Search This Blog

Followers

Εταιρια - Company

Τα ΦΥΤΩΡΙΑ DELTA – TREES ΕΠΕ είναι επιχείρηση με ευρείες δραστηριότητες στον κλάδο της παραγωγής – εμπορίας - αντιπροσωπείας καλλωπιστικών φυτών και δένδρων. Σκοπός της εταιρείας είναι η προμήθεια φυτών ιδιαίτερα μεγάλης ανάπτυξης στον δημόσιο τομέα, σε φυτώρια , σε εταιρείες πρασίνου, ξενοδοχειακές μονάδες ,σε ιδιώτες ,είτε από παραγωγική διαδικασία είτε από εισαγωγές σε συνεργασία η αντιπροσωπεία με τους μεγαλύτερους οίκους του εξωτερικού. Η εταιρία DELTA – TREES ΕΠΕ διαθέτουν κάθετες μονάδες παραγωγής φυτών στη γη, σε ιδιόκτητες εκτάσεις άνω των 100.000 τμ με συνεχείς βελτιώσεις και αυξητικές τάσεις, στην ευρύτερη περιοχή του ΑΣΤΑΚΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ. Η επιχείρηση εκτός της παραγωγικής και εμπορικής διαδικασίας ειδικεύεται στην μεταμόσχευση όλων των ενηλίκων αλλά ταυτόχρονα και σπανίων δένδρων. Η περικοπή η μεταμόσχευση η μεταφορά και η εκφόρτωση αυτών των δένδρων απαιτούν συγκεκριμένες τεχνικές πού υπονοούν υψηλή τεχνογνωσία και μεγάλη εμπειρία. DELTA–TREES LTD company is a business with expanding activities in the field of production trading and representation of ornamental plants and trees. Purpose of the company is the supply of plants of high growth in the public section, in plants companies, hotel units, in faculties or from productive procedure or from imports in cooperation or represent with the biggest companies of exterior. DELTA – TREES LTD nurseries dispose integral production units of plants in owned areas over 100.000 m2 with continuous improvements and increasing tensions located in the area of Astakos Etoloakarnanias. The business except the production and trading procedure is being specialized in eradication of all the adults as well as rare trees. The retrenchment, eradication, transportation and unloading of these trees demands specific techniques which undermining high technical knowledge and big experience.

Κράταιγος (Crataegus)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012 0 σχόλια

Κράταιγος (Crataegus)
Οικογένεια: Ροδίδες (Rosaceae)
Κοινά ονόματα διάφορων ειδών αυτού του γένους:
μουρτζιά, τρικουκιά, μουμουτζελιά, κονδουμηλιά, μοσχοφιλιά


<< Πλήθει δε πολύ κραταιγός εστίν, οι δε κραταιγόνα καλούσιν, έχει δε το μέν φύλλων όμοιον μεσπίλη τετανόν, πλήν μείζον εκείνου και πλατύταιρον η προμηκέστερον, τον δε χαραγμόν ούκ έχον ώσπερ εκείνο, γίνεται δε το δέντρον ούτε μέγα λίαν ούτε παχύ, το δε ξύλον ποικίλον ισχυρόν ξανθόν έχει δε φλοιόν λείον όμοιον μεσπίλη μονόρριζον δ΄εις βάθος ως επί το πολύ, καρπόν δ΄έχει στρογγυλόν ηλίκον ο κότινος πεπαινόμενος δε ξανθύνεται και επιμελαίνεται κατά δε την γεύσιν και τον χυλόν μεσπιλώδες διόπερ οίον αγρία μεσπίλη δόξειεν αν είναι, μονοειδές δε και ουκ έχον διαφοράς >>. Θεόφραστος. Περί φυτών ιστορίας Γ΄ κεφ. XVI  .

Ο κράταιγος είναι πολύ συνηθισμένο δέντρο. Μερικοί τον ονομάζουν κραταιγόνα. Τα φύλλα του είναι λεία, όπως της μεσπολιάς, αλλά μακρύτερα από εκείνης και το πλάτος τους είναι μεγαλύτερο από το μήκος τους, ενώ δεν είναι οδοντωτά όπως εκείνης. Το δέντρο δεν γίνεται πολύ ψηλό ούτε χονδρό το ξύλο του είναι διάστικτο, γερό και ξανθό έχει λείο φλοιό σαν της μεσπολιάς και συνήθως μία μόνο ρίζα, που πηγαίνει βαθιά. Ο καρπός είναι στρογγυλός και έχει το μέγεθος της άγριας ελιάς, καθώς ωριμάζει, γίνεται καστανωπός και μαυρίζει, ενώ στη γεύση  και στο άρωμα μοιάζει με τον καρπό της μεσπολιάς, γι αυτό μοιάζει να είναι ένα είδος άγριας ποικιλίας αυτού του δέντρου. Υπάρχει μόνο ένα είδος και δεν παρουσιάζει διαφορές.

