνά η ποικιλία Κυπάρισσος η μαυρόκαρπος ποικ.Λαμπερτιάνα (Cupressus macrocarpa «Lambertiana») από την οποία προέρχεται η άλλη ονομασία του Κυπαρισσιού του Λάμπερτ. Η ποικιλία «Χρυσόχρωμη Ντόναλντ» (Donald Gold) έχει γρήγορη ανάπτυξη και χρυσαφί φύλλωμα.

Χιλιάδες κυπαρίσσια ( Cupressus sempervirens) σε παραγωγή.
 Κυπάρισσος ο αειθαλής (Cupressus sempervirens). Ανθεκτικό είδος που κατάγεται από τις μεσογειακές περιοχές και φτάνει σε ύψος 20-40μ. Σε νεαρή ηλικία η κόμη του είναι μυτερή για να γίνει κιονωπή και στρογγυλή στην κορυφή όταν το δέντρο γεράσει. Τα φύλλα είναι βαθυπράσινα και τα κυπαρισσόμηλα καστανότεφρα.

Τεχνική της καλλιέργειας
Τα κυπαρίσσια προσαρμόζονται σ’όλα τα βαθιά και καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη. Αντέχουν ακόμα και σε ένα ορισμένο βαθμό ξηρασίας με εξαίρεση την Κυπάρισσο τη μακρόκαρπη (C.macrocarpa). Φυτεύονται (καλό θα είναι να χρησιμοποιηθούν νεαρά δενδρύλλια ύψους 60-70 εκατ τον Οκτώβριο –Νοέμβριο ή τον Μάρτιο –Απρίλιο σε προσήλιες θέσεις.


Φράχτης απο κυπαρίσσια μεθοδικά κουρεμένα.
Πολλαπλασιασμός Πολλαπλασιάζεται με σπόρους, μοσχεύματα και καταβολάδες. Η σπορά γίνεται την άνοιξη σε κρύο κασόνι. Τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε γλάστρες διαμέτρου 8-9εκατ. που είναι παραχωμένες στο ύπαιθρο ή μεταφυτεύονται σε φυτώριο. Τον επόμενο χρόνο φυτεύονται στην οριστική τους θέση. Ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα που είναι πιο κατάλληλος για τις ποικιλίες γίνεται το φθινόπωρο. Τα μοσχεύματα (μήκους 10 περίπου εκατ) κόβονται από τα πλευρικά κλαδιά μαζί με ένα κομμάτι παλιού ξύλου και τοποθετούνται για να ριζώσουν σε ένα μείγμα από άμμο και τύρφη. Στη συνέχεια φυτεύονται όπως και τα νεαρά φυτά.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες.
Τα κυπαρίσσια μπορούν να προσβληθούν από αφίδες και ακάρεα που προκαλούν το μαρασμό τους. Για τις αφίδες γίνονται ψεκασμοί με βάση τη νικοτίνη και στις πιο σοβαρές περιπτώσεις Μαλαθείο. Κατά των ακάρεων η καταπολέμηση με χημικά προιόντα είναι αντίθετα πολύ δύσκολη γιατί αυτές οι μικρές αράχνες βρίσκουν συχνά καταφύγιο στα «μάτια» και στις σχισμές του φλοιού καθώς επίσης γιατί έχουν μεγάλη ικανότητα να εθίζονται στα εντομοκτόνα.
Τα κυπαρίσσια μπορούν επίσης να προβληθούν και από την τεφρά σήψη που συνήθως προσβάλλει τα νεαρά δενδρύλλια της Κυπάρισσου της μακρόκαρπης (C.macrocarpa) και της Κυπάρισσου της αειθαλούς (C.sempervirens). Πάνω στα προσβλημένα μέρη σχηματίζεται μια γκριζωπή σήψη. Για την καταπολέμηση των ασθενειών αυτών έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικοί οι ψεκασμοί με βορδιγάλειο πολτό, TMTD και Κάπταν.

Σημ. Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό άλμπουμ των ιδρυτών από επισκέψεις-προσκλήσεις σε μεγάλες ευρωπαικές φυτωριακές μονάδες.

| | edit post

ΣΦΕΝΔΑΜΙΑ - ΣΦΕΝΤΑΜΙΑ

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010 0 σχόλια



Acer platanoides Crimson King

ΑΚΕΡ (Acer)

Οικογένεια Ακερίδες (Aceraceae) κν. Σφεντάμι ή σφοντάμνι. Είναι ο Σφένδαμος των αρχαίων Ελλήνων
Γένος που περιλαμβάνει 200 είδη συνήθως φυλλοβόλων δέντρων ή θάμνων που είναι διαδομένα σ’ολο το βόρειο ημισφαίριο. Καλλιεργούνται για το όμορφο φύλλωμα τους. Τα φύλλα είναι παλαμαοειδή συνήθως με 5 λοβούς και παίρνουν πολύ ζωηρά φθινοπωρινά χρώματα (πορφυρό, πορτοκαλί, μπρούτζινο κλπ). Η ιδιότητα αυτή απαντάται κυρίως στα είδη του Άκερ που κατάγονται από την Ιαπωνία, την Κίνα και την Αμερική. Τα είδη αυτά συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα στα πιο διακοσμητικά καλλωπιστικά δέντρα και θάμνους. Τα λουλούδια κίτρινα ή πράσινα ενωμένα σε ταξιανθίες δεν είναι πολύ εμφανή και έχουν μικρή διακοσμητική αξία εκτός από αυτά του Άκερ του πλατανοειδή (Acer platanoides) και τον Acer circinatum. Οι καρποί είναι χαρακτηριστικοί : σχηματίζουν «σαμάρια» και μάλιστα «δισαμάρια» με δύο πολύ αναπτυγμένα φτερά.
Τα διάφορα είδη του άκερ καλλιεργούνται για τη σημαντική διακοσμητική τους αξία μερικά όμως και για άλλους σκοπούς. Υπάρχουν είδη που χρησιμοποιείται το ξύλο τους όπως για παράδειγμα του Άκερ του πλατανοειδους (Acer platanoides) και του Άκερ του ψευδοπλάτανου (Acer psendoplatanus). Στον Καναδά υπάρχουν είδη Άκερ όπως πχ. ο άκερ ο σακχαροφόρος (Acer saccharinum) από τα οποία συλλέγεται ο χυμός και παρασκευάζεται απ’αυτόν το φημισμένο και λεπτό σιρόπι του άκερ που είναι το εθνικό ποτό των Καναδών. Μερικά ευρωπαϊκά είδη με γρήγορη ανάπτυξη χρησιμεύουν σαν δέντρα για δεντροστοιχίες (Acer pseudoplatanus, Acer platanoides). O Άκερ ο ψευδοπλάτανος σε ανεμοδαρμένες περιοχές όπως π.χ στη Σκωτία χρησιμοποιείται σαν ανεμοθραύστης.

Acer Rubrum

Είδη και ποικιλίες
Τα είδη του Άκερ είναι κατανεμημένα σε όλο το βόρειο ημισφαίριο. Τα αμερικάνικα είδη είναι συνήθως δέντρα με μεγάλες διαστάσεις και φύλλωμα που χρωματίζεται έντονα το φθινόπωρο. Αντίθετα τα είδη της Ανατολής είναι μικρότερα και έχουν πολύπλοκες μορφές και φύλλα με ωραία χρώματα. Τα ευρωπαϊκά είδη είναι γερά, εύρωστα και πολύ ανθεκτικά.

Άκερ ο πεδινός (Acer campestre). Φυτρώνει σε όλη την Ελλάδα και έχει ύψος 5-6μ και διάμετρο «κόμης» 3μ. Είναι μικρό και κομψό δέντρο διαδομένο κυρίως στις πεδινές περιοχές. Τα φύλλα του γίνονται κίτρινα το φθινόπωρο.

Άκερ ο καππαδοκικός (Acer cappadocicum). Έχει ύψος 7-9μ παλαμοειδή φύλλα με 5-7 λοβούς, λαμπερά σκούρα πράσινα που γίνονται έντονα κίτρινα το φθινόπωρο. Στην ποικιλία «Κόκκινος» (Rubrum) τα νεαρά φύλλα είναι κόκκινα ενώ στη Χρυσόχρωμη (Aureum) είναι κίτρινα που γίνονται πράσινα και κατόπιν πάλι κίτρινα το φθινόπωρο.

Acer circinatum .Είναι ένα από τα μικρότερα είδη (ύψος 6μ) και έχει ανάπτυξη πλαγιόκλαδη (η διάμετρος της κόμης του είναι 6μ). Τα φύλλα του έχουν 7-9 λοβούς είναι σχεδόν στρογγυλά και το φθινόπωρο κόκκινο και πορτοκαλιά. Τα λουλούδια του έχουν λευκά πέταλα και πορφυρά σέπαλα και είναι ενωμένα σε ανθοταξίες. Ανοίγουν τον Απρίλιο και είναι αρκετά διακοσμητικά.

Άκερ ο δαβίδειος (Acer davidii) Δέντρο με ποικίλη ανάπτυξη με οριζόντιους κλάδους (διάμετρος κόμης 3-4μ). Τα φύλλα του είναι ακέραια με σκούρο πράσινο χρώμα. Γίνονται κίτρινα, κόκκινα και πορφυρά το φθινόπωρο. Ο φλοιός του είναι τεφρός με λευκές ραβδώσεις.

Άκερ ο γιννάλιος (Acer ginnala). Είναι ένας συμπαγής θάμνος (ύψος μέχρι 6μ) με φύλλα τρίλοβα ωχροπράσινα που γίνονται έντονα κρεμεζιά το φθινόπωρο.

Άκερ ο νεφρόχρους (Acer griseum). Κατάγεται από την Κίνα έχει ύψος 3-4μ και διάμετρο κόμης 2,5μ. Τα φύλλα του αποτελούνται από τρια φυλλαράκια, τεφρά στην κάτω επιφάνεια που το φθινόπωρο το πιο επιφανειακό τμήμα του φλοιού που έχει το χρώμα του δέρματος αποσπάται σε μικρά κομμάτια και αποκαλύπτει τον εσωτερικό φλοιό ο οποίος έχει χρώμα καστανό-πορτοκαλί. Είναι ένα μάλλον σπάνιο είδος.

Άκερ ο γκροσέριος (Acer grosseri). Έχει ύψος 7-9μ και κιτρινοπράσινα λαμπερά φύλλα. Ο φλοιός του έχει έντονες λευκές ραβδώσεις.

Άκερ ο ιαπωνικός (Acer japonicum). Κατάγεται από την Ιαπωνία έχει ύψος μέχρι 6μ και διάμετρο «κόμης» 2,5-3μ. Τα φύλλα του είναι ωχροπράσινα παλαμοειδή με 7-11 λοβούς. Το χειμώνα αποκτούν ερυθρό χρώμα καρμινίου. Από τις ποικιλίες του οι πιο διαδομένες είναι: η «Ακανιτόφυλλη» (Acanitofolium) η οποία έχει πολύ μακριούς και στενούς λοβούς φύλλων που το φθινόπωρο παίρνουν ωραία χρώματα : χρυσαφί, πορτοκαλί, πορφυρό (ενώ τα σαμάρια γίνονται σκωριόχρωμα με ιώδεις αποχρώσεις. Η «Χρυσόχρωμη (Aureum) με χρυσοπράσινα φύλλα η Αμπελόφυλλη (Vitifolium) με πλατιά φύλλα σε σχήμα βεντάλιας όμοια με τα φύλλα της αμπέλου.

Άκερ ο λοβέλειος (Acer lobelii). Διαδομένος στη νότια Ελλάδα έχει ύψος 8-10μ και διάμετρο κόμης 3-5μ. Έχει όρθια ανάπτυξη και φύλλα παλαμοειδή με 3-5 λοβούς και σκούρο πράσινο χρώμα.

Άκερ ο μομπελλιανός (Acer monspessulnum). Είναι ένας θάμνος ή δενδρύλλιο με τρίλοβα φύλλα διαδομένο στις μεσογειακές χώρες. Η κόμη του είναι στρογγυλωπή και σχεδόν αειθαλής.

Άκερ ο Νεγούνδιος (Acer Negundo).Λέγεται επίσης και Άκερ της Βιργινίας. Έχει ύψος 6-10μ είναι πλαγιόκλαδος με διάμετρο κόμης 6μ. Τα φύλλα του αποτελούνται από 3-5 φιλαράκια. Είναι εύκολος στην καλλιέργεια του. Οι πιο διαδομένες ποικιλίες του είναι η ποικιλόχρωμη (Variegatum) με φύλλα που έχουν λευκές κηλίδες και η Χρυσόχρωμη (Aureum) με φύλλα χρυσοκίτρινα.

Άκερ ο νικοένσιος (Acer nikoense). Μικρό δέντρο μέγιστο ύψος 5μ με αργή ανάπτυξη. Τα φύλλα του το φθινόπωρο παίρνουν ένα ωραίο βαθύ κόκκινο χρώμα.

Άκερ ο παλαμοειδής (Acer palmatum). Κατάγεται από την Ιαπωνία. Είναι δενδρύλλιο με ύψος 4-5μ και διάμετρο κόμης 2,5μ. Η κόμη του είναι στρογγυλωπή. Τα φύλλα του έχουν 5-7 λοβούς και πολύ λεπτές διαιρέσεις. Το χρώμα τους είναι ωχρό πράσινο και το φθινόπωρο γίνεται κόκκινο καρμινίου. Διαδομένο στην Κίνα και σ’όλα τα νησιά της Ιαπωνίας. Το είδος αυτό έχει δημιουργήσει πολλές ποικιλίες στις οποίες ανήκουν οι Σφένδαμοι που καλλιεργούνται περισσότερο για διακοσμητικούς σκοπούς. Οι κυριότερες από αυτές τις ποικιλίες είναι : ο Μελανοπόρφυρος (Atropurpureum) ο οποίος αρέσει πολύ για το σκούρο πορφυρό χρώμα των φύλλων του που το φθινόπωρο γίνεται σχεδόν ιώδες. Ο Εντετμημένος (Dissectum) με θαμνώδη ανάπτυξη κατάλληλος για βραχόκηπο και ο Εντετμημένος Μελανοπόρφυρος που μοιάζει με την προηγούμενη ποικιλία αλλά έχει ερυθρά χαλκόχροα φύλλα. Ο Επτάλοβος παλαμοειδής Άκερ «Osakazuki» τον Οκτώβριο παίρνει χρώμα κόκκινο φωτιάς ενώ ο Επτάλοβος παλαμοειδής Ακερ Senkaki έχει κόκκινο φλοιό.

Άκερ ο πενσυλβανικός (Acer pensylvanicum). Έχει ύψος 6-8μ και είναι πιο λυγερός από τους προηγούμενους (διάμετρος κομης 2-4μ). Τα φύλλα του είναι μεγάλα με 3 λοβούς, ροζ την άνοιξη και κίτρινα το φθινόπωρο. Η φλούδα του είναι αρχικά είναι πράσινη και κατόπιν αποκτά λευκές ραβδώσεις.

Άκερ ο πλατανοειδής (Acer platanoides).Γνωστός και σαν κατσαρός Άκερ έχει ύψος 8-10μ και διάμετρο κόμης 4-6μ. Έυρωστο δέντρο με παλαμοειδή φύλλα που έχουν 5 λεπτούς λοβούς. Το φθινόπωρο γίνονται κίτρινα. Οι πρασινοκίτρινες ανθοταξίες εμφανίζονται τον Απρίλιο πριν από τα φύλλα. Από τις ποικιλίες του αναφέρουμε την «Drummondii» με φύλλα που έχουν λευκές παρυφές τη «Lacinatum» με φύλλα και λοβούς τεμαχισμένους και την Reitenbachii» με φύλλα που το φθινόπωρο παίρνουν έντονο κόκκινο χρώμα.


Άκερ ο ψευδοπλάτανος (Acer pseudoplatanus) Έχει ύψος 10μ και παρουσιάζεται σαν ένα μεγάλο δέντρο με στρογγυλωπή κόμη (διάμετρος 4-5μ). Τα παλαμοειδή του φύλλα πεντάλοβα έχουν λαμπερό πράσινο χρώμα και το φθινόπωρο κιτρινίζουν. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν ανεμοθραύστης. Από τις ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Worlei» με φύλλα κίτρινα από την άνοιξη ως τον Ιούλιο και την «Brilliantissimum» με φύλλα αρχικά ροζ έπειτα χρυσοκίτρινα και τέλος χαλκόχρωμα.

Άκερ ο ερυθρός (Acer rubrum). Έχει ύψος 3-7μ και στρογγυλωπή κόμη (διάμετρο 2,5-3μ) πεντάλοβα φύλλα με σκούρο πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια και λευκωπό στην κάτω. Υπάρχουν ποικιλίες που το φύλλωμα τους γίνεται ζωηρό κόκκινο το φθινόπωρο.

Ακερ ο σακχαροφόρος (Acer saccharinum). Ύψος 8-10μ διάμετρος κόμης 3-5μ. Είναι δέντρο με στρογγυλωπή κόμη κρεμάμενους βραχίονες και πεντάλοβα φύλλα με λαμπερό πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια και αργυρόλευκο στην κάτω. Τα φύλλα του σε μερικές ποικιλίες γίνονται χρυσοκίτρινα ή κόκκινα κατά το φθινόπωρο.

Από τις πιο διαδομένες ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Laciniatum» με έλλοβα φύλλα βαθιά διαιρεμένα την «Pyramidale« (Πυραμιδοειδή) που πήρε το όνομα της από το λιγερό σχήμα της συνών. Fastigiatum (με όρθια και πυκνά μεταξύ τους κλαδιά).

Άκερ ο ταταρικός (Acer tataricum). Είναι ένας θάμνος πυκνός (διάμετρος της κόμης 2,5μ) με αργή ανάπτυξη και ανοιχτοπράσινα φύλλα που γίνονται κίτρινα το φθινόπωρο.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι σφένδαμοι(άκερ) φυτεύονται από τον Οκτώβριο ως τον Μάρτιο σε θέσεις με μερική σκιά. Η έκθεση στον ήλιο πρέπει να είναι επαρκής για να μπορεί το φύλλωμα να παίρνει το καλοκαιρινό ή φθινοπωριάτικο χρώμα του χωρίς όμως να είναι υπερβολική. Τα είδη που καλλιεργούνται για το φθινοπωρινό χρωματισμό των φύλλων πρέπει να φυτεύονται σε μέρη προφυλαγμένα από τους ανέμους. Το έδαφος πρέπει να είναι δροσερό με καλή αποστράγγιση αλλά ταυτόχρονα να διατηρείται και υγρό. O Acer palmatum (Άκερ ο παλαμοειδής) και ο Acer japonicum (Άκερ ο ιαπωνικός) θέλουν όξινα εδάφη. Όταν τα φυτεύετε στην οριστική τους θέση μπορείτε να γεμίσετε το λάκκο με χώμα και ένα μείγμα που αποτελείται από 1/3 τύρφη και 1/3 ερεικόχωμα. Ο Άκερ ο πεδινός (Acer campestre) ανέχεται τα ασβεστώδη εδάφη.

Πολλαπλασιασμός
Τα τυπικά είδη πολλαπλασιάζονται εύκολα με σπόρο. Τον Οκτώβριο βάζετε τους σπόρους να βλαστήσουν μέσα σε ψυχρό κασόνι (υπόστρωμα) ή στην ύπαιθρο. Οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται με εμβολιασμό τον Μάρτιο πάνω σε υποκείμενα που είναι σπορόφυτα από τα τυπικά είδη.

Acer Saccharum

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Οι πιο κοινοί ζωικοί εχθροί των σφενταμιών είναι οι αφίδες, οι φυτόπτες και ο ερυθρός τετράνυχος.
Αφίδες (κν.μελίγκρες). Προσβάλλουν σχεδόν όλα τα είδη. Οι ακάλυπτες αποικίες των αφίδων καταπολεμούνται με εντομοκτόνα που έχουν σαν βάση τη νικοτίνη. Αν αντίθετα οι αποικίες καλύπτονται από φύλλα, κηκίδες κλπ πρέπει να χρησιμοποιηθεί διασυστηματικό εντομοκτόνο. Κατά την διάρκεια της χειμερινής αναπαύσεως των δέντρων γίνονται ψεκασμοί με χειμερινούς πολτούς.

Φυτόπτες. Είναι μικροσκοπικά ακάρεα που προκαλούν το σχηματισμό πολύ εμφανών κηκίδων κυρίως στα είδη Άκερ ο πεδινός (Acer campestre) και Άκερ ο ψευδοπλάτανος (Acer pseudoplatanus). Οι πιο αποτελεσματικοί ψεκασμοί είναι αυτοί που γίνονται με χειμερινό κίτρινο πολτό (με δινιτροορθοκρεζόλη) καθώς και με πολυθειούχους πολτούς λίγο πριν ανοίξουν τα μάτια.
Ερυθρός τετράνυχος. Προσβάλλει συχνά τα ιαπωνικά σφεντάμια που καλλιεργούνται σε θερμές και ξερές περιοχές. Η καταπολέμηση του γίνεται με ειδικά ακαρεοκτόνα φάρμακα. Από τις (μυκητολογικές) ασθένειες οι συνηθέστερες και πιο επικίνδυνες είναι αυτές που αναφέρονται παρακάτω :
Μαύρες κρούστες των φύλλων του σφένδαμνου. Είναι μια χαρακτηριστική ασθένεια που προσβάλλει συχνά αρκετά είδη αυτου του γένους. Προκαλείται από το μύκητα Rhytisma acerinum. Τα φύλλα που προσβάλλονται εμφανίζουν μεγάλες μαύρες κηλίδες, οι παρυφές των οποίων κιτρινίζουν το καλοκαίρι. Χρειάζεται να αφαιρείται και να καταστρέψετε τα προσβλημένα φύλλα για να εμποδίσετε τη μετάδοση της ασθένειας. Την άνοιξη θα πρέπει να ψεκαστούν τα άρρωστα δέντρα με βορδιγάλειο πολτό.
Τραχειοβελτιτσιλλίωση. Τα φύλλα και οι βλαστοί μαραίνονται και στη συνέχεια ξεραίνονται. Προκαλείται από έναν μύκητα που ζει σαν παράσιτο μέσα στα αγγεία του δέντρου και εμποδίζει την κυκλοφορία του χυμού. Πρέπει να αποφεύγεται η χρησιμοποίηση μολυσμένων δενδρυλλίων να καταστρέφονται τα άρρωστα δέντρα και να απολυμαίνεται το έδαφος.
Νέκρωση του ξύλου. Οι βλαστοί ξεραίνονται. Στη βάση του νεκρού ξύλου εμφανίζονται φλύκταινες (μικρές κηλίδες) με ροζ-κόκκινο χρώμα. Η αποξήρανση οφείλεται σε έναν μύκητα (τον Nectria cinnabarina) που προκαλεί τον εκφυλισμό του ξύλου και το καθιστά ανίκανο να μεταφέρει τον χυμό. Η καταπολέμηση πρέπει να είναι προληπτική πρέπει δηλαδή να γίνονται ψεκασμοί (με μυκητοκτόνα φάρμακα μετά από χαλαζοπτώσεις ή παγετούς που δημιουργούν πληγές (λύσεις της συνεχείας του φλοιού) μέσα από τις οποίες μπορεί να εισχωρήσει ο μύκητας. Αν τα δέντρα έχουν ήδη μολυνθεί πρέπει να αφαιρείτε έγκαιρα και να καταστρέφετε τα προσβλημένα κλαδάκια.
Εγκαύματα. Την άνοιξη παρατηρούνται πάνω στα φύλλα νεκρωτικές κηλίδες με αποχρωματισμένες παρυφές. Δεν πρόκειται για ασθένεια αλλά για μια αλλοίωση που μπορεί να οφείλεται σε διάφορες αιτίες. Συνήθως είναι ζημιές που προκαλούνται από την επίδραση του ήλιου ή του ανέμου πάνω στους τρυφερούς ιστούς. Αν τα φύλλα που έχουν προσβληθεί είναι πολλά καλύτερα να τα μαζέψετε για να μην εισχωρήσουν μέσα από αυτά διάφορα παράσιτα. Το δέντρο αντιδρά αναπτύσσοντας νέα φύλλα.
Σηψιρριζία. Οφείλεται σε ένα μύκητα (Armillariella mellea) ο οποίος προκαλεί τη σήψη (καταστροφή) των ριζών.