Κατά τους Σπρέγγελ και Φράας ο κράταιγος του Θεόφραστου πρέπει να αναφέρεται είς κράταιγον τον Αζαρόλον. ( Π.Γ.Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 553 έτος 1914)         

Γένος που περιλαμβάνει 200 είδη ανθεκτικών δέντρων και θάμνων.  Είναι πολύ διαδομένα σ’ ολόκληρο τον κόσμο και ιδιαίτερα στις εύκρατες χώρες της βόρειας Αμερικής, της Ευρώπης και της Ασίας.  Έχουν αγκαθωτά κλαδιά και τα περισσότερα είδη είναι φυλλοβόλα (πολύ σπάνια ημιαειθαλή).  Τα φύλλα ορισμένων ειδών παίρνουν το φθινόπωρο πολύ όμορφες αποχρώσεις.  Τα λουλούδια τους, που σχεδόν πάντα εμφανίζονται την άνοιξη, είναι λευκά, ροζ ή κόκκινα, έχουν 5 πλατιά πέταλα και σχηματίζουν σύνθετους κορύμβους.  Κατά το τέλος του καλοκαιριού – αρχές φθινοπώρου παράγουν στρογγυλωπούς καρπούς, που μοιάζουν με φουντούκια.  Συνήθως έχουν ένα έντονο κόκκινο χρώμα και, μερικές φορές, μαύρο ή κίτρινο.  Οι κράταιγοι είναι περιζήτητοι για το ωραίο τους φύλλωμα και την πλούσια ανθοφορία τους.  Φυτεύονται μεμονωμένοι μέσα σε χλοοτάπητες πολλοί μαζί, κατά μήκος των δρόμων.  Επίσης, αν φυτευτούν με τον κατάλληλο τρόπο. σχηματίζουν πυκνούς φυσικούς φράχτες.  Ιδιαίτερα κατάλληλα γι’ αυτή τη δουλειά είναι τα αγκαθωτά είδη, όπως: Κράταιγος ο οξύκανθος (Crataegus oxycantha) κοινώς μουρτζιά και ο Κράταιγος ο μονόγυνος (Crataegus monogyna).  Κατά κανόνα παρουσιάζουν αργή ανάπτυξη, αλλά όλα τα είδη είναι εξαιρετικά εύρωστα και ανθεκτικά στους καπνούς και τα καυσαέρια των πόλεων, καθώς και στους ανέμους.  Εξάλλου προσαρμόζονται σχεδόν σε όλα τα εδάφη.  Μερικά είδη όπως ο Κράταιγος ο αζαρόλος (Crataegus azarolus) και ο Crataegus texocoti, παράγουν καρπούς.  Οι κράταιγοι χρησιμοποιούνται και σαν υποκείμενα για τον εμβολιασμό οπωροφόρων, όπως η αχλαδιά.