ΣΗΜ. Παρακαλώ αν αντιγράφετε τα κείμενά μας και τα αναδημοσιεύετε κάντε μιά αναφορά στην πηγή γραφής. Ευχαριστώ.

| | edit post

Τά φθινοπωρινά χρώματα της Λικιδάμβαρις (Liquidambar)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010 0 σχόλια


Λικιδάμβαρις (Liquidambar)
Οικογένεια : Αμαμηλίδες
(Hamamelidaceae)



Γένος που περιλαμβάνει 3 είδη ανθεκτικών φυλλοβόλων δέντρων τα οποία κατάγονται από τη Μικρά Ασία, την Άπω Ανατολή και τη βόρεια Αμερική. Στην Ευρώπη μεταφέρθηκαν τον 19ο αιώνα και διαδόθηκαν γρήγορα. Καλλιεργούνται για το φύλλωμα τους που παρουσιάζει ωραιότατα φθινοπωρινά χρώματα. Το ύψος ποικίλλει (από 10 ως 40μ) ανάλογα με το είδος. Έχουν συμμετρικό πυραμιδοειδές σχήμα και ανερχόμενα κλαδιά που στη συνέχεια γίνονται οριζόντια και στο τέλος λυγίζουν προς τα κάτω. Τα φύλλα μοιάζουν με του σφένδαμου και αποτελούνται από 5 λιγότερο ή περισσότερο οδοντωτούς λοβούς. Τα λουλούδια μόνοικα χωρίς κάλυκα και στεφάνη είναι ασήμαντα από διακοσμητική άποψη. Ανθίζει την άνοιξη και στη συνέχεια παράγει στρογγυλούς αγκαθωτούς καρπούς που μοιάζουν με του πλατάνου.
Η λικιδάμβαρις οφείλει το όνομα της στην κομμιώδη ρετσίνη που βγαίνει αν χαράξει κανείς τον κορμό της κυρίως στο είδος λικιδάμβαρις η στυρακοφόρος (L.styraciflua)
Είδη και ποικιλές
Λικιδάμβαρις η φορμοζιανή (Liqudambar formosana)
Κατάγεται από την Κεντρική Κίνη και τη Φορμόζα φτάνει σε ύψος 20-40μ. Έχει όρθιο κορμό και εξαιρετικά διακλαδισμένη «κόμη». Τα φύλλα –χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια αποτελούνται από τρεις λοβούς από τους οποίους οι δυο πλευρικοί μερικές φορές μόλις που διακρίνονται. Την άνοιξη έχουν ένα όμορφο κόκκινο χρώμα που το φθινόπωρο περνάει από το πορφυρό στο ιώδες για να γίνει τελικά μαύρο.
Λικιδάμβαρις η ανατολική (Liquidambar orientalis)
Κομψό δέντρο που κατάγεται από τη Μικρά Ασία όπου φτάνει σε ύψος 20μ ενώ στην Ευρώπη αναπτύσσεται πολύ λιγότερο. θεωρείται ως κατάλοιπο της Τριτογενούς περιόδου. Το νησί της Ρόδου είναι η μοναδική τοποθεσία στην Ευρώπη όπου εμφανίζεται το είδος Liquidambar orientalis, η Ζητιά όπως τη λένε οι Ροδίτες. Οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί του υπάρχουν στη γνωστή κοιλάδα με τις πεταλούδες αλλά υπάρχει και σε αρκετά άλλα σημεία του νησιού.
Κατά το παρελθόν έγινε μια ημιτελής προσπάθεια για την καλλιέργεια του από τον Οργανισμό Περιβάλλοντος του Δήμου Ροδίων που όμως σταμάτησε αδικαιολόγητα.
Είναι ένα πανέμορφο δέντρο που θα μπορούσε να στολίζει τα πάρκα και τους κήπους του νησιού. Μήπως έφτασε η ώρα να ξεκινήσει πάλι μια ποιό οργανωμένη προσπάθεια?
                             
Το είδος αυτό είναι κατάλληλο για εύκρατα και όχι πολύ υγρά κλίματα.
Λικιδάμβαρις η στυρακοφόρος (Liquidambar styraciflua)
Είναι το πιο ανθεκτικό είδος. Προσαρμόζεται καλά στο κλίμα της Ευρώπης γι’αυτό και καλλιεργείται περισσότερο απ’όλα τ’αλλα είδη. Κατάγεται από τις υγρές παράκτιες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών όπου μπορεί να φτάσει σε ύψος 40μ. ενώ στην Ευρώπη δεν ξεπερνά τα 20-30μ.
Έχει όρθια κλαδιά και κομψή συμμετρική «κόμη» σε σχήμα κώνου. Εκτός από το φθινοπωρινό χρώμα του φυλλώματος το είδος αυτό έχει έναν παχύ ρυτιδωμένο φλοιό με όμορφο καστανό χρώμα που δίνει στο δέντρο μια ευχάριστη εμφάνιση ακόμα και το χειμώνα όταν τα φύλλα έχουν ήδη πέσει και υπάρχουν πάνω στα κλαδιά μόνο οι καρποί. Από το ξύλο του είδους αυτού εκτός από την κομμιώδη ρητίνη εξάγεται κι ένα βάλσαμο.
Από τις πολυάριθμες ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Χρυσή» (Aurea) με φύλλα που έχουν ραβδώσεις και κηλίδες κίτρινες την «Ποικιλόχρωμη» (Variegata) της οποίας τα φύλλα έχουν υπόλευκες παρυφές ενώ το καλοκαίρι γίνονται ρόζ για να πάρουν το φθινόπωρο ένα έντονο κόκκινο χρώμα με ανοιχτόχρωμες κηλίδες. Τέλος αναφέρουμε την «Lane Roberts» που ο φλοιός της παρουσιάζει λιγότερες ρυτιδώσεις από του τυπικού είδους και παίρνει ένα όμορφο κόκκινο χρώμα κατά το φθινόπωρο.
Τεχνική της καλλιέργειας
Τα είδη του γένους Λικιδάμβαρις (Liquidambar) χρειάζονται βαθιά, γόνιμα και δροσερά εδάφη κατά προτίμηση όχι πολύ ασβεστώδη με καλή αποστράγγιση.
Η ατμοσφαιρική υγρασία ευνοεί την ανάπτυξη ενώ η υγρασία του εδάφους τονίζει τα χρώματα των φύλλων. Αν τα δέντρα φυτευτούν κοντά σε κάποιο ρυάκι και σε προσήλιες και απάνεμες θέσεις το φύλλωμα μπορεί να πάρει πολύ έντονα χρώματα.
 Τα δέντρα αυτά θα πρέπει να φυτεύονται μεμονωμένα μέσα σε χλοοτάπητες και να έχουν αρκετό χώρο στη διάθεση τους για να προσβάλλεται το όμορφο χρώμα τους. Επίσης καλό θα είναι να προστατεύονται (με φράχτες από δέντρα και κτίρια) από τους ψυχρούς ανέμους. Τα λικιδάμβαρις δεν αντέχουν τις μεταφυτεύσεις. Γι’ αυτό το λόγο τα δενδρύλλια ιδιαίτερα αν είναι κάπως μεγάλα θα πρέπει να φυτεύονται στην οριστική τους θέση με μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη μπάλα χώματος γύρω από τις ρίζες τους.
Πολλαπλασιασμός
Τα λικιδάμβαρις μπορούν να πολλαπλασιαστούν με σπόρο. Η σπορά γίνεται τον Οκτώβριο σε κρύο κασόνι. Οι σπόροι χρειάζονται περίπου 2 χρόνια για να φυτρώσουν. Τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε φυτώριο όπου καλλιεργούνται για 4-5 χρόνια πριν από το φύτεμα στην οριστική τους θέση. Ο πολλαπλασιασμός μπορεί να γίνει και με καταβολάδες οι οποίες τοποθετούνται τον Μάρτιο και χωρίζονται από το μητρικό φυτό ύστερα από 2 χρόνια για να φυτευτούν στην οριστική τους θέση.
Κλάδεμα
Προς το τέλος του φθινοπώρου είναι απαραίτητο ένα αραίωμα των πολύ πυκνών κλαδιών.

liquidambar orientalis



| | edit post

QUERCUS ( ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ - ΒΑΛΑΝΙΔΙΑ - ΔΡΥΣ )

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010 0 σχόλια

ΦΙΛΕ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΖΟΓΑΝΗ
ΟΙ ΒΕΛΑΝΙΔΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΑΠΑΡΑΧΘΟΥΝ ΠΡΕΠΕΙ ΑΦΟΥ ΣΥΛΛΕΞΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΣΠΟΡΟΥΣ ΚΑΤΑ ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΚΑΙ ΑΦΟΥ ΤΟΥΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΟΥΜΕ ΣΕ ΔΡΟΣΕΡΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΝΑ ΜΠΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΛΑΣΤΗΣΗ ΠΕΡΙΠΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΑΡΤΙΟΥ ΟΠΩΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ.
ΒΑΖΟΥΜΕ ΜΑΖΙΚΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΠΟΡΟΥΣ ΣΕ ΤΕΛΛΑΡΑ ΓΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΜΕ ΑΜΜΟ ΠΟΤΑΜΙΣΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΠΑΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΝΑ ΜΗΝ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ.ΤΑ ΠΟΤΙΖΟΥΜΕ ΙΣΙΑ - ΙΣΙΑ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΥΓΡΑΣΙΑ ΚΑΙ ΟΠΟΙΟ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΣΚΕΠΑΖΟΥΜΕ.
ΑΥΤΑ ΣΕ 15-20 ΜΕΡΕΣ ΘΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΒΓΑΖΟΥΝ ΦΥΤΡΑ.ΜΟΛΙΣ ΤΟ ΦΥΤΡΟ ΓΙΝΕΙ 1-2 ΠΟΝΤΟΥΣ ΤΑ ΤΟΠΟΘΕΤΟΥΜΕ ΣΕ ΓΛΑΣΤΡΕΣ( ΣΑΚΚΟΥΛΑΚΙΑ ΜΑΥΡΑ ) ΜΕ ΧΩΜΑ 1 Η 2 ΣΠΟΡΟΥΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΠΑΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΜΕ ΑΜΜΟ ΠΟΤΑΜΙΣΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΡΑΤΑΕΙ ΥΓΡΑΣΙΑ . ΣΕ ΜΕΡΙΚΕΣ ΜΕΡΕΣ ΘΑ ΦΥΤΡΩΣΟΥΝ ΟΙ ΝΕΕΣ ΒΕΛΑΝΙΔΙΕΣ.ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΟ ΒΛΕΠΕΙΣ ΣΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 2. [( ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΔΙΚΙΑ ΜΟΥ ΠΕΡΙΠΟΥ 10.000 ΑΡΙΕΣ.( QUERCUS ILEX )].
ΓΙΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΔΕΝΤΡΑ ΦΥΛΟΒΟΛΛΑ ΚΑΙ ΜΗ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ.
ΣΕ ΧΑΙΡΕΤΩ ΚΑΙ ΧΑΡΗΚΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΕΙΠΑΜΕ ΜΕΤΑ ΑΠΟ 35 ΠΕΡΙΠΟΥ ΧΡΟΝΙΑ.
ΓΙΝΕ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ - ΦΙΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ http://www.delta-trees.blogspot.com/  ΝΑ ΣΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ ΕMAIL.
ΚΑΙ ΑΝ ΕΧΕΙΣ FACEBOOK ΜΠΕΣ NURSERIES PLANTS DELTA TREES KAI ΚΑΝΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ.  

| | edit post

ΕΡΥΘΡΙΝΗ (Erythrina)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010 0 σχόλια

ΣΠΑΝΙΟ ΔΕΝΤΡΟ ERYTHRINA CRISRTA GALII

ΕΡΥΘΡΙΝΗ (Erythrina)

Οικογένεια :Παπιλιονίδες ή Ψυχανθή (Papilionaceae)
Αγγλικά λέγεται :Coral-tree (Κορραλλόδεντρο)
Το γένος ερυθρίνη περιλαμβάνει 100 περίπου είδη φυτών που κατάγονται από τις θερμές και εύκρατες περιοχές. Πρόκειται για πολυετείς πόες καθώς για δέντρα και θάμνους φυλλοβόλους. Οι ταξιανθίες παρουσιάζονται με τη μορφή βοτρύων και μπορούν να είναι κόκκινοι ή κίτρινοι. Οι καρποί είναι χέδροπες που περιέχουν σπόρους σχεδόν πάντοτε κόκκινους μερικές φορές διακοσμημένους με μια μαύρη κηλίδα. Πολλά είδη ερυθρίνης είναι μάλλον ευαίσθητα και καλλιεργούνται στο ύπαιθρο μόνο στις περιοχές με ήπιο κλίμα.
Είδη και ποικιλίες
Ερυθρίνη το κοραλλόδεντρο (erythrina coralοdendron).Είναι ένα αγκαθωτό δενδρύλλιο ύψους από 3 ως 6μ που κατάγεται από τις νότιες περιοχές των Η.Π.Α. Τα φύλλα σχηματίζονται από τρία ωοειδή και μυτερά φυλλαράκια. Τα λουλούδια ζωηρά κόκκινα εμφανίζονται μεταξύ του τέλους της ανοίξεως και των αρχών του καλοκαιριού.
Ερυθρίνη η αλεκτορόλοφος (Erythrina cristagalli). Θαμνώδες είδος που ξεπερνά το ύψος του ενός μέτρου. Τα κλαδιά έχουν αγκάθια και η κορυφή που φέρει τα λουλούδια ξεραίνεται όταν και αυτά μαραθούν. Τα φύλλα είναι σύνθετα με τρια ωοειδή φυλλαράκια και έχουν ένα όμορφο λαμπερό πρασινογάλαζο χρώμα και είναι πολύ σκληρά. Μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου εμφανίζονται τα λουλούδια που έχουν βαθύ κόκκινο χρώμα. Το είδος αυτό είναι ένα από τα περισσότερο καλλιεργούμενα επειδή είναι κάπως πιο ανθεκτικό. Από αυτό έχουν δημιουργηθεί πολλές ποικιλίες στις οποίες περιλαμβάνονται : η Συμπαγής (compacta) νάνα ποικιλία με λουλούδια ζωηρά κόκκινα η Μαρί Μπελλανζέ (Marie Bellanger) της οποίας οι ταξιανθίες πολύ μεγάλες και πρώιμες έχουν έναν υπέροχο τόνο κόκκινο –κρεμεζί η Ρουμπερρίμα (Ruberrima) νάνα και η Ποικιλόχρωμη (Versicolor) με άσπρα λουλούδια και κόκκινες παρυφές.
Ερυθρίνη η ποώδης (Erythrina herbacea).Ανθεκτικό είδος ύψους 1,20 περίπου μ. με λουλούδια σκούρα κόκκινα ενωμένα σε βότρεις. Ερυθρίνη η ποεππιγιάνα (Erythrina poeppigiana). Το είδος αυτό που κατάγεται από το Περού είναι πολύ ψηλό (ως 15μ) και έχει λουλούδια με όμορφο ζωηρό κόκκινο χρώμα.
Τεχνική της καλλιέργειας
Οι περισσότερες ερυθρίνες έχουν τροπική προέλευση και γι’αυτό καλλιεργούνται σε ιδιαίτερα προφυλαγμένες γωνίες του κήπου ή σε θερμοκήπιο. Η Ερυθρίνη το κοραλλόδεντρο (Erythrina corallodendron) μπορεί να αναπτυχθεί στο ύπαιθρο μόνο στις περιοχές όπου το κλίμα είναι ιδιαίτερα ήπιο. Αντίθετα η Ερυθρίνη η αλεκτορόλοφος (Erythrina crista-galli) μπορεί να φυτευτεί ακόμα και σε έναν κήπο στα βόρεια με την προϋπόθεση να προστατεύονται οι ρίζες κατά τους πιο ψυχρούς μήνες μ’ένα παχύ στρώμα από άχυρα τύρφη ή ξερά φύλλα. Μια άλλη αρκετά διαδομένη μέθοδος είναι να βγάζετε τις ρίζες από το έδαφος στις αρχές του χειμώνα να τις διατηρείτε σε στεγνό μέρος και με θερμοκρασία 4-70C κατά την διάρκεια του χειμώνα. Τις ξαναφυτεύετε στο ύπαιθρο στα τέλη Απριλίου ή στις αρχές Μαίου εποχή κατά την οποία γίνεται σε άλλες περιοχές το φύτεμα των φυτών αυτών στην οριστική τους θέση. Το έδαφος όπου καλλιεργείται η ερυθρίνη δεν χρειάζεται ιδιαίτερες φροντίδες. Τα δέντρα όμως αναπτύσσονται καλύτερα αν είναι έυφορο και εμπλουτισμένο με καλά χωνεμένη κοπριά. Τα φυτά που καλλιεργούνται σε θερμοκήπιο χρειάζονται ελάχιστη υγρασία κατά την περίοδο της βλαστητικής αναπαύσεως ενώ τα ποτίσματα γίνονται πιο άφθονα από τις αρχές της ανοίξεως και σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού. Καλό είναι να τους παρέχεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες υγρό λίπασμα κάθε δύο εβδομάδες. Κάθε χρόνο στις αρχές της ανοίξεως καλό είναι τα φυτά να αλλάζουν γλάστρα.
Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός της ερυθρίνης μπορεί να γίνει με σπόρο. Πριν από τη σπορά οι σπόροι θα πρέπει να μείνουν στο νερό τουλάχιστον για 24 ώρες. Η βλάστηση και η ανάπτυξη όμως είναι πολύ αργές γι’αυτό χρησιμοποιείται συνήθως ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα. Τα ημιξυλώδη κλαδιά μήκους 10 περίπου εκατ. κόβονται από το μητρικό φυτό τον Απρίλιο και τοποθετούνται σε ένα μείγμα άμμου και τύρφης με σταθερή υγρασία και θερμοκρασία 18-200C.
Κλάδεμα
Όσον αφορά το είδος που καλλιεργείται περισσότερο την Ερυθρίνη την αλεκτορόλοφο είναι απαραίτητο να κόβονται όλα τα κλαδιά στο επίπεδο του εδάφους πριν αφαιρεθούν οι ρίζες για να διαχειμάσουν ή να καλυφθούν με άχυρα και ξερά χόρτα. Τα άλλα είδη αντίθετα δεν χρειάζονται πραγματικό κλάδεμα : είναι αρκετό γι’αυτά να αφαιρεθούν τα ξερά ή αδύνατα κλαδιά μόλις αρχίζει η αφύπνιση της βλαστήσεως. Την ίδια περίοδο κλαδεύονται επίσης τα δενδρύλλια που καλλιεργούνται σε θερμοκήπιο. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να κοπούν τα κλαδιά σε ύψος 10-20 εκατ. από την βάση.