Είδη και ποικιλίες

Κράταιγος ο αζαρόλος (Crataegus azarolus), κοινώς κουδομηλιά (Κρήτη).  Πρόκειται για οπωροφόρο δέντρο, που κατάγεται από τη Μικρά Ασία και τη βόρεια Αφρική.  Φτάνει σε ύψος 5-8 μ. και σε διάμετρο 3-4 μ.  Έχει ωοειδή – σφηνοειδή, χνουδωτά φύλλα, με βαθιές εντομές, γκριζοπράσινο χρώμα και μικρό μίσχο.  Τα λουλούδια, σε άσπρο χρώμα, εμφανίζονται ενωμένα σε κορύμβους και στη συνέχεια παράγουν ωοειδείς ή στρογγυλωπούς καρπούς, που μοιάζουν με μικρά μήλα, σε κίτρινο ή πορτοκαλοκόκκινο χρώμα.  Πρόκειται για δέντρο εξαιρετικά ανθεκτικό.
Κράταιγος ο χρυσόκαρπος (Crataegus chrysocarpa).  Φτάνει σε ύψος 5 μ. και παράγει λευκά λουλούδια και κόκκινους καρπούς.  Η ποικιλία «Φοινικική» (“Phoenica”) έχει μεγαλύτερους καρπούς.
Κράταιγος ο κοκκινωπός (Crataegus coccinea).  Μικρό δενδρύλλιο που φτάνει σε ύψος και πλάτος 4-7 μ.  Κατάγεται από τη βόρεια Αμερική.  Έχει πολύ απλωτή «κόμη», αγκαθωτά κλαδιά και ωοειδή ή ρομβοειδή έλλοβα φύλλα, με οδοντωτές παρυφές.  Το φύλλωμα, σε λαμπερό βαθυπράσινο χρώμα, παίρνει το φθινόπωρο έντονες κόκκινες αποχρώσεις.  Κατά τον Μάιο παρουσιάζει λευκά λουλούδια, που σχηματίζουν μεγάλους κορύμβους (πλάτους 5-8 εκατ.) και στη συνέχεια παράγει στρογγυλωπούς, κόκκινους καρπούς.
Κράταιγος ο αλεκτωρόπληκτρος (Crataegus crus-galli).  Το δενδρύλλιο αυτό, που κατάγεται από τη βορειοανατολική Αμερική, χαρακτηρίζεται και σαν δέντρο, επειδή συχνά παίρνει αρκετά μεγάλες διαστάσεις.  Για την ακρίβεια, μπορεί να φτάσει σε ύψος 10 μ. και σε διάμετρο 4-7 μ.  Έχει απλωτή «κόμη» με ακανόνιστα κι αγκαθωτά κλαδιά και ωοειδή, βαθυπράσινα φύλλα, με οδοντωτές παρυφές, που παίρνουν το φθινόπωρο ένα όμορφο κόκκινο χρώμα.  Τον Ιούνιο παρουσιάζει άσπρα λουλούδια, ενωμένα σε μεγάλους κορύμβους.  Οι καρποί έχουν κόκκινο χρώμα και διατηρούντι ολόκληρο το χειμώνα.  Το είδος αυτό χρησιμοποιείται συχνά για πυκνές περιφράξεις, γιατί τα αγκαθωτά κλαδιά του σχηματίζουν πραγματικά αδιαπέραστους φράχτες.  Από τις πιο γνωστές ποικιλίες του είδους είναι η «Ιτεόφυλλη» (“Salicifolia”), εξαιρετικά διακοσμητική, χάρη στη λυγερή και κομψή της εμφάνιση.
Κράταιγος ο ξανθός (Crataegus flava).  Είδος με πολύ μικρές διαστάσεις, λευκά λουλούδια και κίτρινους καρπούς.  Σ’ αυτό ανήκει και η ποικιλία «Λαβωτή» (“Labata”).
Κράταιγος ο λείος (Crataegus laevigata).  Θάμνος που κατάγεται από την Ευρώπη και μοιάζει με τον άγριο κράταιγο.  Οι πιο διαδομένες ποικιλίες του είναι η «Πλήρης» (“Plena”) με διπλά λευκά λουλούδια και η «Ερυθρή» (“Punicea”) με ερυθρά λουλούδια.
Υβρίδιο Crataegus x lavallei.   Το είδος αυτό, που ονομάζεται και Crataegus x carrierei, είναι ένα μικρό δέντρο που προέρχεται από τη διασταύρωση του Κράταιγου του αλεκτωρόπληκτρου (Crataegus crus-gallii) και του Κράταιγου του χνοώδους (Crataegus pubescens stipulata).  Φτάνει σε ύψος 4-6 μ. και σε διάμετρο 3-4.5 μ. κι έχει πολλές αγκαθωτές διακλαδώσεις.  Τα φύλλα του, σε ωοειδές – ελλειψοειδές σχήμα και λαμπερό βαθυπράσινο χρώμα, διατηρούνται μέχρι τον Δεκέμβρη.  Τα λουλούδια, που εμφανίζονται τον Μάιο – Ιούνιο, έχουν άσπρο χρώμα και σχηματίζουν όρθιους κορύμβους.  Κατά τον Σεπτέμβριο – Οκτώβριο ωριμάζουν οι καρποί, που έχουν πορτοκαλοκόκκινο χρώμα και διατηρούνται για πολύ καιρό.
Κράταιγος ο μεξικανικός (Crataegus mexicana).  Δέντρο με αρκετά μεγάλες διαστάσεις, που παράγει μεγάλους εδώδιμους καρπούς.