ERYTHRINA CRISTA GALII

| | edit post

PHOENIX THEOFRASTII

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010 0 σχόλια

Ολοι γνωρίζουμε την καταστροφική πυρκαγιά που κατέστρεψε περίπου το 70% το φοινικόδασος στο Πρεβελη του Ρεθύμνου Κρήτης .Σας παραθέτω μερικές φωτογραφίες με το εκπληκτικό αυτό φυτό απ΄το προσωπικό φωτογραφικό μου αρχείο. 1. παραλία Ηρακλείου 2. από κάποιο ξενοδοχείο Ρέθυμνο 3. από παραλία πόλη Ρεθύμνου. 4. Βαι 

| | edit post

ΣΥΚΙΑ (Ficus carica)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Τρίτη 27 Ιουλίου 2010 0 σχόλια

Φίκος ή Συκή η καρική (Ficus carica) Higuera, fico domestico,

Οικογένεια: Μορείδες (Moraceae)
Η συκιά είναι ένα οπωροφόρο δέντρο που κατάγεται από τη Μικρά Ασία και απαντά αυτοφυής στις παραμεσόγειες χώρες όπως και σ’ολόκληρη τη χώρα μας όπου καλλιεργείται κυρίως στα νότια. Το είδος Φίκος ή Συκή η καρική (Ficus carica) περιλαμβάνει τα υποείδη Φίκος η καρική ήμερη (Ficus carica sativa) δηλαδή την καθαυτό την κοινή συκιά στην οποία ανήκουν όλες οι καλλιεργούμενες ποικιλίες και ο Φίκος η καρική αγρία (Ficus carica caprificus) την αγριοσυκιά ή ορνιό που είναι πιο μικρή από τη συκιά με μικρότερα φύλλα και καρπούς που δεν τρώγονται.
Το υποείδος Φίκος η καρική ήμερη έχει μέτριο ανάστημα (6-7μ) απλωτή μορφή και χαμηλή στρογγυλωπή και διακλαδισμένη «κόμη». Ο κορμός και τα εύρωστα κλαδιά της σκεπάζονται από ένα λείο, γκρίζο φλοιό. Πρόκειται για φυλλοβόλο δέντρο με αρκετά μεγάλα, σαρκώδη φύλλα διαιρεμένα σε 3-5 λοβούς, βαθυπράσινα και γυαλιστερά στην επάνω επιφάνεια και καλυμμένα με πολύ μικρές και σκληρές τρίχες στην κάτω. Τα σύκα από βοτανική άποψη δεν είναι καρποί αλλά ταξιανθίες που κατόπιν γίνονται ταξικαρπίες. Το σύκο είναι μια ταξιανθία που αποτελείται από μια σαρκώδη ανθοδόχη στο εσωτερικό της οποίας βρίσκονται τα μικρά λουλούδια. Αυτά στην συνέχεια μετατρέπονται σε μικρούς σκληρούς καρπούς που θεωρούνται σπόροι. Οι ποικιλίες της ήμερης συκιάς παράγουν γενικά δύο τύπους ταξιανθιών (σύκων). Τα πρώτα ωριμάζουν τον Ιούνιο και ονομάζονται φρακασάνες ενώ τα δεύτερα που είναι και τα πραγματικά σύκα ωριμάζουν κατά τον Αύγουστο- Σεπτέμβριο. Σχηματίζονται στη μασχάλη των φύλλων πάνω στα μικρά κλαδιά που αναπτύχθηκαν την άνοιξη. Στα ίδια αυτά κλαδιά σχηματίζονται κι άλλες ταξιανθίες που ωριμάζουν μόνο την επόμενη άνοιξη και γίνονται φρακασάνες. Η αγριοσυκιά παράγει τρεις διαφορετικούς τύπους ταξιανθιών (όψιμα σύκα, προσύκα, ερινεοί) και όμως δεν είναι εδώδιμες.
Όπως αναφέραμε τα λουλούδια είναι κλεισμένα μέσα σε μια σαρκώδη ανθοδόχη η οποία έχει ένα στρογγυλωπό άνοιγμα. Για να φτάσει η ταξιανθία στην πλήρη ωρίμανση είναι απαραίτητο να γονιμοποιηθούν τα λουλούδια. Στην αγριοσυκιά η γονιμοποίηση εξασφαλίζεται από ένα έντονο τον Βλαστοφάγο τον ψήνα (Blastophaga psenes) που καθώς μπαινοβγαίνει μέσα στις ταξιανθίες εξασφαλίζει τη μεταφορά της γύρης. Το έντομο αυτό επισκέπτεται επίσης τα πραγματικά σύκα της ήμερης συκιάς και τα γονιμοποιεί : χάρη στον Βλαστοφάγο πολλές ποικιλίες ήμερης συκιάς που καλλιεργούνται στην χώρα μας μπορούν να παράγουν τέλεια αναπτυγμένα σύκα. Για τον λόγο αυτό ήταν κάποτε διαδομένη η τεχνική του «ερινεασμού» ή «ορνιάσματος» δηλαδή το κρέμασμα πάνω στην ήμερη συκιά μερικών κλαδιών αγριοσυκιάς με καρπούς από τους οποίους βγαίνουν οι βλαστοφάγοι κατά την άνοιξη. Σήμερα ο ερινεασμός δεν είναι πια πολύ διαδομένος μια και υπάρχουν ποικιλίες ήμερης συκιάς που μπορούν να σχηματίζουν εδώδιμα σύκα τέλεια ανεπτυγμένα χωρίς να χρειάζονται γονιμοποίηση (παρθενοκαρπία). Τα σύκα παρθενοκαρπικής προελεύσεως διακρίνονται από εκείνα στα οποία έχει γίνει η γονιμοποίηση επειδή δεν περιέχουν τους μικρούς καρπούς (δηλαδή τους «σπόρους»).
Ποικιλίες
Οι ποικιλίες που παράγουν μόνο πραγματικά σύκα λέγονται μονόφορες, ενώ αυτές που παράγουν τόσο φρακασάνες ή αυγόσυκα όσο και πραγματικά σύκα λέγονται δίφορες. Οι ποικιλίες είναι πάρα πολλές και μπορούν να ταξινομηθούν σύμφωνα με διάφορα κριτήρια :χρώμα του σύκου (άσπρα και μαύρα σύκα) εποχή ωριμάνσεως προορισμός του προιόντος (νωπή κατανάλωση, αποξήρανση). Στη χώρα μας είναι περίφημα τα ξερά σύκα Καλαμών και Κύμης. Οι καλύτερες ποικιλίες νωπών σύκων είναι τα βασιλικά και τα μαντουλάρικα της Αττικής. Επίσης πολύ καλή ποικιλία συκιάς είναι η σμυρναική (σύκα μπαρδατζίκια). Γενικά μπορούμε να πούμε ότι οι ποικιλίες συκιάς που καλλιεργούνται κατά τόπους είναι αποτέλεσμα τοπικής προσαρμογής γι’αυτό και κάθε περιφέρεια έχει τις δικές της ποικιλίες έστω και αν τα δέντρα που αρχικά είχαν φυτευθεί ήταν ξενικών ποικιλιών.
Τεχνική της καλλιέργειας
Η συκιά αναπτύσσεται καλά στις ζώνες με ήπιο κλίμα αλλά αντέχει και στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα αρκεί να μην κατεβαίνουν κάτω από τους -100C. Στα πολύ ψυχρά κλίματα ωστόσο θα πρέπει να φυτεύεται σε προστατευμένα και πολύ ηλιόλουστα μέρη (για παράδειγμα κοντά σε έναν τοίχο στραμμένο στο νοτιά).
Φυτεύεται το φθινόπωρο ή στις αρχές της ανοίξεως σε εδάφη εμπλουτισμένα με κοπριά και ανόργανα λιπάσματα. Γενικά προτιμά τα βαθιά, δροσερά και ελαφρά χρώματα. Η συκιά μπορεί να αναπτυχθεί και σε ασβεστώδη εδάφη αλλά δεν αντέχει στα υπερβολικά συμπαγή και υγρά.
Τα σύκα μαζεύονται όταν είναι τελείως ώριμα(η ωρίμανση είναι σταδιακή) όταν δηλαδή είναι μαλακά και η φλούδα τους σκάζει. Τα φρέσκα σύκα διατηρούνται δύσκολα και γι’αυτό καταφεύγουμε στην αποξήρανση. Γενικά τα ώριμα σύκα αφήνονται στο φυτό για να αρχίσουν να στεγνώνουν. Στην συνέχεια μαζεύονται και τοποθετούνται στον ήλιο για μια περίπου εβδομάδα για να ξεραθούν (στη βιομηχανία μπαίνουν σε βραστό νερό). Πολύ εύγεστα και γλυκά τα σύκα είναι γνωστά από τα πανάρχαια χρόνια: αναφέρονται στην Αγία Γραφή και σε πολυάριθμα αρχαία κείμενα (τα αναφέρει και ο Όμηρος στην Οδύσσεια.)
Πολλαπλασιασμός
Γίνεται με μόσχευμα. Το καλοκαίρι κόβονται κλαδιά 2-3 χρόνων μήκους 30-40 εκατ και φυτεύονται σε φυτώριο ή απευθείας στην οριστική θέση.
Για τον πολλαπλασιασμό μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και έρριζες παραφυάδες που αποσπώνται από το μητρικό δέντρο και φυτεύονται στο τέλος του καλοκαιριού- φθινόπωρο.
Κλάδεμα
Η συκιά δεν αντέχει στο κλάδεμα γι’αυτό και διαμορφώνεται σε φυσικό σχήμα. Στο κλάδεμα παραγωγής (που γίνεται το χειμώνα) αφαιρούνται μόνο τα ξερά ή άρρωστα κλαδιά. Δεν πρέπει να κόβονται οι κορυφές των κλαδιών γιατί στην άκρη τους σχηματίζονται οι καρποί. Αν θέλετε να ανανεώσετε ένα δέντρο που έχει πάθει ζημές αρκεί να μεγαλώσετε μια παραφυάδα του.
Σημ: Στις φωτογραφίες έχουμε ενα πειθαρχημένο κλάδεμα δέντρου νωρίς την άνοιξη και εμβολιασμό ( μπόλιασμα - κέντρωμα ) συνήθως προς το τέλος Αυγούστου.

| | edit post

Λειριόδεντρον ή Λιλιόδενδρον (Liriodendron)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010 0 σχόλια

Λειριόδεντρον ή Λιλιόδενδρον (Liriodendron)
Οικογένεια : Μαγνολίδες (Magnoliaceae)

Γένος που περιλαμβάνει μόνο δύο είδη δέντρων τα οποία είναι εξαιρετικά διακοσμητικά. Καλλιεργούνται για το ωραίο τους φύλλωμα που παίρνει το φθινόπωρο χρυσοκίτρινες αποχρώσεις και για τα χαρακτηριστικά λουλούδια τους τα οποία μοιάζουν με τουλίπες. Από τα δύο αυτά είδη μόνο το Λειριόδενδρον το τουλιπανθές (Liriodendrous tulipifera) που κατάγεται από τη βόρεια Αμερική ευδοκιμεί στο κλίμα της Ευρώπης όπου είναι πολύ διαδομένο στους κήπους και τα πάρκα. Πρόκειται για ένα δέντρο ύψους 30-40 εκατ με ευθύ κορμό χωρίς πολλές διακλαδώσεις ανερχόμενα κλαδιά και κάπως απλωτή πυραμιδοειδή «κόμη». Έχει λείο και μαυριδερό φλοιό και μάλλον μεγάλα έμμισχα φύλλα με 4 σχεδόν τριγωνικούς λοβούς από τους οποίους οι 2 ανώτεροι σχηματίζουν έναν «ακρωτηριασμένο» λοβό που δίνει στο φύλλο ένα σχήμα σχεδόν τετράγωνο. Το φύλλωμα έχει ζωηρό πράσινο χρώμα το καλοκαίρι ενώ το φθινόπωρο παίρνει μια όμορφη χρυσοκίτρινη απόχρωση. Παρουσιάζει όμορφα αρωματικά και αρκετά μεγάλα μονήρη λουλούδια σε σχήμα τουλίπας με 6 κίτρινα πέταλα και διάφορες αποχρώσεις από το πορτοκαλί ως το πρασινωπό. Τα δέντρα αρχίζουν να ανθίζουν σε ηλικία 15 χρονών. Η ανθοφορία παρατηρείται από τον Μάιο ως τον Ιούλιο.
Από τις πολυάριθμες ποικιλίες του είδους αναφέρουμε την «Κορυφαία» ή «Πυραμιδοειδή» (Pyramidale) με όρθια κλαδιά κατάλληλη για καλλιέργεια σε περιορισμένους χώρους μαζί με άλλα δέντρα. Την ποικιλία με «Χρυσή Παρυφή» (Aureo-Marginata) με φύλλα διάστικτα την άνοιξη και την Ακεραιόφυλλη (Integrifolium) με φύλλα χωρίς λοβούς.
Τεχνική της καλλιέργειας
Τα λειριόδεντρα χρειάζονται βαθιά, δροσερά και γόνιμα εδάφη καθώς και ηλιόλουστες απάνεμες θέσεις. Σε ευνοϊκές συνθήκες η ανάπτυξη τους είναι μάλλον γρήγορη. Όπως η λικιδάμβαρη μαζί με την οποία καλλιεργείται συχνά στα πάρκα επειδή έχουν τις ίδιες περιβαλλοντολογικές απαιτήσεις αναπτύσσεται καλύτερα κοντά σε μικρές λίμνες και σε ρυάκια. Δεν αντέχει τα κλαδέματα και μάλιστα μεγαλώνει καλύτερα και πιο γρήγορα αν δεν πειράξετε καθόλου την κόμη του.
Πολλαπλασιασμός
Το είδος αυτό πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Η σπορά γίνεται το φθινόπωρο σε ένα μείγμα από χώμα και τύρφη και οι σπόροι φυτρώνουν την επόμενη άνοιξη. Στο σημείο αυτό υπάρχουν δύο δυνατότητες να συνεχιστεί η καλλιέργεια του σπορείου στο ύπαιθρο ( τα μικρά φυτά προστατεύονται μ’ένα στρώμα ξερών φύλλων αλλά ο τρόπος αυτός συνεπάγεται κινδύνους τη στιγμή της μεταφυτεύσεως. Ο δεύτερος τρόπος είναι να μεταφυτευτούν τα μικρά φυτά σε γλάστρες όπου θα διατηρηθούν μέχρι την στιγμή που θα φυτευτούν στην οριστική τους θέση.
Για να πολλαπλασιάσει και να διατηρήσει κανείς σταθερά τα χαρακτηριστικά των ποικιλιών θα πρέπει να εμβολιάσει την επιθυμητή ποικιλία χρησιμοποιώντας σαν υποκείμενο δενδρύλλια του είδους Λειριόδενδρον το τουλιπανθές (L.tulipiflera)
Λίγα φυτά υπάρχουν στον ιστό της πόλης. Μερικά είναι στο πεζοδρόμιο σε κάποιο μικρό δρόμο στο Χαλάνδρι, Το άνθος τους οπως βλέπετε και στην φωτογραφία είναι υπέροχο. 

| | edit post

Βραχυχίτων - Brachychiton

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010 0 σχόλια


Brachychiton (Kurrajong, Bottletree) είναι ένα γένος από 31 είδη δεντρων και μεγάλων θάμνων, ιθαγενή στην Αυστραλία, και Νέα Γουινέα (ένα είδος).


Το όνομα Brachychiton προέρχεται από το ελληνικό σύντομο brachys, και τη λέξη χιτώνας, πουκάμισο. Μπορούν να αυξηθούν σε 4 - 30μ ύψος. Αρκετά είδη (αν και όχι όλα είναι φυτά με ένα πολύ χοντρός στέλεχος για το μέγεθός τους και χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση νερού σε περιόδους ξηρασίας. Τα φύλλα τους είναι γυαλιστερά, σκούρα πράσινα, ακέραια η με λοβούς. Τα άνθη κόκκινα η κιτρινωπά, πολλά μαζί στις άκρες των βλαστών, κατά τον Μάιο-Ιούνιο. Όλα τα είδη είναι μονόικα με ξεχωριστά αρσενικά και θηλυκά άνθη στο ίδιο φυτό. Τα λουλούδια έχουν σχήμα καμπάνας. Ανθεκτικό στη ρύπανση των πόλεων, κατάλληλο για τις νότιες περιοχές της χώρας μας και κατάλληλο για δεντροστοιχίες. Ο ρυθμός ανάπτυξης του είναι γρήγορος.

Κυριότερα είδη

Brachychiton Acerifolius, Brachychiton Discolor, Brachychiton Platanifolia,

Brachychiton Populeneus, Brachychiton Diversifolia, Brachychiton Rupestris,

Brachychiton Foetida, Brachychiton Iberidifolia.

Στή φωτογραφία κάπου στο Χαλάνδρι υπέροχα άνθη  Brachychiton Discolor, ποικιλία με λίγα δέντρα στήν Ελληνική επικράτεια, είναι όμως υπέροχο δέντρο για πάρκα και πλατείες με ιδιαίτερη προσθετική αξία στο αστικό και περιαστικό πράσινο.
Σημ: Αν κάποιος γνωρίζει κι΄ άλλα τέτοια δέντρα στη χώρα μας, ας επικοινωνήσει.       

| | edit post

Ειναι ο μήνας του άνθους της Κελρεουτέριας (Koelreuteria paniculata)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Κυριακή 13 Ιουνίου 2010 0 σχόλια




Από τα πιο συνηθισμένα δέντρα σε δεντροστοιχίες στη Θεσσαλονίκη. Κατάγεται από Ανατολικη Ασία (Κίνα, Κορέα, Ιαπωνία). Τα περισσότερα και πιο γέρικα βρίσκονται στις οδούς Πλούτωνος, Χαιρωνείας και Βλ. Γαβριηλίδη στο Ντεπώ. Αυτή την εποχή είναι ανθισμένα με ωραία χρυσοκίτρινα λουλούδια και κάνουν τους πρώτους μικρούς πράσινους σαν κύστεις καρπούς, από του οποίους, όσοι πέφτουν στο έδαφος και πατιούνται ενώ είναι ακόμα χλωροί, κάνουν χαρακτηριστικό θόρυβο (πατ, πατ) μια αγαπημένη ενασχόληση των παιδιών. Όταν οι καρποί ωριμάσουν περιέχουν μέσα σκληρά μαύρα σφαιρίδια από τους πολύ γόνιμους σπόρους, επίσης αγαπητοί στα παιδιά μια και τους αρέσει να τους μαζεύουν σε μπουκάλια.
Το φθινόπωρο τα φύλλα παίρνουν πολύ ωραίο πορτοκαλοκόκκινο χρώμα, εξαπλώνεται πολύ εύκολα με τους πολύ γόνιμους σπόρους.

| | edit post

GINKGO BILOBA ( ΓΚΙΝΓΚΟ )

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010 0 σχόλια


Πανάρχαιο φυτό το γκίγκο ή και γκίνγκο είναι το μοναδικό επιζών φυτό της τάξης γκινγκοώδη, οικογένεια γκινγκοΐδες. Κατέχει ξεχωριστή θέση στο εξελικτικό οικογενειακό δέντρο καθώς είναι ο μοναδικός ζωντανός κρίκος ανάμεσα στις φτέρες και τα κωνοφόρα.
Η ονομασία προέρχεται από την κινέζικη λέξη Ginkyo που σημαίνει ασημένιο βερύκοκο ( gin = ασήμι, kyo = βερύκοκο ).
Τα πρώτα γκίγκο εμφανίστηκαν πριν από 270 εκατομμύρια χρόνια, στην Πέρμια περίοδο. Κατά τη διάρκεια της μέσης Ιουράσιας περιόδου υπήρξε μια τεράστια αύξηση σε είδη με μέγιστη βιοποικιλότητα στην Κρητιδική περίοδο(144 εκατομμύρια χρόνια πριν) σε περιοχές γνωστές σήμερα ως Ασία,Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Εξαιτίας κατακλυσμιαίων καταστροφών και σταδιακής αλλαγής του κλίματος, το Γκίγκο εξαφανίστηκε από την Βόρεια Αμερική πριν από 7 εκατομμύρια χρόνια και από την Ευρώπη πριν από 2,5 εκατομμύρια χρόνια. Σήμερα αυτοφύεται κυρίως σε περιοχές της νοτιοδυτικής και ανατολικής Κίνας ,αλλά το συναντάμε και σε ναούς στην Κορέα και την Ιαπωνία επειδή έχει συμβολική σημασία στον Κομφουκισμό.
Αν και γυμνόσπερμο, είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό, όμορφο, φυλλοβόλο δέντρο. Το φθινόπωρο τα φύλλα του αλλάζουν χρώμα και από πράσινα γίνονται χρυσαφιά. Φτάνει σε ύψος τα 50 μέτρα και ο κορμός του είναι κυλινδρικός, έχοντας διάμετρο μέχρι και 3 μέτρα. Ο φλοιός του είναι χρώματος γκρι με βαθιές αυλακώσεις. Τα φύλλα του είναι μεγάλα, πλατιά, σε σχήμα βεντάλιας με μήκος 9 εκατοστά και πλάτος που φτάνει και τα 15 εκατοστά. Διαιρούνται σε δύο χαρακτηριστικούς λοβούς που φέρουν στη μέση μία κεντρική τομή. Οι καρποί του δέντρου έχουν ασημένιο χρώμα και περιβάλλονται από ένα σαρκώδες περίβλημα με έντονη δυσάρεστη οσμή σαν χαλασμένο βούτυρο εξαιτίας της παρουσίας βουτυρικού οξέος. Ο τρόπος ανάπτυξης είναι γενικά στενός στα νεαρά δέντρα και πλαταίνει πραγματικά μόνο όταν φτάσουν τα 100 χρόνια περίπου. Σε αντίθεση με άλλα γυμνόσπερμα, τα γκίγκο έχουν χωριστά φύλα. Αυτό σημαίνει ότι το θηλυκό δέντρο χρειάζεται την παρουσία ενός αρσενικού προκειμένου να γονιμοποιηθεί. Περιστασιακά και τα δύο φύλα βρίσκονται στο ίδιο δέντρο. Το γκίγκο καλλιεργείται ως καλλωπιστικό σε πάρκα και κήπους. Είναι εκπληκτικά σκληρό και ανθεκτικό σε όλες τις μορφές μόλυνσης, γι'αυτό το λόγο είναι ιδιαίτερα κατάλληλο για αστικές περιοχές. Ευδοκιμεί καλύτερα σε όξινα, καλά αποστραγγιζόμενα, αμμώδη εδάφη. Από τα φύλλα του παρασκευάζεται φάρμακο, που χρησιμοποιείται στη θεραπεία διαφόρων παθήσεων του κυκλοφορικού. Στην Κινέζικη Ιατρική ο καρπός του χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν για τις αντιβηχικές, χωνευτικές και διουρητικές του ιδιότητες.

| | edit post

Με τη γλώσσα των δέντρων.( The lanquage of trees ).

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Τρίτη 1 Ιουνίου 2010 0 σχόλια

Vivai piante alberi - plantas de viveros arboles - plantes de vivers arbres - viveiros de plantas árvores - bimëve çerdhe pemëve - مشاتل النباتات الأشجار - растения разсадници дървета - pépinières de plantes arbres - Pflanzen Baumschulen Bäume - געוויקסן נערסעריז ביימער - planter planteskoler træer - צמחים במשתלות העצים – puukoolides puud - 植物の保育園 木- pembibitan tanaman pohon - plandlanna plandaí crainn - plöntur nurseries tré - 植物苗圃 树木 - rasadnicima biljke drveće - augu audzētavas koki - гадавальніка раслін дрэвы - augalų medelynai medžių - Planter barnehageplanten kwekerijenr trær - planten kwekerijen bomen - meithrinfeydd planhigion coed - növények faiskola fák - розплідники рослин дерева - گیاهان گلخانه ها درختان - szkółki roślin drzew - pepiniere de plante copaci - питомники растений деревья - постројења вртићи дрвеће - растенија расадници дрва - rastliny škôlky stromy - rastline drevesnice drevesa - mimea vitalu miti - växter plantskolor träd – ชำพืช ต้นไม้ - bitkiler kreşler ağaçlar - rostliny školky stromy - halaman nurseries puno - kasvien taimitarhat puut

| | edit post

ΔΡΥΣ (Quercus), Oak


ΔΡΥΣ(Quercus)
Οικογένεια :Φηγίδες (Fagaceae)
Κοινό όνομα : βαλανιδιά,βελανιδιά
Γένος που περιλαμβάνει περισσότερα από 400 είδη αειθαλών ή φυλλοβόλων και γενικά ανθεκτικών στο κρύο δέντρων και θάμνων. Είναι πολύ διαδομένα στις εύκρατες περιοχές μερικά ευδοκιμούν ακόμα και στις ορεινές ζώνες των τροπικών περιοχών. Οι βαλανιδιές έχουν σκληρό ξύλο και συνήθως αποκτούν μεγάλες διαστάσεις (φτάνουν εύκολα τα 50μ ύψος ) είναι επίσης πολύ μακρόβια (υπάρχουν δέντρα που η ηλικία τους ξεπερνά τα 500 χρόνια). Τα φύλλα σχεδόν πάντα έλλοβα έχουν διάφορα σχήματα και ακέραιες ή οδοντωτές παρυφές όσο για το χρώμα τους κυμαίνεται σε διαφορετικούς τόνους του πράσινου ανάλογα με το είδος –συχνά αποκτά όμορφες αποχρώσεις κατά το φθινόπωρο. Τα λουλούδια είναι μονογενή πάνω στο ίδιο δέντρο δηλαδή υπάρχουν «θηλυκά» και «αρσενικά». Τα πρώτα είναι πράσινα και ασήμαντα από διακοσμητική άποψη και τα δεύτερα κίτρινα και ενωμένα σε κρεμάμενους στύλους που καλύπτονται μ’ένα απλό χνούδι. Τα λουλούδια εμφανίζονται μαζί με τα πρώτα φύλλα αργά την άνοιξη. Οι καρποί, τα κοινά βαλανίδια είναι λείοι και γυαλιστεροί και καλύπτονται ενμέρει από ένα λείο κύπελλο ρυτιδωμένο ή αγκαθωτό διαμέσου του οποίου είναι προσκολλημένοι πάνω στα κλαδιά. Το ξύλο μερικών ειδών βαλανιδιάς χρησιμοποιείται στην ξυλουργική γιατί είναι πολύ ανθεκτικό και καλής ποιότητας. Εξαιτίας των μεγάλων τους διαστάσεων τα δέντρα που προορίζονται για διακοσμητικούς σκοπούς είναι κατάλληλα για πάρκα και μεγάλους κήπους.


Αριά ( Quercus Ilex) 300 ετων στήν Ικαρία
Είδη και ποικιλίες
Φυλλοβόλα
Δρύς η κήρρις (Quercus cerris). Κοινά ονόματα :ρουπάκι, δέντρο, τσέρρο, μικρή βαλανιδιά, άγρια βαλανιδιά. Πολύ ανθεκτικό είδος με γρήγορη ανάπτυξη καταγόμενο από τη Νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 30-35μ και ωοειδή, έλλοβα φύλλα. Η κόμη του ωοειδής στην αρχή τείνει μάλλον προς το σχήμα της πυραμίδας καθώς περνούν τα χρόνια. Τα κύπελλα των καρπών φέρουν κατσαρά λέπια.
Δρύς η κόκκινη (Quercus coccinea). Εύρωστο δέντρο με ύψος 10-15μ και διάμετρο κόμης 8-12. Τα φύλλα του γίνονται κόκκινα κατά το φθινόπωρο.
Δρύς η φαρνέττο (Quercus farnetto). Κατάγεται από την νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 30-40 εκατ. πυκνή κόμη και μακριά έλλοβα φύλλα με πολύ κοντούς μίσχους.
Δρύς η ελλόβιος (Quercus palustris). Το είδος αυτό που κατάγεται από τις δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες έχει κωνικό σχήμα και αναπτύσσεται σε βαλτώδη εδάφη.
Δρύς η έμμισχος (Quercus pedunculata).Κοινά ονόματα: δέντρο, δρύς, ρένια, ροτσόκι, ρουπάκι. Κατάγεται από τις χώρες της Μεσογείου και τον Καύκασο και είναι διαδομένη σ’ολη την Ευρώπη τη βόρεια Αφρική και τη Μικρά Ασία.
Έχει μέχρι και 50μ ύψος στρογγυλή, απλωτή κόμη οριζόντια κλαδιά και επιμήκη, έλλοβα φύλλα με κοντό μίσχο. Είναι μακρόβιο δέντρο (ζει μέχρι και 400 χρόνια) που συχνά αποκτά μεγάλες διαστάσεις (το πλάτος του κορμού φτάνει τα 3μ και η προβολή της κόμης τα 300μ2 ). Το είδος αυτό προτιμά τα υγρά και δροσερά εδάφη.
Δρύς η χνοώδης (Quercus pubescens). Κατάγεται από την νότια Ευρώπη και τη Μικρά Ασία. Έχει ύψος 10-15μ και έλλοβα φύλλα συχνά καρδιόσχημα στη βάση. Τα νεαρά κλαδιά οι νευρώσεις της κάτω επιφάνειας των φύλλων και το κύπελλο του καρπού φέρνουν ένα κιτρινωπό χνούδι.
Δρύς η άμισχος (Quercus sessiflora). Κοινά ονόματα : δέντρο, δεντρούλι, δρυς, γρανιτσιά ρουπάλι. Λέγεται και Δρύς η πετραία (Quercus petraea). Κατάγεται από τη νότια Ευρώπη. Έχει ύψος 20-30μ απλωτή κόμη και άμισχα λουλούδια και καρπούς.
Αειθαλή
Δρύς η κοκκοφόρος (Quercus coccifera). Κοινά ονόματα :πουρνάρι, πρινάρι απρινιά, κατσιπρινιά, κατσοπούρναρο, κατσικοπούρναρο. Φουντωτός θάμνος που κατάγεται από τις χώρες της Μεσογείου. Έχει ύψος το πολύ μέχρι 3μ και μικρά δερματώδη φύλλα με οδοντωτές και αγκαθωτές παρυφές.
Δρύς η ίληξ (Quercus illex).Κοινά ονόματα : Αριά,άρεος, ασίλακας (Κρήτη), κλαδί (Χαλκιδική).Δέντρο πολύ διαδομένο στα δάση των μεσογειακών περιοχών απ’οπου και κατάγεται. Έχει ύψος γύρω στα 20-25μ στρογγυλωπή κόμη και λογχοειδή, γυαλιστερά δερματώδη φύλλα. Αντέχει την ξηρασία και τα στεγνά, βραχώδη εδάφη και έχει σκληρό και βαρύ ξύλο κατάλληλο για την ξυλουργική.
Δρύς η φελλόδρυς (Quercus suber). Τυπική βαλανιδιά της Μεσογείου η οποία αναπτύσσεται επίσης και στις ακτές της Πορτογαλίας και του Μαρόκου που βρίσκονται στον Ατλαντικό. Το ύψος της δεν ξεπερνά τα 15μ ενώ η διάμετρος του κορμού της φτάνει τα 5μ. Ο κορμός καλύπτεται από έναν παχύ φλοιό που διασχίζεται από βαθιές αυλακώσεις απ’οπου λαμβάνεται ο φελλός. Η «κόμη» είναι πλατιά, ακανόνιστη και αραιή. Τα φύλλα μικρά, ωοειδή και δερματώδη με κυματοειδής παρυφές και μυτερές άκρες είναι γυαλιστερά και σκουροπράσινα στην πάνω επιφάνεια και στην κάτω γκρίζα και χνουδωτά. Η φελλόδρυς θέλει κλίματα υγρά και ζεστά, θέσεις φωτεινές και εδάφη κατά προτίμηση πυριτολιθικά και όξινα (δεν αντέχει τα ασβεστολιθικά).
Η συγκομιδή του φελλού αρχίζει όταν το δέντρο φτάσει σε ηλικία 30-35 χρόνων (το ύψος και η περίμετρος του κορμού θα πρέπει να κυμαίνεται γύρω 1,80μ και 60εκατ αντίστοιχα). Από τον πρώτο φλοιό ο οποίος είναι ζαρωμένος και ασύμμετρος παράγεται φελλός κατώτερης ποιότητας που ονομάζεται αρσενικός φελλός. Ο φλοιός ξανασχηματίζεται και όταν αποκτήσει το επιθυμητό πάχος (3-4εκατ) αφαιρείται και πάλι- ο φελλός που παράγεται πιο λεπτός και πιο λείος ονομάζεται ευγενής φελλός. Στο βιολογικό της κύκλο (περίπου 150 χρόνια) μια καλή φελλόδρυς μπορεί να δώσει μέχρι 200 κιλά φελλού (5-6 κιλά στα πρώτα χρόνια και 20-30 όταν βρίσκεται στην εποχή της πλήρους παραγωγής της.
Δρύς η Μακεδονική βελανιδιά: Quercus Macedonica.- Quercus trojana
Είναι ένα είδος που οι ειδικοί το τοποθετούσαν αρχικά στην Μακεδονία και την Ήπειρο. Προς ευχάριστη έκπληξη όμως το συναντούμε και στο Ξηρόμερο, κυρίως στον πυρήνα του βελανιδοδάσους Πρόδρομος – Αγράμπελο, κτλ. Αναπαράσταση από Μακεδονική βελανιδιά (Quercus Macedonica) ήταν και το από χρυσό στεφάνι δρυός του Φιλίππου Β' Βασιλιά της Μκεδονίας και πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Τεχνική της καλλιέργειας
Οι απαιτήσεις των δέντρων αυτών ποικίλλουν ανάλογα με το είδος. Γενικά καλό θα είναι να τις φυτεύετε σε αρκετά μεγάλους χώρους και σε εδάφη με καλή αποστράγγιση. Οι βαλανιδιές προτιμούν τις ηλιαζόμενες θέσεις αλλά αντέχουν και σε σχετικά σκιερές. Φυτεύονται το φθινόπωρο ή στις αρχές της ανοίξεως. Κατά τα πρώτα χρόνια ο εμπλουτισμός του εδάφους με κοπριά ή φυτόχωμα είναι χρήσιμος για τα περισσότερα είδη. Για να σχηματίσετε φράχτες για παράδειγμα από αριά, φυτεύετε τα δέντρα σε απόσταση 60-80 εκατ το ένα από το άλλο και έπειτα κόβετε τις κορυφές για να βοηθήσετε το σχηματισμό των πλευρικών διακλαδώσεων. Επίσης για να διατηρήσετε τους φράχτες στις διαστάσεις που θέλετε πρέπει να τους κλαδεύετε κάθε χρόνο κατά τον Μάρτιο. Εξάλλου για να κρατάτε πάντα καθαρό και μόνο ένα στέλεχος κόβετε τον Φεβρουάριο τα πλευρικά κλαδιά των μικρών δέντρων (ηλικίας 2-3χρόνων)

10.000 Δρύς η ίληξ (Quercus illex)
στούς χώρους παραγωγής μας.
Πολλαπλασιασμός Γενικά ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο. Οι σπόροι διατηρούν τη βλαστητική τους ικανότητα για μικρό χρονικό διάστημα και γι’αυτό η σπορά θα πρέπει να γίνεται μέσα σε διάστημα το πολύ 2μηνών από τη στιγμή της συγκομιδής το φθινόπωρο στο ύπαιθρο σε γλάστρες ή σε κασόνια. Το επόμενο φθινόπωρο τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε φυτώριο και μετά 2-3 χρόνια φυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Άλλα είδη Δρυός τα περισσότερα τα οποία συναντούμε κυρίως στις Η.Π.Α – Μεξικό - Κίνα είναι τα εξής.

Quercus alba, Quercus aliena Quercus arizonica Quercus austrina Quercus berberidifolia Quercus bicolor Quercus boyntonii Quercus carmenensis Quercus chapmanii Quercus chihuahuensis Quercus cornelius-mulleri Quercus copeyensis Quercus dalechampii  Quercus depressipes Quercus deserticola Quercus dilatata Quercus douglasii Quercus dumosa Quercus durata Quercus engelmannii Quercus faginea Quercus furuhjelmi Quercus fusiformis Quercus gambelii Quercus garryana Quercus geminata Quercus glaucoides Quercus grisea Quercus havardii Quercus hinckleyi Quercus hondurensis Quercus insignis Quercus intricata Quercus john-tuckeri Quercus laceyi Quercus lanata Quercus leucotrichophora Quercu obata Quercus lusitanica Quercus lyrata Quercus macrocarpa Quercus mohriana Quercus michauxii Quercus minima Quercus mongolica Quercus muehlenbergii Quercus oblongifolia Quercus oglethorpensis Quercus oleoides Quercus peduncularis Quercus petraea Quercus polymorpha Quercus prinoides Quercus prinus Quercus pubescens Quercus pungens —Quercus rugosa Quercus sadleriana Quercus stellata Quercus toumeyi Quercus turbinella Quercus vaseyana Quercus virginiana Quercus canariensis Quercus dentata Quercus frainetto Quercus macranthera Quercus pontica Quercus pyrenaica Quercus vulcanica Quercus acutissima Quercus alnifolia Quercus calliprinos Quercus castaneifolia Quercus infectoria Quercus libani Quercus macrolepis Quercus semecarpifolia Quercus variabilis Quercus cedrosensis Quercus chrysolepis Quercus palmeri Quercus tomentella Quercus vaccinifolia Quercus arkansana Quercus buckleyi Quercus canbyi Quercus castanea Quercus coccinea Quercus costaricensis Quercus cualensis Quercus depressa Quercus eduardii Quercus ellipsoidalis Quercus emoryi Quercus falcata Quercus gravesii Quercus graciliformis Quercus georgiana Quercus hintoniorum Quercus hirtifolia Quercus humboldtii Quercus hypoleucoides Quercus hypoxantha Quercus ilicifolia Quercus iltisii Quercus imbricaria Quercus incana Quercus inopina Quercus kelloggii Quercus laevis Quercus laurifolia Quercus laurina Quercus marilandica Quercus myrtifolia Quercus nigra Quercus pagoda Quercus parvula Quercus phellos Quercus pumila Quercus rapurahuensis Quercus rhysophylla Quercus salicifolia Quercus sapotifolia Quercus shumardii Quercus tardifolia Quercus texana Quercus wislizeni Quercus xalapensis Quercus albicaulis Quercus argentata Quercus argyrotricha Quercus augustinii Quercus austrocochinchinensis Quercus austroglauca Quercus bella Quercus blakei Quercus camusiae Quercus championii Quercus chapensis Quercus chevalieri Quercus chingsiensis Quercus chungii Quercus daimingshanensis Quercus delavayi Quercus delicatula Quercus dinghuensis Quercus disciformis Quercus edithiae Quercus elevaticostata Quercus fleuryi Quercus gambleana Quercus gemelliflora Quercus gilva Quercus glauca Quercus helferiana Quercus hondae Quercus hui Quercus hypophaea Quercus jenseniana Quercus jinpinensis Quercus kerrii Quercus kiukiangensis Quercus kouangsiensis Quercus lamellosa Quercus lineata Quercus litoralis Quercus litseoides Quercus lobbii Quercus longinux Quercus lowii Quercus lungmaiensis Quercus merrillii,Quercus motuoensis Quercus multinervis Quercus myrsinifoliaQuercus neglecta, Quercus ningangensis Quercus obovatifolia Quercus oxyodon, Quercus phanera,,Quercus poilanei,, Quercus rex Quercus salicina.Quercus saravanensis Quercus schottkyana,Quercus semiserrata Quercus sessilifolia  Quercus sichourensis Quercus stenophylloides, Quercus stewardiana Quercus subhinoidea Quercus subsericea Quercus thorelii Quercus tomentosinervis Quercus treubiana,Quercus yingjiangensis.

ΕΛΙΑ (Olivo) - Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europea)


ΕΛΙΑ  Καβουσίου - Αζοριά  Κρήτης. με περίμετρο κορμού
14,25 μέτρα.Ισως η μεγαλύτερη σε μέγεθος Ελιά στόν κόσμο. 
 ΕΛΙΑ (Olivo-Ulivi-OliveTree)

Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europaea)
Οικογένεια : Ελαίδες (Oleaceae)
Η ελιά είναι ένα δέντρο που απαντά σ’ολες τις μεσογειακές χώρες. Κατάγεται από τη Μικρά Ασία απ’οπου και διαδόθηκε σε όλες τις χώρες που έχουν ζεστά και ξερά καλοκαίρια και ήπιους χειμώνες. Σήμερα οι χώρες με την μεγαλύτερη παραγωγή λαδιού είναι η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελλάδα, η Τυνησία και η Πορτογαλία. Η καλλιέργεια της ελιάς επεκτείνεται και στην αμερικανική ήπειρο ιδιαίτερα στην Καλιφόρνια.

ΕΛΙΑ Βουβών Χανίων Κρήτης. με περίμετρο κορμού 8.05 μέτρα.
Η μεγαλύτερη σε ηλικία Ελιά στόν κόσμο 3.500-5.000 χρόνων.

 Καλλιεργείται σε όλες τις εύκρατες –ζεστές ζώνες για τους καρπούς της που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή λαδιού και για άμεση κατανάλωση (επιτραπέζιες ελιές). Στη δεύτερη περίπτωση οι ελιές υπόκεινται σε διάφορες επεξεργασίες για να καταστούν εδώδιμες.
Η συγκομιδή της ελιάς πριν ή μετά την πλήρη ωρίμανση της και η διαδικασία που ακολουθείται για να γίνει εδώδιμη επιτρέπουν την επίτευξη δύο τύπων προϊόντος πράσινες και μαύρες ελιές. Από την ελιά χρησιμοποιούνται επίσης τα φύλλα στα οποία αποδίδονται αντιπυρετικές ιδιότητες και το ξύλο που χρησιμοποιείται στην ξυλουργική και την επιπλοποιία.

Είδη και ποικιλίες
Το είδος Ελαία η ευρωπαϊκή (Olea europaea) περιλαμβάνει δύο υποείδη : Ελαία η ευρωπαϊκή ήμερος ή εδώδιμος (Olea europaea sativa) που είναι η καλλιεργούμενη ελιά και Ελαία η ευρωπαϊκή αγρία (Olea europaea oleaster) κοινώς αγριλιά, αγριλιός, αγρίλι, γριλολιά (Κέρκυρα), κοσίνη (Άνδρος), κόστινος (Αίγινα) η οποία είναι αυτοφυές δέντρο ύψους 5-6μ με αγκαθωτά κλαδιά και μικρούς μελανέρυθρους καρπούς.
Η ήμερη ελιά είναι αειθαλές δέντρο ύψους 20 περίπου μ. με κορμό γεμάτο κόμπους συχνά συστραμμένο και καλυμμένο από έναν γκριζωπό φλοιό. Στη βάση του κορμού εξάλλου (αλλά και πιο πάνω) υπάρχουν διάφορα εξογκώματα (γόγγροι, δρόγγοι ή βυζιά). Τα κλαδιά συστραμμένα κι αυτά φέορυν λογχοειδή γκριζοπράσινα περγαμηνοειδή φύλλα. Τα νεαρά κλαδιά είναι πράσινα και εύκαμπτα. Τα άνθη εμφανίζονται ενωμένα σε άσπρες φοβοειδείς ταξιανθίες μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου σε κλαδιά ενός χρόνου. Οι καρποί ωοειδείς δρύπες έχουν συνήθως πράσινο κοκκινωπό ιώδες ή μαυριδερό χρώμα και αποτελούνται από τη σάρκα καθώς από ένα ξυλώδες τμήμα (πυρήνας) που βρίσκεται στο κέντρο. Οι ελιές ωριμάζουν ανάλογα με το κλίμα από τον Σεπτέμβριο ως τον Ιανουάριο. Έχει διαπιστωθεί ότι μόνο το 1-2% των γονιμοποιημένων λουλουδιών δένουν καρπό ενώ τα άλλα πέφτουν. Η ελιά μπορεί να ζήσει πολλές εκατοντάδες χρόνια. Στη χώρα μας καλλιεργούνται διάφορες ποικιλίες ελιάς από τις οποίες αναφέρουμε τις πιο σημαντικές κατατάσσοντας τις σε ομάδες ανάλογα με τον τόπο καλλιέργειας : Πελοποννήσου : κορωνέικη Αλαγωνίας, νερολιά, ματσολιά, καρυδολιά, αητονύχι, Καλαμών. Κερκύρας : λιανολιά, πικρολιά, στρυφτολιά, τρυτσολιά, αναποδολιά, στρουμπουλολιά, γαιδουρολιά, αετονυχολιά, χονδρολιά, καλοκαιρίδα, μελολιά, γλυκολιά.
Λευκάδας : ασπρολιά, μαυρολιά.
Κρήτης : κορωνέικη, λιανολιά, χονδρολιά, μηλοελιά, μουρατοελιά, τσουνάτη, καλυμπάτη.
Στερεάς Ελλάδος : Αθηναική κολυμπάδα ή καρυδολιά, καλαματιανή, μεγαρίτικη, βολιώτικη, κορωνείκη, δαμασκηνάτη, Αμφίσσης, καθρέικη.
Λέσβου: κολοβή ή βαλανολιά, αδραμυτινή ή μηλολιά ή περαική, λαδολιά ή ασπρολιά ή καλολιά ή ρουπαδιά.
Τεχνική της καλλιέργειας
Πρόκειται για δέντρα που προσαρμόζονται και σε φτωχά, πετρώδη, ξερικά και ασβεστώδη εδάφη. Για το λόγο αυτό οι ελιές φυτεύονταν από παράδοση στις πιο αφιλόξενες ζώνες. Ωστόσο καλό θα είναι να θυμάστε πως για να έχετε καλή παραγωγή θα πρέπει να καλλιεργείτε την ελιά σε γόνιμα, δροσερά και καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη επειδή δεν αντέχει τα λιμνάζοντα νερά. Οι πιο κατάλληλες θέσεις είναι οι πλαγιές που βλέπουν προς το νότο και προστατεύονται από τους βόρειους ανέμους. Η ελιά είναι ανθεκτική στην ξηρασία αλλά κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής της μπορεί να χρειαστεί μερικά ποτίσματα αν παρατηρηθούν μακρές περίοδοι ανομβρίας. Το φύτεμα γίνεται κατά προτίμηση το φθινόπωρο αλλά στις πιο ψυχρές περιοχές μπορεί να γίνει κα την άνοιξη. Τα δενδρύλλια μπορούν να φυτευτούν και με γυμνή ρίζα αλλά καλύτερα είναι να φυτεύονται με μπάλα χώματος. Πριν από το φύτεμα θα πρέπει να σκάψετε σε βάθος το έδαφος και να εμπλουτίσετε με άφθονη κοπριά και φωσφοροκαλιούχα λιπάσματα. Ανοίγετε αρκετά μεγάλους λάκκους (τουλάχιστον 60Χ60Χ60) και τοποθετείτε μέσα σ’αυτούς τα δενδρύλλια με προσοχή για να μην καταστραφούν οι ρίζες. Φροντίστε επίσης να αφήσετε έξω από το χώμα το σημείο του εμβολιασμού. Στη συνέχεια γεμίζετε το λάκκο με το χώμα που βγάλατε απ’αυτόν και το πατάτε γερά γύρω από τις ρίζες.
Κάθε χρόνο θα πρέπει να ρίχνετε διάφορα λιπάσματα κυρίως αζωτούχα σε βάθος 15-20 εκατ.