Κράταιγος ο μονόγυνος (Crataegus monogyna).  Συμπαγής, αγκαθωτός θάμνος με πολλά κλαδιά, που είναι ιδιαίτερα διαδομένος στην Ευρώπη.  Φτάνει σε ύψος 5-7 μ. και σε διάμετρο 4-6 μ.  Έχει έλλοβα φύλλα με οδοντωτές παρυφές και λαμπερό, ανοιχτοπράσινο χρώμα.  Ανθίζει τον Μάιο.  Τα λουλούδια, άσπρα και αρωματικά, σχηματίζουν μεγάλους κορύμβους (5-8 εκατ.) που σκεπάζουν κυριοκεκτικά τα κλαδιά.  Το φθινόπωρο παράγει κόκκινους καρπούς.  Από τις διάφορες ποικιλίες του είδους αναφέρουμε: τη «Διανθή» (“Biflora”) που στα ήπια κλίματα παρουσιάζει και δεύτερη ανθοφορία κατά τον Νοέμβριο – Μάρτιο, τη “Stricta” ή “Fastigata” με όρθιους βλαστούς, τη «Ρόδινη» (“Rosea”) με ροζ ή κόκκινα, συχνά διπλά λουλούδια, και τη “Rubro Plena” που μοιάζει με την προηγούμενη.
Κράταιγος ο ανατολικός (Crataegus orientalis).  Μεγάλος θάμνος ύψους 4 μ., με λευκά λουλούδια και άφθονους, εξαιρετικά διακοσμητικούς, ανοιχτοκόκκινους καρπούς.  Συνήθως καλλιεργείται η ποικιλία «Αιματώδης» (“Sanguinea”).
Κράταιγος ο οξυάκανθος (Crataegus oxyacantha).  Το είδος αυτό είναι γνωστό και σαν Κράταιγος ο οξυανθοειδής (Crataegus oxyacanthoides) ή Κράταιγος ο λείος (Crataegus laevigata).  Πρόκειται για αγκαθωτό θάμνο ή δενδρύλλιο, διαδομένο σ’ όλη την Ευρώπη.  Μπορεί να φτάσει σε ύψος 2-8 μ. ενώ η διάμετρός του κυμαίνεται γύρω στο 1-15 μ.  Έχει έλλοβα, ωοειδή, αναοιχτοπράσινα φύλλα και άσπρα λουλούδια, που ανοίγουν τον Μάιο ενωμένα σε κορύμβους, πλάτους 5-8 εκατ.  Έχει ωοειδείς, ερυθρόχρωμους καρπούς, που ωριμάζουν το φθινόπωρο.  Η διασταύρωση του είδους αυτού με τον Κράταιγο το μονόγυνο (Crataegus monogyna) έχει δώσει διάφορα υβρίδια, από τα οποία αναφέρουμε τα εξής: «Χρυσή» (“Aurea”) με κίτρινους καρπούς, “Coccinea Plena” ή “Pauls double scarlet thorn” με διπλά, άλικα λουλούδια, “Plena” με διπλά, λευκά λουλούδια, “Punicea” ή “Coccinea” με πορφυρά, μονά λουλούδια, Rosea” με απλά ροζ λουλούδια, και η “Rosea Pleno­flore” με διπλά ρόδινα λουλούδια.
Κράταιγος ο ποδισκοφόρος (Crataegus pedicellata).  Χαμηλό δέντρο ύψους 7-8 μ., με πολύ μακριά αγκάθια και πλατιά φύλλα.  Έχει λευκά λουλούδια και ζωηρόχρωμους κόκκινους καρπούς.  Η ποικιλία “Ellwangeria” έχει μικρότερες διαστάσεις από το τυπικό είδος.
Κράταιγος φαινόπυρος (Crataegus phoenopyrum).  Μικρός θάμνος που δεν ξεπερνά σε ύψος τα 3 μ.  Έχει αγκαθωτά κλαδιά, καρδιόσχημα φύλλα και άσπρα λουλούδια.  Παράγει κόκκινους, πολύ διακοσμητικούς καρπούς, που διατηρούνται πάνω στο θάμνο ολόκληρο το χειμώνα.
Κράταιγος ο πτεροειδής (Crataegus pinnatifida).  Φτάνει σε ύψος 6 μ. και εμφανίζει άφθονα, άσπρα λουλούδια.  Δεν έχει αγκάθια.  Η ποικιλία “Psilosa” παρουσιάζει όψιμη ανθοφορία.
Υβρίδιο Κράταιγος x προυνόφυλλος (Crataegus x prunifolia).  Δέντρο που προέρχεται μάλλον από διασταύρωση του Κράταιγου του αλεκτωρόπληκτρου (Crataegus crus-galli) και του Κράταιγου του μακρανθού (Crataegus macracantha) ή του Κράταιγου του χυμώδους (Crataegus succulenta).  Φτάνει σε ύψος 5-9 μ., ενώ η διάμετρος της «κόμης» του κυμαίνεται γύρω στα 4-6 μ.  Έχει αγκαθωτά κλαδιά και συμπαγή εμφάνιση.  Τα φύλλα του, ωοειδή και λαμπερά, παίρνουν το φθινόπωρο κοκκινωπές και πορτοκαλιές αποχρώσεις.  Ανθίζει τον Ιούνιο.  Τα λουλούδια του, σε άσπρο χρώμα, σχηματίζουν μεγάλους κορύμβους πλάτους 5-8 εκατ.  Παράγει ερυθρούς καρπούς, που διατηρούνται πάνω στο δέντρο μέχρι το χειμώνα.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι κράταιγοι δεν έχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις σχετικά με τη φύση του εδάφους.  Ευδοκιμούν σε όλα τα εδάφη, είτε αυτά είναι άγονα και βραχώδη είτε υγρά και δροσερά.  Επίσης αντέχουν πολύ, τόσο στην υγρασία όσο και στην ξηρασία.  Φυτεύονται το φθινόπωρο ή στις αρχές της άνοιξης, σε μέρη προσήλια ή ελαφρά σκιαζόμενα.  Κατά τη μεταφύτευση καλό θα είναι να προστίθεται στο έδαφος λίγο φυλλόχωμα.  Επίσης αργότερα, όταν βλαστήσει το φυτό, είναι απαραίτητη η χορήγηση ενός υγρού λιπάσματος.