ΕΛΙΑ στό Σαμωνά Χανίων Κρήτης. με περίμετρο κορμού 12.90 μέτρα
σέ ύψος 0.90 cm . Ξεκινάει με έναν κορμό και διακλαδώνεται με αρκετούς
εντυπωσιακούς κορμούς από πολύ χαμηλά στη βάση  . 
Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός με σπόρο χρησιμοποιείται γενικά μόνο για την παραγωγή σπορόφυτων υποκειμένων γιατί τα δενδρύλλια που προέρχονται από σπόρο αναπτύσσονται πολύ αργά και δεν αντέχουν πολύ στην ξηρασία. Οι σπόροι αφού στρωματωθούν μέσα σε άμμο για ενάμισι περίπου χρόνο σπέρνονται την άνοιξη. Τα μικρά φυτά μεταφυτεύονται μόλις βγάλουν 6-8 φύλλα και ένα χρόνο αργότερα μπορούν να εμβολιαστούν.
Καλά αποτελέσματα δίνει ο πολλαπλασιασμός με μόσχευμα επειδή τα κλαδιά της ελιάς ριζώνουν εύκολα. Στην περίπτωση αυτή μπορείτε να κόψετε μικρά κλαδιά που τα φυτεύετε απευθείας σε φυτώριο και στη συνέχεια όταν ριζώσουν θα τα μεταφυτεύετε στην οριστική τους θέση. Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε μοσχεύματα μήκους 30-40εκατ που τα κόβετε το χειμώνα από κλαδιά ηλικίας 3-4 χρόνων και τα διατηρείτε μέσα σε άμμο μέχρι την άνοιξη οπότε τα φυτεύετε σε φυτώρια και σε οριζόντια θέση. Τα μοσχεύματα σχηματίζουν ρίζες και βλαστούς από τους οποίους διατηρείτε μόνον τον πιο εύρωστο. Αφήνετε τα μικρά δέντρα στο φυτώριο για μερικά χρόνια και ύστερα τα φυτεύετε στην οριστική θέση. Επίσης μπορείτε να χρησιμοποιήσετε σαν μοσχεύματα και τα εξογκώματα (γόγγροι) που σχηματίζονται στη βάση του δέντρου. Στην περίπτωση αυτή αποσπάτε τα εξογκώματα από το δέντρο και τα διατηρείτε σε άμμο ολόκληρο το χειμώνα. Την άνοιξη τα κόβετε σε κομμάτια και τα φυτεύετε σε φυτώριο όπου τ’αφήνετε για 5-6 χρόνια οπότε τα βάζετε στην οριστική τους θέση. Η ελιά μπορεί να πολλαπλασιαστεί και με παραφυάδες που σχηματίζονται από τα εξογκώματα (γόγγρους) :τις φυτεύετε σε φυτώριο και ύστερα από μερικά χρόνια μεταφέρετε τα δενδρύλλια στην οριστική τους θέση.
Οι ποικιλίες μπορούν να πολλαπλασιαστούν και με εμβολιασμό. Στην περίπτωση αυτή θα χρησιμοποιήσετε σαν υποκείμενα τα σπορόφυτα ελιάς, την αγριελιά ή και δενδρύλλια ελιάς που έχουν δημιουργηθεί από μοσχεύματα. Ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει με ενοφθαλμισμό την άνοιξη (κατά συνέπεια με βλαστάνοντα «οφθαλμό») ή πάντοτε στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως δηλαδή τον Μάρτιο με εγκεντρισμό. Επίσης ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει με πλακίτη (με φόλα) την άνοιξη να εμβολιαστεί δηλαδή το υποκείμενο με ένα κομμάτι βλαστού που να φέρει έναν οφθαλμό από την ποικιλία την οποία θέλετε να πολλαπλασιάσετε.
Η τεχνική του εμβολιασμού μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανανέωση πολύ γέρικων δέντρων και τη βελτίωση της παραγωγής τους. Κλαδεύετε αυστηρά το δέντρο που πρόκειται να επανεμβολιαστεί αφήνοντας μόνο τον κορμό και μερικούς βραχίονες. Οι βραχίονες εμβολιάζονται με πολλά κεντράδια με εγκεντρισμό στεφανίτη. Αντί να εμβολιάσετε απευθείας τους βραχίονες μπορούν να περιμένετε μέχρι να αναπτυχθούν απ’αυτούς νέοι βλαστοί και να τους εμβολιάσετε με φόλα (πλακίτης εμβολιασμός). Η ελιά αρχίζει να καρποφορεί 10-12 χρόνια μετά το φύτεμα της ανάλογα με το σχήμα διαμορφώσεως που ακολουθεί ο καλλιεργητής.
Κλάδεμα
Κλάδεμα διαμορφώσεως. Η ελιά μπορεί να διαμορφωθεί σε ελεύθερο σχήμα στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να αραιώνεται η «κόμη» ώστε να περνά ο αέρας και το φώς ανάμεσα στα κλαδιά. Άλλο σχήμα διαμορφώσεως πολύ κοινή είναι το κύπελλο ( ο κορμός θα πρέπει να έχει ύψος γύρω στο 1-1,5μ). Τα τελευταία χρόνια πολλοί παραγωγοί διαμορφώνουν τα ελαιόδεντρα τους στο σχήμα της ελεύθερης παλμέτας με καλά αποτελέσματα.
Κλάδεμα καρποφορίας. Η ελιά παράγει τους καρπούς της στα κλαδιά του προηγούμενου χρόνου. Επειδή δεν αντέχει τα πολλά κλαδέματα θα πρέπει να περιορίζετε τα κλάδεμα παραγωγής στο κόψιμο ενός τμήματος των κλαδιών που έχουν καρποφορήσει στο αραίωμα της κόμης αν είναι πολύ πυκνή και στην αφαίρεση των ξερών κλαδιών καθώς αυτών που έχουν υποστεί ζημιές από ασθένειες ή έντομα.
Κλάδεμα ανανεώσεως. Για να ανανεωθούν τα πολύ γέρικα και όχι αρκετά παραγωγικά δέντρα μπορείτε να καταφύγετε σε ένα αυστηρό κλάδεμα που συνίσταται στην αποκεφάλιση του δέντρου (κόβετε δηλαδή ολόκληρη την κόμη και αφήνετε μόνο τον κορμό). Επίσης μπορείτε να κόψετε το δέντρο στη βάση και να διατηρήσετε την πιο εύρωστη από τις παραφυάδες που θα σχηματίσει.
Ζωικοί εχθροί και ασθένειες.
Το κυκλοκόνιο είναι μια πολύ κοινή ασθένεια που προσβάλλει την ελιά και προκαλείται από έναν μύκητα (Cycloconium aleagineum). Εκδηλώνεται με την εμφάνιση γκρίζων κηλίδων στα φύλλα που παίρνουν στη συνέχεια καστανό χρώμα και περιβάλλονται από μια κίτρινη άλω. Εκτός από τα φύλλα προσβάλλονται και τα φύλλα και οι καρποί πάνω στους οποίους σχηματίζονται πράσινες κηλίδες που καλύπτονται από γκρίζα μούχλα. Οι καρποί πέφτουν πριν ωριμάσουν και το άρρωστο δέντρο μπορεί να χάσει τα φύλλα του. Το κυκλοκόνιο καταπολεμάται με βορδιγάλειο πολτό ή οξυχλωριούχο χαλκό στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως και το φθινόπωρο.
Ο καρκίνος ή φυματίωση της ελιάς οφείλεται σε ένα βακτηρίδιο (Pseudomonas savastanoi) το οποίο μπαίνει στο φυτό από τραύματα ή ακάλυπτες τομές κλαδέματος. Εκδηλώνεται με την εμφάνιση εξογκωμάτων πάνω στα κλαδιά τους μίσχους και τα φύλλα που στην αρχή είναι πράσινα και λεία και σιγά –σιγά γίνονται τραχιά και καφετιά. Τα προσβλημένα κλαδιά παύουν να αναπτύσσονται και σιγά-σιγά ξεραίνονται. Η καταπολέμηση συνιστάται στη λήψη προληπτικών μέτρων όπως είναι η απολύμανση των τραυμάτων του δέντρου με θεϊκό χαλκό και το κόψιμο των άρρωστων κλαδιών.
Ο δάκος της ελιάς (Dacus oleae) είναι μια μικρή μύγα με κίτρινο κεφάλι και γκρίζο θώρακα με 3 λωρίδες. Τα τέλεια έντομα (ακμαία) που τρέφονται με σακχαρούχα υγρά εμφανίζονται γενικά γύρω στον Ιούνιο. Τα θηλυκά εναποθέτουν τα αυγά τους πάνω στους μικρούς καρπούς. Οι άσπρες προνύμφες (σκουλήκια) που γεννιούνται από αυτά τρέφονται με τη σάρκα των καρπών πάνω στους οποίους διακρίνεται μια σκούρα κηλίδα και μια τρύπα. Σιγά –σιγά οι ελιές ζαρώνουν σαπίζουν και πέφτουν. Για να καταπολεμήσετε το δάκο πρέπει να ψεκάζετε κάθε τόσο τα δέντρα χρησιμοποιώντας κατάλληλα εντομοκτόνα σ’ολη την περίοδο του σχηματισμού των καρπών.
Η μεγάλη ψώρα (κοκκοειδής) της ελιάς (Saissetia oleae) προσβάλλει κυρίως την ελιά αλλά και τα εσπεριδοειδή καθώς και άλλα φυτά όπως για παράδειγμα την πικροδάφνη. Τα θηλυκά μήκους 3χλστ τα οποία χαρακτηρίζονται από ένα ανάγλυφο σε σχήμα στη ράχη τους εγκαθίστανται στην κάτω επιφάνεια των φύλλων και στα νεαρά κλαδιά. Τα προσβλημένα δέντρα μαραίνονται ενώ μειώνεται πολύ η παραγωγή τους. Για την καταπολέμηση χρειάζεται ένας ψεκασμός με βάση το θειούχο βάριο στις αρχές της βλαστητικής αφυπνίσεως και άλλος ένας με θερινό πολτό λίγο πριν από την ανθοφορία.

Σημ. οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό άλμπουμ των ιδιοκτητών.

Κέδρος (Cedrus)

Κέδρος (Cedrus)

Οικογένεια : Πευκίδες ή Πινίδες (Pinaceae)

Cedrus Atlantica Glauca σε παραγωγή.
 Γένος που περιλαμβάνει 4 αειθαλή και μακρόβια, κωνοφόρα με μεγάλες διαστάσεις (σε κατάλληλο περιβάλλον μπορούν να φτάσουν σε ύψος 40μ). Τα νεαρά κλαδιά φέρουν σ’ολόκληρο το μήκος τους λεπτά βελονοειδή φύλλα αλλά πιο κοντά και ενωμένα σε θυσάνους. Τα δέντρα αυτά παράγουν κώνους αλλά μόνο αφού ενηλικιωθούν και μετά (σε ορισμένα είδη μάλιστα η παραγωγή κώνων αρχίζει σε ηλικία 30-40 χρόνων). Οι κέδροι αναπτύσσονται πολύ γρήγορα και λόγω των διαστάσεων τους είναι κατάλληλοι για πάρκα και μεγάλους κήπους. Στις περιοχές μας καλλιεργούνται κυρίως για διακοσμητικούς σκοπούς αλλά στις χώρες απ’τις οποίες κατάγονται χρησιμοποιείται πολύ το ξύλο τους είτε στην ξυλουργική είτε στις οικοδομές.

Είδη και ποικιλίες

Κέδρος η ατλαντική (Cedrus atlantica).
Κατάγεται από την οροσειρά του Άτλαντα στη βόρεια Αφρική. Μαζί με τον κέδρο του Λιβάνου είναι το είδος που καλλιεργείται περισσότερο. Μπορεί να φτάσει σε ύψος 40μ. Έχει πυραμιδοειδή «κόμη». Οι κύριες διακλαδώσεις ανέρχονται προς τα πάνω ενώ οι δευτερεύουσες είναι κάπως κυρτές προς τα κάτω. Στα πιο γέρικα δέντρα τα κύρια κλαδιά τείνουν να παίρνουν μια οριζόντια διεύθυνση γι’αυτό και η «κόμη» παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Το είδος αυτό παράγει όρθιους κώνους μήκους 7-10 εκατ που μένουν πάνω στο δέντρο για πολύ καιρό. Από τις πιο διαδομένες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Γλαυκή»(Galuca) με γκριζογάλανα φύλλα την «Κλαίουσα» ή Κρεμοκλαδή (Pendula) με κυρτό κορμό και κρεμαστά κλαδιά που φτάνουν ως το έδαφος και την «Οξύληκτο» (Fastigiata) με κλαδιά ανερχόμενα και κιονωτή μορφή.

Κέδρος η δεοδάρα (Cedrus deodara)
Cedrus Livani σε παραγωγή.
Το είδος αυτό που κατάγεται από τα Ιμαλάια είναι γνωστό και σαν Κέδρος των Ιμαλαίων. Έχει ύψος από 10ως 40εκατ πλαγιόκλαδη ανάπτυξη και κρεμάμενες τις κορυφές του κορμού και των κλαδιών. Τα κύρια κλαδιά είναι οριζόντια και εύκαμπτα. Στα νεαρά δέντρα οι βελόνες έχουν γκριζογάλανο χρώμα ενώ στα ενήλικα βαθυπράσινο. Οι κώνοι μήκους 7-10 εκατ λίγο ή πολύ ωοειδείς σχηματίζονται στα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων που έχουν ηλικία 35-40 εκατ. Η ποικιλία «Κλαίουσα» (Pendula) είναι πιο χαμηλή από το τυπικό είδος και έχει κλαδιά κρεμάμενα προς τα κάτω.

Κέδρος του Λιβάνου (Cedrus libani) Είναι ο πιο γνωστός κέδρος. Φτάνει σε ύψος 10-40μ. Σε νεαρή ηλικία η «κόμη» έχει κωνικό σχήμα. Στα πιο γέρικα δέντρα η κορυφή του κορμού γέρνει τα κύρια κλαδιά παίρνουν μια οριζόντια κατεύθυνση (ποτέ κρεμάμενη προς τα κάτω) και η κόμη γίνεται πιο πλατιά. Οι βελόνες είναι βαθυπράσινες και μερικές φορές παρουσιάζουν αργυρόχρωμες ή γαλαζωπές ανταύγειες. Από τις καλλιεργούμενες ποικιλίες αναφέρουμε τη «Χρυσή» (Aurea) πιο λεπτή από τις άλλες με χρυσοπράσινες βελόνες την «Αργυρή» (Argentea) με φύλλα που έχουν αργυρόχρωμες ανταύγες τη «Νάνα» (Nana με φύλλα που παρουσιάζουν αργυρόχρωμες ανταύγειες ύψος 1 περίπου μ και αργή ανάπτυξη και η Σαργέντειος (Sargentii) με κρεμάμενα κλαδιά κατάλληλη για βραχόκηπο.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι κέδροι χρειάζονται εδάφη με καλή αποστράγγιση επειδή δεν αντέχουν καθόλου τα λιμνάζοντα νερά και ηλιόλουστες τοποθεσίες. Αναπτύσσονται καλά ακόμα και σε ασβεστώδη εδάφη. Τα νεαρά δέντρα (ύψους 50-60 εκατ ) φυτεύονται στην οριστική τους θέση το φθινόπωρο ή την άνοιξη. Είναι απαραίτητο να τοποθετούνται στον πυθμένα του λάκκου πέτρες, χαλίκια κλπ ώστε να εξασφαλίζεται καλή αποστράγγιση. Όταν τα δέντρα φτάσουν σε κάποιο ύψος στηρίζονται με γερούς πασσάλους.

Πολλαπλασιασμός
οι κέδροι πολλαπλασιάζονται με σπόρο και με εμβολιασμό. Για τη σπορά που γίνεται τον Απρίλιο σέ προφυλαγμένο μέρος χρησιμοποιούνται οι σπόροι των κώνων που χρειάζονται 2 χρόνια για να ωριμάσουν. Όταν τα μικρά φυτά φτάσουν σε ύψος 10 περίπου εκατ φυτεύονται σε φυτώριο όπου θα μείνουν για 3-4 χρόνια πριν φυτευτούν στην οριστική τους θέση.
Οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται με εγκεντρισμό (πλευρικό σε σφήνα ) την άνοιξη. Τα κεντράδια παίρνονται από κλαδιά του χρόνου. Σαν υποκείμενα χρησιμοποιούνται δενδρύλλια ηλικίας 1-2 χρόνων.

Κλάδεμα
Στα νεαρά δέντρα είναι απαραίτητο να διατηρηθεί ένας μόνο κύριος βλαστός. Αν διακλαδίζεται το φθινόπωρο κόβεται το λιγότερο αναπτυγμένο κλαδί. Αν θέλει κανείς να περιορίσει την ανάπτυξη του δέντρου μπορεί να κόψει στα τέλη του χειμώνα τα πιο χαμηλά κλαδιά από τη βάση τους χωρις να αφήσει κομμάτια και χωρίς να πειράξει τα πιο αναπτυγμένα κλαδιά.

Κυπαρίσσι ή Κυπάρισσος(Cupressus)

Κυπαρίσσι ή Κυπάρισσος(Cupressus)

Οικογένεια :Κυπαρισσίδες (Cupressaceae)


Εντυπωσιακά 12 μέτρα κυπαρίσσια δουλεμένα.
Γένος που περιλαμβάνει 20 περίπου είδη αειθαλών κωνοφόρων που κατάγονται από τις εύκρατες ζώνες του βόρειου ημισφαιρίου. Πρόκειται για δέντρα με μέσο ύψος και συμπαγή «κόμη» σε σχήμα κολόνας. Τα φύλλα λεπιοειδή και τριγωνικά καλύπτουν εντελώς τα κλαδιά. Οι κώνοι τα λεγόμενα κυπαρισσόμηλα έχουν στρογγυλωπό σχήμα και αγκαθωτά λέπια. Τα κυπαρίσσια σε μερικές περιοχές παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του τοπίου : αν τοποθετηθούν σε πυκνές σειρές αποτελούν ιδεώδεις φράχτες ή ανεμοθραύστες. Το ξύλο σκληρό κι αρωματικό χρησιμοποιείται στην ξυλουργική.
Είδη και ποικιλίες
Κυπάρισσος του Κασμίρ ( Cupressus cashmeriana). Το είδος αυτό που κατάγεται από την Ινδία είναι ανθεκτικό στις χώρες της Μεσογείου. Έχει σχήμα πυραμίδας με κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά και φτάνει σε ύψος 15μ.
Κυπάρισσος η λεία (Cupressus glabra)
Ανθεκτικό είδος που κατάγεται από την Αριζόνα και φτάνει σε ύψος 15μ. Έχει κωνική «κόμη» παχύ πορφυρόχρωμο φλοιό που ξεκολλάει σε πλάκες και μικρά, γκριζογάλαζα φύλλα. Τα κυπαρισσόμηλα έχουν πορφυροκάστανο χρώμα.
Κυπάρισσος η μακρόκαρπη (Cupressus macrocarpa). Το είδος αυτό που κατάγεται από την Καλιφόρνια είναι γνωστό και με τ’ονομα Κυπαρίσσι του Μοντερέη. Είναι ανθεκτικό στις παραθαλάσσιες περιοχές όπου συχνά φυτεύεται για να σχηματίσει ανεμοθραύστες. Το σχήμα του στην αρχή είναι κιονωτό αλλά όταν το δέντρο γεράσει γίνεται πλαγιόκλαδο. Τα φύλλα έχουν βαθυπράσινο χρώμα κι είναι αρωματικά. Εξάλλου ο φλοιός είναι καστανέρυθρος και τα κυπαρισσόμηλα ενωμένα σε ομάδες κατά μήκος των βλαστών. Απ’αυτό το είδος καλλιεργείται συχνά η ποικιλία Κυπάρισσος η μαυρόκαρπος ποικ.Λαμπερτιάνα (Cupressus macrocarpa «Lambertiana») από την οποία προέρχεται η άλλη ονομασία του Κυπαρισσιού του Λάμπερτ. Η ποικιλία «Χρυσόχρωμη Ντόναλντ» (Donald Gold) έχει γρήγορη ανάπτυξη και χρυσαφί φύλλωμα.

Χιλιάδες κυπαρίσσια ( Cupressus sempervirens) σε παραγωγή.
 Κυπάρισσος ο αειθαλής (Cupressus sempervirens). Ανθεκτικό είδος που κατάγεται από τις μεσογειακές περιοχές και φτάνει σε ύψος 20-40μ. Σε νεαρή ηλικία η κόμη του είναι μυτερή για να γίνει κιονωπή και στρογγυλή στην κορυφή όταν το δέντρο γεράσει. Τα φύλλα είναι βαθυπράσινα και τα κυπαρισσόμηλα καστανότεφρα.

Τεχνική της καλλιέργειας
Τα κυπαρίσσια προσαρμόζονται σ’όλα τα βαθιά και καλά αποστραγγιζόμενα εδάφη. Αντέχουν ακόμα και σε ένα ορισμένο βαθμό ξηρασίας με εξαίρεση την Κυπάρισσο τη μακρόκαρπη (C.macrocarpa). Φυτεύονται (καλό θα είναι να χρησιμοποιηθούν νεαρά δενδρύλλια ύψους 60-70 εκατ τον Οκτώβριο –Νοέμβριο ή τον Μάρτιο –Απρίλιο σε προσήλιες θέσεις.


Φράχτης απο κυπαρίσσια μεθοδικά κουρεμένα.
Πολλαπλασιασμός Πολλαπλασιάζεται με σπόρους, μοσχεύματα και καταβολάδες. Η σπορά γίνεται την άνοιξη σε κρύο κασόνι. Τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε γλάστρες διαμέτρου 8-9εκατ. που είναι παραχωμένες στο ύπαιθρο ή μεταφυτεύονται σε φυτώριο. Τον επόμενο χρόνο φυτεύονται στην οριστική τους θέση. Ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα που είναι πιο κατάλληλος για τις ποικιλίες γίνεται το φθινόπωρο. Τα μοσχεύματα (μήκους 10 περίπου εκατ) κόβονται από τα πλευρικά κλαδιά μαζί με ένα κομμάτι παλιού ξύλου και τοποθετούνται για να ριζώσουν σε ένα μείγμα από άμμο και τύρφη. Στη συνέχεια φυτεύονται όπως και τα νεαρά φυτά.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες.
Τα κυπαρίσσια μπορούν να προσβληθούν από αφίδες και ακάρεα που προκαλούν το μαρασμό τους. Για τις αφίδες γίνονται ψεκασμοί με βάση τη νικοτίνη και στις πιο σοβαρές περιπτώσεις Μαλαθείο. Κατά των ακάρεων η καταπολέμηση με χημικά προιόντα είναι αντίθετα πολύ δύσκολη γιατί αυτές οι μικρές αράχνες βρίσκουν συχνά καταφύγιο στα «μάτια» και στις σχισμές του φλοιού καθώς επίσης γιατί έχουν μεγάλη ικανότητα να εθίζονται στα εντομοκτόνα.
Τα κυπαρίσσια μπορούν επίσης να προβληθούν και από την τεφρά σήψη που συνήθως προσβάλλει τα νεαρά δενδρύλλια της Κυπάρισσου της μακρόκαρπης (C.macrocarpa) και της Κυπάρισσου της αειθαλούς (C.sempervirens). Πάνω στα προσβλημένα μέρη σχηματίζεται μια γκριζωπή σήψη. Για την καταπολέμηση των ασθενειών αυτών έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικοί οι ψεκασμοί με βορδιγάλειο πολτό, TMTD και Κάπταν.

Σημ. Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό άλμπουμ των ιδρυτών από επισκέψεις-προσκλήσεις σε μεγάλες ευρωπαικές φυτωριακές μονάδες.

ΣΦΕΝΔΑΜΙΑ - ΣΦΕΝΤΑΜΙΑ


Acer platanoides Crimson King

ΑΚΕΡ (Acer)

Οικογένεια Ακερίδες (Aceraceae) κν. Σφεντάμι ή σφοντάμνι. Είναι ο Σφένδαμος των αρχαίων Ελλήνων
Γένος που περιλαμβάνει 200 είδη συνήθως φυλλοβόλων δέντρων ή θάμνων που είναι διαδομένα σ’ολο το βόρειο ημισφαίριο. Καλλιεργούνται για το όμορφο φύλλωμα τους. Τα φύλλα είναι παλαμαοειδή συνήθως με 5 λοβούς και παίρνουν πολύ ζωηρά φθινοπωρινά χρώματα (πορφυρό, πορτοκαλί, μπρούτζινο κλπ). Η ιδιότητα αυτή απαντάται κυρίως στα είδη του Άκερ που κατάγονται από την Ιαπωνία, την Κίνα και την Αμερική. Τα είδη αυτά συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα στα πιο διακοσμητικά καλλωπιστικά δέντρα και θάμνους. Τα λουλούδια κίτρινα ή πράσινα ενωμένα σε ταξιανθίες δεν είναι πολύ εμφανή και έχουν μικρή διακοσμητική αξία εκτός από αυτά του Άκερ του πλατανοειδή (Acer platanoides) και τον Acer circinatum. Οι καρποί είναι χαρακτηριστικοί : σχηματίζουν «σαμάρια» και μάλιστα «δισαμάρια» με δύο πολύ αναπτυγμένα φτερά.
Τα διάφορα είδη του άκερ καλλιεργούνται για τη σημαντική διακοσμητική τους αξία μερικά όμως και για άλλους σκοπούς. Υπάρχουν είδη που χρησιμοποιείται το ξύλο τους όπως για παράδειγμα του Άκερ του πλατανοειδους (Acer platanoides) και του Άκερ του ψευδοπλάτανου (Acer psendoplatanus). Στον Καναδά υπάρχουν είδη Άκερ όπως πχ. ο άκερ ο σακχαροφόρος (Acer saccharinum) από τα οποία συλλέγεται ο χυμός και παρασκευάζεται απ’αυτόν το φημισμένο και λεπτό σιρόπι του άκερ που είναι το εθνικό ποτό των Καναδών. Μερικά ευρωπαϊκά είδη με γρήγορη ανάπτυξη χρησιμεύουν σαν δέντρα για δεντροστοιχίες (Acer pseudoplatanus, Acer platanoides). O Άκερ ο ψευδοπλάτανος σε ανεμοδαρμένες περιοχές όπως π.χ στη Σκωτία χρησιμοποιείται σαν ανεμοθραύστης.

Acer Rubrum

Είδη και ποικιλίες
Τα είδη του Άκερ είναι κατανεμημένα σε όλο το βόρειο ημισφαίριο. Τα αμερικάνικα είδη είναι συνήθως δέντρα με μεγάλες διαστάσεις και φύλλωμα που χρωματίζεται έντονα το φθινόπωρο. Αντίθετα τα είδη της Ανατολής είναι μικρότερα και έχουν πολύπλοκες μορφές και φύλλα με ωραία χρώματα. Τα ευρωπαϊκά είδη είναι γερά, εύρωστα και πολύ ανθεκτικά.

Άκερ ο πεδινός (Acer campestre). Φυτρώνει σε όλη την Ελλάδα και έχει ύψος 5-6μ και διάμετρο «κόμης» 3μ. Είναι μικρό και κομψό δέντρο διαδομένο κυρίως στις πεδινές περιοχές. Τα φύλλα του γίνονται κίτρινα το φθινόπωρο.

Άκερ ο καππαδοκικός (Acer cappadocicum). Έχει ύψος 7-9μ παλαμοειδή φύλλα με 5-7 λοβούς, λαμπερά σκούρα πράσινα που γίνονται έντονα κίτρινα το φθινόπωρο. Στην ποικιλία «Κόκκινος» (Rubrum) τα νεαρά φύλλα είναι κόκκινα ενώ στη Χρυσόχρωμη (Aureum) είναι κίτρινα που γίνονται πράσινα και κατόπιν πάλι κίτρινα το φθινόπωρο.

Acer circinatum .Είναι ένα από τα μικρότερα είδη (ύψος 6μ) και έχει ανάπτυξη πλαγιόκλαδη (η διάμετρος της κόμης του είναι 6μ). Τα φύλλα του έχουν 7-9 λοβούς είναι σχεδόν στρογγυλά και το φθινόπωρο κόκκινο και πορτοκαλιά. Τα λουλούδια του έχουν λευκά πέταλα και πορφυρά σέπαλα και είναι ενωμένα σε ανθοταξίες. Ανοίγουν τον Απρίλιο και είναι αρκετά διακοσμητικά.

Άκερ ο δαβίδειος (Acer davidii) Δέντρο με ποικίλη ανάπτυξη με οριζόντιους κλάδους (διάμετρος κόμης 3-4μ). Τα φύλλα του είναι ακέραια με σκούρο πράσινο χρώμα. Γίνονται κίτρινα, κόκκινα και πορφυρά το φθινόπωρο. Ο φλοιός του είναι τεφρός με λευκές ραβδώσεις.

Άκερ ο γιννάλιος (Acer ginnala). Είναι ένας συμπαγής θάμνος (ύψος μέχρι 6μ) με φύλλα τρίλοβα ωχροπράσινα που γίνονται έντονα κρεμεζιά το φθινόπωρο.

Άκερ ο νεφρόχρους (Acer griseum). Κατάγεται από την Κίνα έχει ύψος 3-4μ και διάμετρο κόμης 2,5μ. Τα φύλλα του αποτελούνται από τρια φυλλαράκια, τεφρά στην κάτω επιφάνεια που το φθινόπωρο το πιο επιφανειακό τμήμα του φλοιού που έχει το χρώμα του δέρματος αποσπάται σε μικρά κομμάτια και αποκαλύπτει τον εσωτερικό φλοιό ο οποίος έχει χρώμα καστανό-πορτοκαλί. Είναι ένα μάλλον σπάνιο είδος.

Άκερ ο γκροσέριος (Acer grosseri). Έχει ύψος 7-9μ και κιτρινοπράσινα λαμπερά φύλλα. Ο φλοιός του έχει έντονες λευκές ραβδώσεις.

Άκερ ο ιαπωνικός (Acer japonicum). Κατάγεται από την Ιαπωνία έχει ύψος μέχρι 6μ και διάμετρο «κόμης» 2,5-3μ. Τα φύλλα του είναι ωχροπράσινα παλαμοειδή με 7-11 λοβούς. Το χειμώνα αποκτούν ερυθρό χρώμα καρμινίου. Από τις ποικιλίες του οι πιο διαδομένες είναι: η «Ακανιτόφυλλη» (Acanitofolium) η οποία έχει πολύ μακριούς και στενούς λοβούς φύλλων που το φθινόπωρο παίρνουν ωραία χρώματα : χρυσαφί, πορτοκαλί, πορφυρό (ενώ τα σαμάρια γίνονται σκωριόχρωμα με ιώδεις αποχρώσεις. Η «Χρυσόχρωμη (Aureum) με χρυσοπράσινα φύλλα η Αμπελόφυλλη (Vitifolium) με πλατιά φύλλα σε σχήμα βεντάλιας όμοια με τα φύλλα της αμπέλου.

Άκερ ο λοβέλειος (Acer lobelii). Διαδομένος στη νότια Ελλάδα έχει ύψος 8-10μ και διάμετρο κόμης 3-5μ. Έχει όρθια ανάπτυξη και φύλλα παλαμοειδή με 3-5 λοβούς και σκούρο πράσινο χρώμα.

Άκερ ο μομπελλιανός (Acer monspessulnum). Είναι ένας θάμνος ή δενδρύλλιο με τρίλοβα φύλλα διαδομένο στις μεσογειακές χώρες. Η κόμη του είναι στρογγυλωπή και σχεδόν αειθαλής.

Άκερ ο Νεγούνδιος (Acer Negundo).Λέγεται επίσης και Άκερ της Βιργινίας. Έχει ύψος 6-10μ είναι πλαγιόκλαδος με διάμετρο κόμης 6μ. Τα φύλλα του αποτελούνται από 3-5 φιλαράκια. Είναι εύκολος στην καλλιέργεια του. Οι πιο διαδομένες ποικιλίες του είναι η ποικιλόχρωμη (Variegatum) με φύλλα που έχουν λευκές κηλίδες και η Χρυσόχρωμη (Aureum) με φύλλα χρυσοκίτρινα.

Άκερ ο νικοένσιος (Acer nikoense). Μικρό δέντρο μέγιστο ύψος 5μ με αργή ανάπτυξη. Τα φύλλα του το φθινόπωρο παίρνουν ένα ωραίο βαθύ κόκκινο χρώμα.

Άκερ ο παλαμοειδής (Acer palmatum). Κατάγεται από την Ιαπωνία. Είναι δενδρύλλιο με ύψος 4-5μ και διάμετρο κόμης 2,5μ. Η κόμη του είναι στρογγυλωπή. Τα φύλλα του έχουν 5-7 λοβούς και πολύ λεπτές διαιρέσεις. Το χρώμα τους είναι ωχρό πράσινο και το φθινόπωρο γίνεται κόκκινο καρμινίου. Διαδομένο στην Κίνα και σ’όλα τα νησιά της Ιαπωνίας. Το είδος αυτό έχει δημιουργήσει πολλές ποικιλίες στις οποίες ανήκουν οι Σφένδαμοι που καλλιεργούνται περισσότερο για διακοσμητικούς σκοπούς. Οι κυριότερες από αυτές τις ποικιλίες είναι : ο Μελανοπόρφυρος (Atropurpureum) ο οποίος αρέσει πολύ για το σκούρο πορφυρό χρώμα των φύλλων του που το φθινόπωρο γίνεται σχεδόν ιώδες. Ο Εντετμημένος (Dissectum) με θαμνώδη ανάπτυξη κατάλληλος για βραχόκηπο και ο Εντετμημένος Μελανοπόρφυρος που μοιάζει με την προηγούμενη ποικιλία αλλά έχει ερυθρά χαλκόχροα φύλλα. Ο Επτάλοβος παλαμοειδής Άκερ «Osakazuki» τον Οκτώβριο παίρνει χρώμα κόκκινο φωτιάς ενώ ο Επτάλοβος παλαμοειδής Ακερ Senkaki έχει κόκκινο φλοιό.

Άκερ ο πενσυλβανικός (Acer pensylvanicum). Έχει ύψος 6-8μ και είναι πιο λυγερός από τους προηγούμενους (διάμετρος κομης 2-4μ). Τα φύλλα του είναι μεγάλα με 3 λοβούς, ροζ την άνοιξη και κίτρινα το φθινόπωρο. Η φλούδα του είναι αρχικά είναι πράσινη και κατόπιν αποκτά λευκές ραβδώσεις.

Άκερ ο πλατανοειδής (Acer platanoides).Γνωστός και σαν κατσαρός Άκερ έχει ύψος 8-10μ και διάμετρο κόμης 4-6μ. Έυρωστο δέντρο με παλαμοειδή φύλλα που έχουν 5 λεπτούς λοβούς. Το φθινόπωρο γίνονται κίτρινα. Οι πρασινοκίτρινες ανθοταξίες εμφανίζονται τον Απρίλιο πριν από τα φύλλα. Από τις ποικιλίες του αναφέρουμε την «Drummondii» με φύλλα που έχουν λευκές παρυφές τη «Lacinatum» με φύλλα και λοβούς τεμαχισμένους και την Reitenbachii» με φύλλα που το φθινόπωρο παίρνουν έντονο κόκκινο χρώμα.


Άκερ ο ψευδοπλάτανος (Acer pseudoplatanus) Έχει ύψος 10μ και παρουσιάζεται σαν ένα μεγάλο δέντρο με στρογγυλωπή κόμη (διάμετρος 4-5μ). Τα παλαμοειδή του φύλλα πεντάλοβα έχουν λαμπερό πράσινο χρώμα και το φθινόπωρο κιτρινίζουν. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν ανεμοθραύστης. Από τις ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Worlei» με φύλλα κίτρινα από την άνοιξη ως τον Ιούλιο και την «Brilliantissimum» με φύλλα αρχικά ροζ έπειτα χρυσοκίτρινα και τέλος χαλκόχρωμα.

Άκερ ο ερυθρός (Acer rubrum). Έχει ύψος 3-7μ και στρογγυλωπή κόμη (διάμετρο 2,5-3μ) πεντάλοβα φύλλα με σκούρο πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια και λευκωπό στην κάτω. Υπάρχουν ποικιλίες που το φύλλωμα τους γίνεται ζωηρό κόκκινο το φθινόπωρο.

Ακερ ο σακχαροφόρος (Acer saccharinum). Ύψος 8-10μ διάμετρος κόμης 3-5μ. Είναι δέντρο με στρογγυλωπή κόμη κρεμάμενους βραχίονες και πεντάλοβα φύλλα με λαμπερό πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια και αργυρόλευκο στην κάτω. Τα φύλλα του σε μερικές ποικιλίες γίνονται χρυσοκίτρινα ή κόκκινα κατά το φθινόπωρο.

Από τις πιο διαδομένες ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Laciniatum» με έλλοβα φύλλα βαθιά διαιρεμένα την «Pyramidale« (Πυραμιδοειδή) που πήρε το όνομα της από το λιγερό σχήμα της συνών. Fastigiatum (με όρθια και πυκνά μεταξύ τους κλαδιά).

Άκερ ο ταταρικός (Acer tataricum). Είναι ένας θάμνος πυκνός (διάμετρος της κόμης 2,5μ) με αργή ανάπτυξη και ανοιχτοπράσινα φύλλα που γίνονται κίτρινα το φθινόπωρο.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι σφένδαμοι(άκερ) φυτεύονται από τον Οκτώβριο ως τον Μάρτιο σε θέσεις με μερική σκιά. Η έκθεση στον ήλιο πρέπει να είναι επαρκής για να μπορεί το φύλλωμα να παίρνει το καλοκαιρινό ή φθινοπωριάτικο χρώμα του χωρίς όμως να είναι υπερβολική. Τα είδη που καλλιεργούνται για το φθινοπωρινό χρωματισμό των φύλλων πρέπει να φυτεύονται σε μέρη προφυλαγμένα από τους ανέμους. Το έδαφος πρέπει να είναι δροσερό με καλή αποστράγγιση αλλά ταυτόχρονα να διατηρείται και υγρό. O Acer palmatum (Άκερ ο παλαμοειδής) και ο Acer japonicum (Άκερ ο ιαπωνικός) θέλουν όξινα εδάφη. Όταν τα φυτεύετε στην οριστική τους θέση μπορείτε να γεμίσετε το λάκκο με χώμα και ένα μείγμα που αποτελείται από 1/3 τύρφη και 1/3 ερεικόχωμα. Ο Άκερ ο πεδινός (Acer campestre) ανέχεται τα ασβεστώδη εδάφη.

Πολλαπλασιασμός
Τα τυπικά είδη πολλαπλασιάζονται εύκολα με σπόρο. Τον Οκτώβριο βάζετε τους σπόρους να βλαστήσουν μέσα σε ψυχρό κασόνι (υπόστρωμα) ή στην ύπαιθρο. Οι ποικιλίες πολλαπλασιάζονται με εμβολιασμό τον Μάρτιο πάνω σε υποκείμενα που είναι σπορόφυτα από τα τυπικά είδη.

Acer Saccharum

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Οι πιο κοινοί ζωικοί εχθροί των σφενταμιών είναι οι αφίδες, οι φυτόπτες και ο ερυθρός τετράνυχος.
Αφίδες (κν.μελίγκρες). Προσβάλλουν σχεδόν όλα τα είδη. Οι ακάλυπτες αποικίες των αφίδων καταπολεμούνται με εντομοκτόνα που έχουν σαν βάση τη νικοτίνη. Αν αντίθετα οι αποικίες καλύπτονται από φύλλα, κηκίδες κλπ πρέπει να χρησιμοποιηθεί διασυστηματικό εντομοκτόνο. Κατά την διάρκεια της χειμερινής αναπαύσεως των δέντρων γίνονται ψεκασμοί με χειμερινούς πολτούς.

Φυτόπτες. Είναι μικροσκοπικά ακάρεα που προκαλούν το σχηματισμό πολύ εμφανών κηκίδων κυρίως στα είδη Άκερ ο πεδινός (Acer campestre) και Άκερ ο ψευδοπλάτανος (Acer pseudoplatanus). Οι πιο αποτελεσματικοί ψεκασμοί είναι αυτοί που γίνονται με χειμερινό κίτρινο πολτό (με δινιτροορθοκρεζόλη) καθώς και με πολυθειούχους πολτούς λίγο πριν ανοίξουν τα μάτια.
Ερυθρός τετράνυχος. Προσβάλλει συχνά τα ιαπωνικά σφεντάμια που καλλιεργούνται σε θερμές και ξερές περιοχές. Η καταπολέμηση του γίνεται με ειδικά ακαρεοκτόνα φάρμακα. Από τις (μυκητολογικές) ασθένειες οι συνηθέστερες και πιο επικίνδυνες είναι αυτές που αναφέρονται παρακάτω :
Μαύρες κρούστες των φύλλων του σφένδαμνου. Είναι μια χαρακτηριστική ασθένεια που προσβάλλει συχνά αρκετά είδη αυτου του γένους. Προκαλείται από το μύκητα Rhytisma acerinum. Τα φύλλα που προσβάλλονται εμφανίζουν μεγάλες μαύρες κηλίδες, οι παρυφές των οποίων κιτρινίζουν το καλοκαίρι. Χρειάζεται να αφαιρείται και να καταστρέψετε τα προσβλημένα φύλλα για να εμποδίσετε τη μετάδοση της ασθένειας. Την άνοιξη θα πρέπει να ψεκαστούν τα άρρωστα δέντρα με βορδιγάλειο πολτό.
Τραχειοβελτιτσιλλίωση. Τα φύλλα και οι βλαστοί μαραίνονται και στη συνέχεια ξεραίνονται. Προκαλείται από έναν μύκητα που ζει σαν παράσιτο μέσα στα αγγεία του δέντρου και εμποδίζει την κυκλοφορία του χυμού. Πρέπει να αποφεύγεται η χρησιμοποίηση μολυσμένων δενδρυλλίων να καταστρέφονται τα άρρωστα δέντρα και να απολυμαίνεται το έδαφος.
Νέκρωση του ξύλου. Οι βλαστοί ξεραίνονται. Στη βάση του νεκρού ξύλου εμφανίζονται φλύκταινες (μικρές κηλίδες) με ροζ-κόκκινο χρώμα. Η αποξήρανση οφείλεται σε έναν μύκητα (τον Nectria cinnabarina) που προκαλεί τον εκφυλισμό του ξύλου και το καθιστά ανίκανο να μεταφέρει τον χυμό. Η καταπολέμηση πρέπει να είναι προληπτική πρέπει δηλαδή να γίνονται ψεκασμοί (με μυκητοκτόνα φάρμακα μετά από χαλαζοπτώσεις ή παγετούς που δημιουργούν πληγές (λύσεις της συνεχείας του φλοιού) μέσα από τις οποίες μπορεί να εισχωρήσει ο μύκητας. Αν τα δέντρα έχουν ήδη μολυνθεί πρέπει να αφαιρείτε έγκαιρα και να καταστρέφετε τα προσβλημένα κλαδάκια.
Εγκαύματα. Την άνοιξη παρατηρούνται πάνω στα φύλλα νεκρωτικές κηλίδες με αποχρωματισμένες παρυφές. Δεν πρόκειται για ασθένεια αλλά για μια αλλοίωση που μπορεί να οφείλεται σε διάφορες αιτίες. Συνήθως είναι ζημιές που προκαλούνται από την επίδραση του ήλιου ή του ανέμου πάνω στους τρυφερούς ιστούς. Αν τα φύλλα που έχουν προσβληθεί είναι πολλά καλύτερα να τα μαζέψετε για να μην εισχωρήσουν μέσα από αυτά διάφορα παράσιτα. Το δέντρο αντιδρά αναπτύσσοντας νέα φύλλα.
Σηψιρριζία. Οφείλεται σε ένα μύκητα (Armillariella mellea) ο οποίος προκαλεί τη σήψη (καταστροφή) των ριζών.

ΣΗΜ. Παρακαλώ αν αντιγράφετε τα κείμενά μας και τα αναδημοσιεύετε κάντε μιά αναφορά στην πηγή γραφής. Ευχαριστώ.

Τά φθινοπωρινά χρώματα της Λικιδάμβαρις (Liquidambar)


Λικιδάμβαρις (Liquidambar)
Οικογένεια : Αμαμηλίδες
(Hamamelidaceae)



Γένος που περιλαμβάνει 3 είδη ανθεκτικών φυλλοβόλων δέντρων τα οποία κατάγονται από τη Μικρά Ασία, την Άπω Ανατολή και τη βόρεια Αμερική. Στην Ευρώπη μεταφέρθηκαν τον 19ο αιώνα και διαδόθηκαν γρήγορα. Καλλιεργούνται για το φύλλωμα τους που παρουσιάζει ωραιότατα φθινοπωρινά χρώματα. Το ύψος ποικίλλει (από 10 ως 40μ) ανάλογα με το είδος. Έχουν συμμετρικό πυραμιδοειδές σχήμα και ανερχόμενα κλαδιά που στη συνέχεια γίνονται οριζόντια και στο τέλος λυγίζουν προς τα κάτω. Τα φύλλα μοιάζουν με του σφένδαμου και αποτελούνται από 5 λιγότερο ή περισσότερο οδοντωτούς λοβούς. Τα λουλούδια μόνοικα χωρίς κάλυκα και στεφάνη είναι ασήμαντα από διακοσμητική άποψη. Ανθίζει την άνοιξη και στη συνέχεια παράγει στρογγυλούς αγκαθωτούς καρπούς που μοιάζουν με του πλατάνου.
Η λικιδάμβαρις οφείλει το όνομα της στην κομμιώδη ρετσίνη που βγαίνει αν χαράξει κανείς τον κορμό της κυρίως στο είδος λικιδάμβαρις η στυρακοφόρος (L.styraciflua)
Είδη και ποικιλές
Λικιδάμβαρις η φορμοζιανή (Liqudambar formosana)
Κατάγεται από την Κεντρική Κίνη και τη Φορμόζα φτάνει σε ύψος 20-40μ. Έχει όρθιο κορμό και εξαιρετικά διακλαδισμένη «κόμη». Τα φύλλα –χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια αποτελούνται από τρεις λοβούς από τους οποίους οι δυο πλευρικοί μερικές φορές μόλις που διακρίνονται. Την άνοιξη έχουν ένα όμορφο κόκκινο χρώμα που το φθινόπωρο περνάει από το πορφυρό στο ιώδες για να γίνει τελικά μαύρο.
Λικιδάμβαρις η ανατολική (Liquidambar orientalis)
Κομψό δέντρο που κατάγεται από τη Μικρά Ασία όπου φτάνει σε ύψος 20μ ενώ στην Ευρώπη αναπτύσσεται πολύ λιγότερο. θεωρείται ως κατάλοιπο της Τριτογενούς περιόδου. Το νησί της Ρόδου είναι η μοναδική τοποθεσία στην Ευρώπη όπου εμφανίζεται το είδος Liquidambar orientalis, η Ζητιά όπως τη λένε οι Ροδίτες. Οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί του υπάρχουν στη γνωστή κοιλάδα με τις πεταλούδες αλλά υπάρχει και σε αρκετά άλλα σημεία του νησιού.
Κατά το παρελθόν έγινε μια ημιτελής προσπάθεια για την καλλιέργεια του από τον Οργανισμό Περιβάλλοντος του Δήμου Ροδίων που όμως σταμάτησε αδικαιολόγητα.
Είναι ένα πανέμορφο δέντρο που θα μπορούσε να στολίζει τα πάρκα και τους κήπους του νησιού. Μήπως έφτασε η ώρα να ξεκινήσει πάλι μια ποιό οργανωμένη προσπάθεια?
                             
Το είδος αυτό είναι κατάλληλο για εύκρατα και όχι πολύ υγρά κλίματα.
Λικιδάμβαρις η στυρακοφόρος (Liquidambar styraciflua)
Είναι το πιο ανθεκτικό είδος. Προσαρμόζεται καλά στο κλίμα της Ευρώπης γι’αυτό και καλλιεργείται περισσότερο απ’όλα τ’αλλα είδη. Κατάγεται από τις υγρές παράκτιες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών όπου μπορεί να φτάσει σε ύψος 40μ. ενώ στην Ευρώπη δεν ξεπερνά τα 20-30μ.
Έχει όρθια κλαδιά και κομψή συμμετρική «κόμη» σε σχήμα κώνου. Εκτός από το φθινοπωρινό χρώμα του φυλλώματος το είδος αυτό έχει έναν παχύ ρυτιδωμένο φλοιό με όμορφο καστανό χρώμα που δίνει στο δέντρο μια ευχάριστη εμφάνιση ακόμα και το χειμώνα όταν τα φύλλα έχουν ήδη πέσει και υπάρχουν πάνω στα κλαδιά μόνο οι καρποί. Από το ξύλο του είδους αυτού εκτός από την κομμιώδη ρητίνη εξάγεται κι ένα βάλσαμο.
Από τις πολυάριθμες ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Χρυσή» (Aurea) με φύλλα που έχουν ραβδώσεις και κηλίδες κίτρινες την «Ποικιλόχρωμη» (Variegata) της οποίας τα φύλλα έχουν υπόλευκες παρυφές ενώ το καλοκαίρι γίνονται ρόζ για να πάρουν το φθινόπωρο ένα έντονο κόκκινο χρώμα με ανοιχτόχρωμες κηλίδες. Τέλος αναφέρουμε την «Lane Roberts» που ο φλοιός της παρουσιάζει λιγότερες ρυτιδώσεις από του τυπικού είδους και παίρνει ένα όμορφο κόκκινο χρώμα κατά το φθινόπωρο.
Τεχνική της καλλιέργειας
Τα είδη του γένους Λικιδάμβαρις (Liquidambar) χρειάζονται βαθιά, γόνιμα και δροσερά εδάφη κατά προτίμηση όχι πολύ ασβεστώδη με καλή αποστράγγιση.
Η ατμοσφαιρική υγρασία ευνοεί την ανάπτυξη ενώ η υγρασία του εδάφους τονίζει τα χρώματα των φύλλων. Αν τα δέντρα φυτευτούν κοντά σε κάποιο ρυάκι και σε προσήλιες και απάνεμες θέσεις το φύλλωμα μπορεί να πάρει πολύ έντονα χρώματα.
 Τα δέντρα αυτά θα πρέπει να φυτεύονται μεμονωμένα μέσα σε χλοοτάπητες και να έχουν αρκετό χώρο στη διάθεση τους για να προσβάλλεται το όμορφο χρώμα τους. Επίσης καλό θα είναι να προστατεύονται (με φράχτες από δέντρα και κτίρια) από τους ψυχρούς ανέμους. Τα λικιδάμβαρις δεν αντέχουν τις μεταφυτεύσεις. Γι’ αυτό το λόγο τα δενδρύλλια ιδιαίτερα αν είναι κάπως μεγάλα θα πρέπει να φυτεύονται στην οριστική τους θέση με μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη μπάλα χώματος γύρω από τις ρίζες τους.
Πολλαπλασιασμός
Τα λικιδάμβαρις μπορούν να πολλαπλασιαστούν με σπόρο. Η σπορά γίνεται τον Οκτώβριο σε κρύο κασόνι. Οι σπόροι χρειάζονται περίπου 2 χρόνια για να φυτρώσουν. Τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε φυτώριο όπου καλλιεργούνται για 4-5 χρόνια πριν από το φύτεμα στην οριστική τους θέση. Ο πολλαπλασιασμός μπορεί να γίνει και με καταβολάδες οι οποίες τοποθετούνται τον Μάρτιο και χωρίζονται από το μητρικό φυτό ύστερα από 2 χρόνια για να φυτευτούν στην οριστική τους θέση.
Κλάδεμα
Προς το τέλος του φθινοπώρου είναι απαραίτητο ένα αραίωμα των πολύ πυκνών κλαδιών.

liquidambar orientalis



QUERCUS ( ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ - ΒΑΛΑΝΙΔΙΑ - ΔΡΥΣ )

ΦΙΛΕ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΖΟΓΑΝΗ
ΟΙ ΒΕΛΑΝΙΔΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΑΠΑΡΑΧΘΟΥΝ ΠΡΕΠΕΙ ΑΦΟΥ ΣΥΛΛΕΞΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΣΠΟΡΟΥΣ ΚΑΤΑ ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΚΑΙ ΑΦΟΥ ΤΟΥΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΟΥΜΕ ΣΕ ΔΡΟΣΕΡΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΝΑ ΜΠΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΛΑΣΤΗΣΗ ΠΕΡΙΠΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΑΡΤΙΟΥ ΟΠΩΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ.
ΒΑΖΟΥΜΕ ΜΑΖΙΚΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΠΟΡΟΥΣ ΣΕ ΤΕΛΛΑΡΑ ΓΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΜΕ ΑΜΜΟ ΠΟΤΑΜΙΣΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΠΑΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΝΑ ΜΗΝ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ.ΤΑ ΠΟΤΙΖΟΥΜΕ ΙΣΙΑ - ΙΣΙΑ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΥΓΡΑΣΙΑ ΚΑΙ ΟΠΟΙΟ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΣΚΕΠΑΖΟΥΜΕ.
ΑΥΤΑ ΣΕ 15-20 ΜΕΡΕΣ ΘΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΒΓΑΖΟΥΝ ΦΥΤΡΑ.ΜΟΛΙΣ ΤΟ ΦΥΤΡΟ ΓΙΝΕΙ 1-2 ΠΟΝΤΟΥΣ ΤΑ ΤΟΠΟΘΕΤΟΥΜΕ ΣΕ ΓΛΑΣΤΡΕΣ( ΣΑΚΚΟΥΛΑΚΙΑ ΜΑΥΡΑ ) ΜΕ ΧΩΜΑ 1 Η 2 ΣΠΟΡΟΥΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΠΑΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΜΕ ΑΜΜΟ ΠΟΤΑΜΙΣΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΡΑΤΑΕΙ ΥΓΡΑΣΙΑ . ΣΕ ΜΕΡΙΚΕΣ ΜΕΡΕΣ ΘΑ ΦΥΤΡΩΣΟΥΝ ΟΙ ΝΕΕΣ ΒΕΛΑΝΙΔΙΕΣ.ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΟ ΒΛΕΠΕΙΣ ΣΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 2. [( ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΔΙΚΙΑ ΜΟΥ ΠΕΡΙΠΟΥ 10.000 ΑΡΙΕΣ.( QUERCUS ILEX )].
ΓΙΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΔΕΝΤΡΑ ΦΥΛΟΒΟΛΛΑ ΚΑΙ ΜΗ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ.
ΣΕ ΧΑΙΡΕΤΩ ΚΑΙ ΧΑΡΗΚΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΕΙΠΑΜΕ ΜΕΤΑ ΑΠΟ 35 ΠΕΡΙΠΟΥ ΧΡΟΝΙΑ.
ΓΙΝΕ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ - ΦΙΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ http://www.delta-trees.blogspot.com/  ΝΑ ΣΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ ΕMAIL.
ΚΑΙ ΑΝ ΕΧΕΙΣ FACEBOOK ΜΠΕΣ NURSERIES PLANTS DELTA TREES KAI ΚΑΝΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ.  

ΕΡΥΘΡΙΝΗ (Erythrina)

ΣΠΑΝΙΟ ΔΕΝΤΡΟ ERYTHRINA CRISRTA GALII

ΕΡΥΘΡΙΝΗ (Erythrina)

Οικογένεια :Παπιλιονίδες ή Ψυχανθή (Papilionaceae)
Αγγλικά λέγεται :Coral-tree (Κορραλλόδεντρο)
Το γένος ερυθρίνη περιλαμβάνει 100 περίπου είδη φυτών που κατάγονται από τις θερμές και εύκρατες περιοχές. Πρόκειται για πολυετείς πόες καθώς για δέντρα και θάμνους φυλλοβόλους. Οι ταξιανθίες παρουσιάζονται με τη μορφή βοτρύων και μπορούν να είναι κόκκινοι ή κίτρινοι. Οι καρποί είναι χέδροπες που περιέχουν σπόρους σχεδόν πάντοτε κόκκινους μερικές φορές διακοσμημένους με μια μαύρη κηλίδα. Πολλά είδη ερυθρίνης είναι μάλλον ευαίσθητα και καλλιεργούνται στο ύπαιθρο μόνο στις περιοχές με ήπιο κλίμα.
Είδη και ποικιλίες
Ερυθρίνη το κοραλλόδεντρο (erythrina coralοdendron).Είναι ένα αγκαθωτό δενδρύλλιο ύψους από 3 ως 6μ που κατάγεται από τις νότιες περιοχές των Η.Π.Α. Τα φύλλα σχηματίζονται από τρία ωοειδή και μυτερά φυλλαράκια. Τα λουλούδια ζωηρά κόκκινα εμφανίζονται μεταξύ του τέλους της ανοίξεως και των αρχών του καλοκαιριού.
Ερυθρίνη η αλεκτορόλοφος (Erythrina cristagalli). Θαμνώδες είδος που ξεπερνά το ύψος του ενός μέτρου. Τα κλαδιά έχουν αγκάθια και η κορυφή που φέρει τα λουλούδια ξεραίνεται όταν και αυτά μαραθούν. Τα φύλλα είναι σύνθετα με τρια ωοειδή φυλλαράκια και έχουν ένα όμορφο λαμπερό πρασινογάλαζο χρώμα και είναι πολύ σκληρά. Μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου εμφανίζονται τα λουλούδια που έχουν βαθύ κόκκινο χρώμα. Το είδος αυτό είναι ένα από τα περισσότερο καλλιεργούμενα επειδή είναι κάπως πιο ανθεκτικό. Από αυτό έχουν δημιουργηθεί πολλές ποικιλίες στις οποίες περιλαμβάνονται : η Συμπαγής (compacta) νάνα ποικιλία με λουλούδια ζωηρά κόκκινα η Μαρί Μπελλανζέ (Marie Bellanger) της οποίας οι ταξιανθίες πολύ μεγάλες και πρώιμες έχουν έναν υπέροχο τόνο κόκκινο –κρεμεζί η Ρουμπερρίμα (Ruberrima) νάνα και η Ποικιλόχρωμη (Versicolor) με άσπρα λουλούδια και κόκκινες παρυφές.
Ερυθρίνη η ποώδης (Erythrina herbacea).Ανθεκτικό είδος ύψους 1,20 περίπου μ. με λουλούδια σκούρα κόκκινα ενωμένα σε βότρεις. Ερυθρίνη η ποεππιγιάνα (Erythrina poeppigiana). Το είδος αυτό που κατάγεται από το Περού είναι πολύ ψηλό (ως 15μ) και έχει λουλούδια με όμορφο ζωηρό κόκκινο χρώμα.
Τεχνική της καλλιέργειας
Οι περισσότερες ερυθρίνες έχουν τροπική προέλευση και γι’αυτό καλλιεργούνται σε ιδιαίτερα προφυλαγμένες γωνίες του κήπου ή σε θερμοκήπιο. Η Ερυθρίνη το κοραλλόδεντρο (Erythrina corallodendron) μπορεί να αναπτυχθεί στο ύπαιθρο μόνο στις περιοχές όπου το κλίμα είναι ιδιαίτερα ήπιο. Αντίθετα η Ερυθρίνη η αλεκτορόλοφος (Erythrina crista-galli) μπορεί να φυτευτεί ακόμα και σε έναν κήπο στα βόρεια με την προϋπόθεση να προστατεύονται οι ρίζες κατά τους πιο ψυχρούς μήνες μ’ένα παχύ στρώμα από άχυρα τύρφη ή ξερά φύλλα. Μια άλλη αρκετά διαδομένη μέθοδος είναι να βγάζετε τις ρίζες από το έδαφος στις αρχές του χειμώνα να τις διατηρείτε σε στεγνό μέρος και με θερμοκρασία 4-70C κατά την διάρκεια του χειμώνα. Τις ξαναφυτεύετε στο ύπαιθρο στα τέλη Απριλίου ή στις αρχές Μαίου εποχή κατά την οποία γίνεται σε άλλες περιοχές το φύτεμα των φυτών αυτών στην οριστική τους θέση. Το έδαφος όπου καλλιεργείται η ερυθρίνη δεν χρειάζεται ιδιαίτερες φροντίδες. Τα δέντρα όμως αναπτύσσονται καλύτερα αν είναι έυφορο και εμπλουτισμένο με καλά χωνεμένη κοπριά. Τα φυτά που καλλιεργούνται σε θερμοκήπιο χρειάζονται ελάχιστη υγρασία κατά την περίοδο της βλαστητικής αναπαύσεως ενώ τα ποτίσματα γίνονται πιο άφθονα από τις αρχές της ανοίξεως και σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού. Καλό είναι να τους παρέχεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες υγρό λίπασμα κάθε δύο εβδομάδες. Κάθε χρόνο στις αρχές της ανοίξεως καλό είναι τα φυτά να αλλάζουν γλάστρα.
Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός της ερυθρίνης μπορεί να γίνει με σπόρο. Πριν από τη σπορά οι σπόροι θα πρέπει να μείνουν στο νερό τουλάχιστον για 24 ώρες. Η βλάστηση και η ανάπτυξη όμως είναι πολύ αργές γι’αυτό χρησιμοποιείται συνήθως ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα. Τα ημιξυλώδη κλαδιά μήκους 10 περίπου εκατ. κόβονται από το μητρικό φυτό τον Απρίλιο και τοποθετούνται σε ένα μείγμα άμμου και τύρφης με σταθερή υγρασία και θερμοκρασία 18-200C.
Κλάδεμα
Όσον αφορά το είδος που καλλιεργείται περισσότερο την Ερυθρίνη την αλεκτορόλοφο είναι απαραίτητο να κόβονται όλα τα κλαδιά στο επίπεδο του εδάφους πριν αφαιρεθούν οι ρίζες για να διαχειμάσουν ή να καλυφθούν με άχυρα και ξερά χόρτα. Τα άλλα είδη αντίθετα δεν χρειάζονται πραγματικό κλάδεμα : είναι αρκετό γι’αυτά να αφαιρεθούν τα ξερά ή αδύνατα κλαδιά μόλις αρχίζει η αφύπνιση της βλαστήσεως. Την ίδια περίοδο κλαδεύονται επίσης τα δενδρύλλια που καλλιεργούνται σε θερμοκήπιο. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να κοπούν τα κλαδιά σε ύψος 10-20 εκατ. από την βάση.

ERYTHRINA CRISTA GALII

PHOENIX THEOFRASTII

Ολοι γνωρίζουμε την καταστροφική πυρκαγιά που κατέστρεψε περίπου το 70% το φοινικόδασος στο Πρεβελη του Ρεθύμνου Κρήτης .Σας παραθέτω μερικές φωτογραφίες με το εκπληκτικό αυτό φυτό απ΄το προσωπικό φωτογραφικό μου αρχείο. 1. παραλία Ηρακλείου 2. από κάποιο ξενοδοχείο Ρέθυμνο 3. από παραλία πόλη Ρεθύμνου. 4. Βαι 

ΣΥΚΙΑ (Ficus carica)

Φίκος ή Συκή η καρική (Ficus carica) Higuera, fico domestico,

Οικογένεια: Μορείδες (Moraceae)
Η συκιά είναι ένα οπωροφόρο δέντρο που κατάγεται από τη Μικρά Ασία και απαντά αυτοφυής στις παραμεσόγειες χώρες όπως και σ’ολόκληρη τη χώρα μας όπου καλλιεργείται κυρίως στα νότια. Το είδος Φίκος ή Συκή η καρική (Ficus carica) περιλαμβάνει τα υποείδη Φίκος η καρική ήμερη (Ficus carica sativa) δηλαδή την καθαυτό την κοινή συκιά στην οποία ανήκουν όλες οι καλλιεργούμενες ποικιλίες και ο Φίκος η καρική αγρία (Ficus carica caprificus) την αγριοσυκιά ή ορνιό που είναι πιο μικρή από τη συκιά με μικρότερα φύλλα και καρπούς που δεν τρώγονται.
Το υποείδος Φίκος η καρική ήμερη έχει μέτριο ανάστημα (6-7μ) απλωτή μορφή και χαμηλή στρογγυλωπή και διακλαδισμένη «κόμη». Ο κορμός και τα εύρωστα κλαδιά της σκεπάζονται από ένα λείο, γκρίζο φλοιό. Πρόκειται για φυλλοβόλο δέντρο με αρκετά μεγάλα, σαρκώδη φύλλα διαιρεμένα σε 3-5 λοβούς, βαθυπράσινα και γυαλιστερά στην επάνω επιφάνεια και καλυμμένα με πολύ μικρές και σκληρές τρίχες στην κάτω. Τα σύκα από βοτανική άποψη δεν είναι καρποί αλλά ταξιανθίες που κατόπιν γίνονται ταξικαρπίες. Το σύκο είναι μια ταξιανθία που αποτελείται από μια σαρκώδη ανθοδόχη στο εσωτερικό της οποίας βρίσκονται τα μικρά λουλούδια. Αυτά στην συνέχεια μετατρέπονται σε μικρούς σκληρούς καρπούς που θεωρούνται σπόροι. Οι ποικιλίες της ήμερης συκιάς παράγουν γενικά δύο τύπους ταξιανθιών (σύκων). Τα πρώτα ωριμάζουν τον Ιούνιο και ονομάζονται φρακασάνες ενώ τα δεύτερα που είναι και τα πραγματικά σύκα ωριμάζουν κατά τον Αύγουστο- Σεπτέμβριο. Σχηματίζονται στη μασχάλη των φύλλων πάνω στα μικρά κλαδιά που αναπτύχθηκαν την άνοιξη. Στα ίδια αυτά κλαδιά σχηματίζονται κι άλλες ταξιανθίες που ωριμάζουν μόνο την επόμενη άνοιξη και γίνονται φρακασάνες. Η αγριοσυκιά παράγει τρεις διαφορετικούς τύπους ταξιανθιών (όψιμα σύκα, προσύκα, ερινεοί) και όμως δεν είναι εδώδιμες.
Όπως αναφέραμε τα λουλούδια είναι κλεισμένα μέσα σε μια σαρκώδη ανθοδόχη η οποία έχει ένα στρογγυλωπό άνοιγμα. Για να φτάσει η ταξιανθία στην πλήρη ωρίμανση είναι απαραίτητο να γονιμοποιηθούν τα λουλούδια. Στην αγριοσυκιά η γονιμοποίηση εξασφαλίζεται από ένα έντονο τον Βλαστοφάγο τον ψήνα (Blastophaga psenes) που καθώς μπαινοβγαίνει μέσα στις ταξιανθίες εξασφαλίζει τη μεταφορά της γύρης. Το έντομο αυτό επισκέπτεται επίσης τα πραγματικά σύκα της ήμερης συκιάς και τα γονιμοποιεί : χάρη στον Βλαστοφάγο πολλές ποικιλίες ήμερης συκιάς που καλλιεργούνται στην χώρα μας μπορούν να παράγουν τέλεια αναπτυγμένα σύκα. Για τον λόγο αυτό ήταν κάποτε διαδομένη η τεχνική του «ερινεασμού» ή «ορνιάσματος» δηλαδή το κρέμασμα πάνω στην ήμερη συκιά μερικών κλαδιών αγριοσυκιάς με καρπούς από τους οποίους βγαίνουν οι βλαστοφάγοι κατά την άνοιξη. Σήμερα ο ερινεασμός δεν είναι πια πολύ διαδομένος μια και υπάρχουν ποικιλίες ήμερης συκιάς που μπορούν να σχηματίζουν εδώδιμα σύκα τέλεια ανεπτυγμένα χωρίς να χρειάζονται γονιμοποίηση (παρθενοκαρπία). Τα σύκα παρθενοκαρπικής προελεύσεως διακρίνονται από εκείνα στα οποία έχει γίνει η γονιμοποίηση επειδή δεν περιέχουν τους μικρούς καρπούς (δηλαδή τους «σπόρους»).
Ποικιλίες
Οι ποικιλίες που παράγουν μόνο πραγματικά σύκα λέγονται μονόφορες, ενώ αυτές που παράγουν τόσο φρακασάνες ή αυγόσυκα όσο και πραγματικά σύκα λέγονται δίφορες. Οι ποικιλίες είναι πάρα πολλές και μπορούν να ταξινομηθούν σύμφωνα με διάφορα κριτήρια :χρώμα του σύκου (άσπρα και μαύρα σύκα) εποχή ωριμάνσεως προορισμός του προιόντος (νωπή κατανάλωση, αποξήρανση). Στη χώρα μας είναι περίφημα τα ξερά σύκα Καλαμών και Κύμης. Οι καλύτερες ποικιλίες νωπών σύκων είναι τα βασιλικά και τα μαντουλάρικα της Αττικής. Επίσης πολύ καλή ποικιλία συκιάς είναι η σμυρναική (σύκα μπαρδατζίκια). Γενικά μπορούμε να πούμε ότι οι ποικιλίες συκιάς που καλλιεργούνται κατά τόπους είναι αποτέλεσμα τοπικής προσαρμογής γι’αυτό και κάθε περιφέρεια έχει τις δικές της ποικιλίες έστω και αν τα δέντρα που αρχικά είχαν φυτευθεί ήταν ξενικών ποικιλιών.
Τεχνική της καλλιέργειας
Η συκιά αναπτύσσεται καλά στις ζώνες με ήπιο κλίμα αλλά αντέχει και στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα αρκεί να μην κατεβαίνουν κάτω από τους -100C. Στα πολύ ψυχρά κλίματα ωστόσο θα πρέπει να φυτεύεται σε προστατευμένα και πολύ ηλιόλουστα μέρη (για παράδειγμα κοντά σε έναν τοίχο στραμμένο στο νοτιά).
Φυτεύεται το φθινόπωρο ή στις αρχές της ανοίξεως σε εδάφη εμπλουτισμένα με κοπριά και ανόργανα λιπάσματα. Γενικά προτιμά τα βαθιά, δροσερά και ελαφρά χρώματα. Η συκιά μπορεί να αναπτυχθεί και σε ασβεστώδη εδάφη αλλά δεν αντέχει στα υπερβολικά συμπαγή και υγρά.
Τα σύκα μαζεύονται όταν είναι τελείως ώριμα(η ωρίμανση είναι σταδιακή) όταν δηλαδή είναι μαλακά και η φλούδα τους σκάζει. Τα φρέσκα σύκα διατηρούνται δύσκολα και γι’αυτό καταφεύγουμε στην αποξήρανση. Γενικά τα ώριμα σύκα αφήνονται στο φυτό για να αρχίσουν να στεγνώνουν. Στην συνέχεια μαζεύονται και τοποθετούνται στον ήλιο για μια περίπου εβδομάδα για να ξεραθούν (στη βιομηχανία μπαίνουν σε βραστό νερό). Πολύ εύγεστα και γλυκά τα σύκα είναι γνωστά από τα πανάρχαια χρόνια: αναφέρονται στην Αγία Γραφή και σε πολυάριθμα αρχαία κείμενα (τα αναφέρει και ο Όμηρος στην Οδύσσεια.)
Πολλαπλασιασμός
Γίνεται με μόσχευμα. Το καλοκαίρι κόβονται κλαδιά 2-3 χρόνων μήκους 30-40 εκατ και φυτεύονται σε φυτώριο ή απευθείας στην οριστική θέση.
Για τον πολλαπλασιασμό μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και έρριζες παραφυάδες που αποσπώνται από το μητρικό δέντρο και φυτεύονται στο τέλος του καλοκαιριού- φθινόπωρο.
Κλάδεμα
Η συκιά δεν αντέχει στο κλάδεμα γι’αυτό και διαμορφώνεται σε φυσικό σχήμα. Στο κλάδεμα παραγωγής (που γίνεται το χειμώνα) αφαιρούνται μόνο τα ξερά ή άρρωστα κλαδιά. Δεν πρέπει να κόβονται οι κορυφές των κλαδιών γιατί στην άκρη τους σχηματίζονται οι καρποί. Αν θέλετε να ανανεώσετε ένα δέντρο που έχει πάθει ζημές αρκεί να μεγαλώσετε μια παραφυάδα του.
Σημ: Στις φωτογραφίες έχουμε ενα πειθαρχημένο κλάδεμα δέντρου νωρίς την άνοιξη και εμβολιασμό ( μπόλιασμα - κέντρωμα ) συνήθως προς το τέλος Αυγούστου.

Λειριόδεντρον ή Λιλιόδενδρον (Liriodendron)

Λειριόδεντρον ή Λιλιόδενδρον (Liriodendron)
Οικογένεια : Μαγνολίδες (Magnoliaceae)

Γένος που περιλαμβάνει μόνο δύο είδη δέντρων τα οποία είναι εξαιρετικά διακοσμητικά. Καλλιεργούνται για το ωραίο τους φύλλωμα που παίρνει το φθινόπωρο χρυσοκίτρινες αποχρώσεις και για τα χαρακτηριστικά λουλούδια τους τα οποία μοιάζουν με τουλίπες. Από τα δύο αυτά είδη μόνο το Λειριόδενδρον το τουλιπανθές (Liriodendrous tulipifera) που κατάγεται από τη βόρεια Αμερική ευδοκιμεί στο κλίμα της Ευρώπης όπου είναι πολύ διαδομένο στους κήπους και τα πάρκα. Πρόκειται για ένα δέντρο ύψους 30-40 εκατ με ευθύ κορμό χωρίς πολλές διακλαδώσεις ανερχόμενα κλαδιά και κάπως απλωτή πυραμιδοειδή «κόμη». Έχει λείο και μαυριδερό φλοιό και μάλλον μεγάλα έμμισχα φύλλα με 4 σχεδόν τριγωνικούς λοβούς από τους οποίους οι 2 ανώτεροι σχηματίζουν έναν «ακρωτηριασμένο» λοβό που δίνει στο φύλλο ένα σχήμα σχεδόν τετράγωνο. Το φύλλωμα έχει ζωηρό πράσινο χρώμα το καλοκαίρι ενώ το φθινόπωρο παίρνει μια όμορφη χρυσοκίτρινη απόχρωση. Παρουσιάζει όμορφα αρωματικά και αρκετά μεγάλα μονήρη λουλούδια σε σχήμα τουλίπας με 6 κίτρινα πέταλα και διάφορες αποχρώσεις από το πορτοκαλί ως το πρασινωπό. Τα δέντρα αρχίζουν να ανθίζουν σε ηλικία 15 χρονών. Η ανθοφορία παρατηρείται από τον Μάιο ως τον Ιούλιο.
Από τις πολυάριθμες ποικιλίες του είδους αναφέρουμε την «Κορυφαία» ή «Πυραμιδοειδή» (Pyramidale) με όρθια κλαδιά κατάλληλη για καλλιέργεια σε περιορισμένους χώρους μαζί με άλλα δέντρα. Την ποικιλία με «Χρυσή Παρυφή» (Aureo-Marginata) με φύλλα διάστικτα την άνοιξη και την Ακεραιόφυλλη (Integrifolium) με φύλλα χωρίς λοβούς.
Τεχνική της καλλιέργειας
Τα λειριόδεντρα χρειάζονται βαθιά, δροσερά και γόνιμα εδάφη καθώς και ηλιόλουστες απάνεμες θέσεις. Σε ευνοϊκές συνθήκες η ανάπτυξη τους είναι μάλλον γρήγορη. Όπως η λικιδάμβαρη μαζί με την οποία καλλιεργείται συχνά στα πάρκα επειδή έχουν τις ίδιες περιβαλλοντολογικές απαιτήσεις αναπτύσσεται καλύτερα κοντά σε μικρές λίμνες και σε ρυάκια. Δεν αντέχει τα κλαδέματα και μάλιστα μεγαλώνει καλύτερα και πιο γρήγορα αν δεν πειράξετε καθόλου την κόμη του.
Πολλαπλασιασμός
Το είδος αυτό πολλαπλασιάζεται με σπόρο. Η σπορά γίνεται το φθινόπωρο σε ένα μείγμα από χώμα και τύρφη και οι σπόροι φυτρώνουν την επόμενη άνοιξη. Στο σημείο αυτό υπάρχουν δύο δυνατότητες να συνεχιστεί η καλλιέργεια του σπορείου στο ύπαιθρο ( τα μικρά φυτά προστατεύονται μ’ένα στρώμα ξερών φύλλων αλλά ο τρόπος αυτός συνεπάγεται κινδύνους τη στιγμή της μεταφυτεύσεως. Ο δεύτερος τρόπος είναι να μεταφυτευτούν τα μικρά φυτά σε γλάστρες όπου θα διατηρηθούν μέχρι την στιγμή που θα φυτευτούν στην οριστική τους θέση.
Για να πολλαπλασιάσει και να διατηρήσει κανείς σταθερά τα χαρακτηριστικά των ποικιλιών θα πρέπει να εμβολιάσει την επιθυμητή ποικιλία χρησιμοποιώντας σαν υποκείμενο δενδρύλλια του είδους Λειριόδενδρον το τουλιπανθές (L.tulipiflera)
Λίγα φυτά υπάρχουν στον ιστό της πόλης. Μερικά είναι στο πεζοδρόμιο σε κάποιο μικρό δρόμο στο Χαλάνδρι, Το άνθος τους οπως βλέπετε και στην φωτογραφία είναι υπέροχο. 

Βραχυχίτων - Brachychiton


Brachychiton (Kurrajong, Bottletree) είναι ένα γένος από 31 είδη δεντρων και μεγάλων θάμνων, ιθαγενή στην Αυστραλία, και Νέα Γουινέα (ένα είδος).


Το όνομα Brachychiton προέρχεται από το ελληνικό σύντομο brachys, και τη λέξη χιτώνας, πουκάμισο. Μπορούν να αυξηθούν σε 4 - 30μ ύψος. Αρκετά είδη (αν και όχι όλα είναι φυτά με ένα πολύ χοντρός στέλεχος για το μέγεθός τους και χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση νερού σε περιόδους ξηρασίας. Τα φύλλα τους είναι γυαλιστερά, σκούρα πράσινα, ακέραια η με λοβούς. Τα άνθη κόκκινα η κιτρινωπά, πολλά μαζί στις άκρες των βλαστών, κατά τον Μάιο-Ιούνιο. Όλα τα είδη είναι μονόικα με ξεχωριστά αρσενικά και θηλυκά άνθη στο ίδιο φυτό. Τα λουλούδια έχουν σχήμα καμπάνας. Ανθεκτικό στη ρύπανση των πόλεων, κατάλληλο για τις νότιες περιοχές της χώρας μας και κατάλληλο για δεντροστοιχίες. Ο ρυθμός ανάπτυξης του είναι γρήγορος.

Κυριότερα είδη

Brachychiton Acerifolius, Brachychiton Discolor, Brachychiton Platanifolia,

Brachychiton Populeneus, Brachychiton Diversifolia, Brachychiton Rupestris,

Brachychiton Foetida, Brachychiton Iberidifolia.

Στή φωτογραφία κάπου στο Χαλάνδρι υπέροχα άνθη  Brachychiton Discolor, ποικιλία με λίγα δέντρα στήν Ελληνική επικράτεια, είναι όμως υπέροχο δέντρο για πάρκα και πλατείες με ιδιαίτερη προσθετική αξία στο αστικό και περιαστικό πράσινο.
Σημ: Αν κάποιος γνωρίζει κι΄ άλλα τέτοια δέντρα στη χώρα μας, ας επικοινωνήσει.       

Ειναι ο μήνας του άνθους της Κελρεουτέριας (Koelreuteria paniculata)




Από τα πιο συνηθισμένα δέντρα σε δεντροστοιχίες στη Θεσσαλονίκη. Κατάγεται από Ανατολικη Ασία (Κίνα, Κορέα, Ιαπωνία). Τα περισσότερα και πιο γέρικα βρίσκονται στις οδούς Πλούτωνος, Χαιρωνείας και Βλ. Γαβριηλίδη στο Ντεπώ. Αυτή την εποχή είναι ανθισμένα με ωραία χρυσοκίτρινα λουλούδια και κάνουν τους πρώτους μικρούς πράσινους σαν κύστεις καρπούς, από του οποίους, όσοι πέφτουν στο έδαφος και πατιούνται ενώ είναι ακόμα χλωροί, κάνουν χαρακτηριστικό θόρυβο (πατ, πατ) μια αγαπημένη ενασχόληση των παιδιών. Όταν οι καρποί ωριμάσουν περιέχουν μέσα σκληρά μαύρα σφαιρίδια από τους πολύ γόνιμους σπόρους, επίσης αγαπητοί στα παιδιά μια και τους αρέσει να τους μαζεύουν σε μπουκάλια.
Το φθινόπωρο τα φύλλα παίρνουν πολύ ωραίο πορτοκαλοκόκκινο χρώμα, εξαπλώνεται πολύ εύκολα με τους πολύ γόνιμους σπόρους.

GINKGO BILOBA ( ΓΚΙΝΓΚΟ )


Πανάρχαιο φυτό το γκίγκο ή και γκίνγκο είναι το μοναδικό επιζών φυτό της τάξης γκινγκοώδη, οικογένεια γκινγκοΐδες. Κατέχει ξεχωριστή θέση στο εξελικτικό οικογενειακό δέντρο καθώς είναι ο μοναδικός ζωντανός κρίκος ανάμεσα στις φτέρες και τα κωνοφόρα.
Η ονομασία προέρχεται από την κινέζικη λέξη Ginkyo που σημαίνει ασημένιο βερύκοκο ( gin = ασήμι, kyo = βερύκοκο ).
Τα πρώτα γκίγκο εμφανίστηκαν πριν από 270 εκατομμύρια χρόνια, στην Πέρμια περίοδο. Κατά τη διάρκεια της μέσης Ιουράσιας περιόδου υπήρξε μια τεράστια αύξηση σε είδη με μέγιστη βιοποικιλότητα στην Κρητιδική περίοδο(144 εκατομμύρια χρόνια πριν) σε περιοχές γνωστές σήμερα ως Ασία,Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Εξαιτίας κατακλυσμιαίων καταστροφών και σταδιακής αλλαγής του κλίματος, το Γκίγκο εξαφανίστηκε από την Βόρεια Αμερική πριν από 7 εκατομμύρια χρόνια και από την Ευρώπη πριν από 2,5 εκατομμύρια χρόνια. Σήμερα αυτοφύεται κυρίως σε περιοχές της νοτιοδυτικής και ανατολικής Κίνας ,αλλά το συναντάμε και σε ναούς στην Κορέα και την Ιαπωνία επειδή έχει συμβολική σημασία στον Κομφουκισμό.
Αν και γυμνόσπερμο, είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό, όμορφο, φυλλοβόλο δέντρο. Το φθινόπωρο τα φύλλα του αλλάζουν χρώμα και από πράσινα γίνονται χρυσαφιά. Φτάνει σε ύψος τα 50 μέτρα και ο κορμός του είναι κυλινδρικός, έχοντας διάμετρο μέχρι και 3 μέτρα. Ο φλοιός του είναι χρώματος γκρι με βαθιές αυλακώσεις. Τα φύλλα του είναι μεγάλα, πλατιά, σε σχήμα βεντάλιας με μήκος 9 εκατοστά και πλάτος που φτάνει και τα 15 εκατοστά. Διαιρούνται σε δύο χαρακτηριστικούς λοβούς που φέρουν στη μέση μία κεντρική τομή. Οι καρποί του δέντρου έχουν ασημένιο χρώμα και περιβάλλονται από ένα σαρκώδες περίβλημα με έντονη δυσάρεστη οσμή σαν χαλασμένο βούτυρο εξαιτίας της παρουσίας βουτυρικού οξέος. Ο τρόπος ανάπτυξης είναι γενικά στενός στα νεαρά δέντρα και πλαταίνει πραγματικά μόνο όταν φτάσουν τα 100 χρόνια περίπου. Σε αντίθεση με άλλα γυμνόσπερμα, τα γκίγκο έχουν χωριστά φύλα. Αυτό σημαίνει ότι το θηλυκό δέντρο χρειάζεται την παρουσία ενός αρσενικού προκειμένου να γονιμοποιηθεί. Περιστασιακά και τα δύο φύλα βρίσκονται στο ίδιο δέντρο. Το γκίγκο καλλιεργείται ως καλλωπιστικό σε πάρκα και κήπους. Είναι εκπληκτικά σκληρό και ανθεκτικό σε όλες τις μορφές μόλυνσης, γι'αυτό το λόγο είναι ιδιαίτερα κατάλληλο για αστικές περιοχές. Ευδοκιμεί καλύτερα σε όξινα, καλά αποστραγγιζόμενα, αμμώδη εδάφη. Από τα φύλλα του παρασκευάζεται φάρμακο, που χρησιμοποιείται στη θεραπεία διαφόρων παθήσεων του κυκλοφορικού. Στην Κινέζικη Ιατρική ο καρπός του χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν για τις αντιβηχικές, χωνευτικές και διουρητικές του ιδιότητες.

Με τη γλώσσα των δέντρων.( The lanquage of trees ).

Vivai piante alberi - plantas de viveros arboles - plantes de vivers arbres - viveiros de plantas árvores - bimëve çerdhe pemëve - مشاتل النباتات الأشجار - растения разсадници дървета - pépinières de plantes arbres - Pflanzen Baumschulen Bäume - געוויקסן נערסעריז ביימער - planter planteskoler træer - צמחים במשתלות העצים – puukoolides puud - 植物の保育園 木- pembibitan tanaman pohon - plandlanna plandaí crainn - plöntur nurseries tré - 植物苗圃 树木 - rasadnicima biljke drveće - augu audzētavas koki - гадавальніка раслін дрэвы - augalų medelynai medžių - Planter barnehageplanten kwekerijenr trær - planten kwekerijen bomen - meithrinfeydd planhigion coed - növények faiskola fák - розплідники рослин дерева - گیاهان گلخانه ها درختان - szkółki roślin drzew - pepiniere de plante copaci - питомники растений деревья - постројења вртићи дрвеће - растенија расадници дрва - rastliny škôlky stromy - rastline drevesnice drevesa - mimea vitalu miti - växter plantskolor träd – ชำพืช ต้นไม้ - bitkiler kreşler ağaçlar - rostliny školky stromy - halaman nurseries puno - kasvien taimitarhat puut

Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ

Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ
www.delta-trees.com

FACEBOOK

About Us

Η φωτογραφία μου
ATHENS, ATTICA GREECE, Greece
OFFICE :Square Tsokri1 & Sigrou Ave 11742 Athens - Greece EXHIBITION HALL : 28 KM National Road Athens – Lamias 19014 Κιν.0030/6973392234 delta-trees@hotmail.com info@delta-trees.com www.delta-trees.com

ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΑΡΘΡΑ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΑΡΘΡΑ

Φυτά και Φυτώρια στον κόσμο

Vivai piante - plantas de viveros - plantes de vivers - viveiros de plantas - bimëve çerdhe - مشاتل النباتات - растения разсадници- pépinières de plantes - Pflanzen Baumschulen - געוויקסן נערסעריז - planter planteskoler - צמחים במשתלות – puukoolides - 植物の保育園 - pembibitan tanaman- plandlanna plandaí - plöntur nurseries - 植物苗圃 - rasadnicima biljke - augu audzētavas - гадавальніка раслін - augalų medelynai - Planter barnehageplanten kwekerijenr - planten kwekerijen - meithrinfeydd planhigion - növények faiskola - розплідники рослин - گیاهان گلخانه ها - szkółki roślin - pepiniere de plante - питомники растений - постројења вртићи - растенија расадници - rastliny škôlky - rastline drevesnice - mimea vitalu - växter plantskolor – ชำพืช - bitkiler kreşler - rostliny školky - halaman nurseries - kasvien taimitarhat

Blog Archive