Πολλαπλασιασμός
Όλα τα είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν με σπόρο.  Μόλις ωριμάσουν οι καρποί μαζεύετε τους σπόρους και τους στρωματώνετε για 18 μήνες.  Στη συνέχεια, κατά τον Φεβρουάριο-Μάρτιο, τους σπέρνετε στο ύπαιθρο.
Μερικά είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν και μ’ εμβολιασμό.  Τα είδη αυτά είναι ο Κράταιγος ο αζαρόλος (C. azarolus), ο Κράταιγος ο κόκκινος (C. coccinea), ο Crataegus lavallei και ο Crataegus x prinifolia.  Ο εμβολιασμός γίνεται πάνω στον Κράταιγο τον αλεκτωρόπληκτρο ή στον Κράταιγο τον οξυάκανθο, με «κοιμώμενο οφθαλμό» κατά τον Ιούλιο – Αύγουστο ή με κεντράδι, κατά τον Φεβρουάριο – Μάρτιο.  Επίσης τα είδη Κράταιγος ο μονόγυνος (Crataegus monogyna) και Κράταιγος ο οξυάκανθος (Crataegus oxyocantha) μπορούν να εμβολιαστούν πάνω στα τυπικά είδη, με κεντράδι, την άνοιξη ή με «μάτι» το καλοκαίρι.

Κλάδεμα
Γενικά οι κράταιγοι δεν έχουν ανάγκη από τακτικό κλάδεμα.  Ωστόσο καλό θα είναι να τους κλαδεύει κανείς αρκετά συχνά, γιατί διαφορετικά παίρνουν ακανόνιστο σχήμα.  Αντίθετα με τα μεμονωμένα δέντρα, τα είδη που χρησιμοποιούνται για να σχηματίζουν φυσικούς φράχτες πρέπει να κλαδεύονται τακτικά, από τον Ιούλιο μέχρι τον Μάρτιο.  Μερικές φορές τα δέντρα παρουσιάζουν μια απογύμνωση στο κάτω μέρος τους, οπότε καλό είναι να κλαδεύονται «αυστηρά» στη βάση, σε μικρό χρονικό διάστημα, γιατί έτσι αναπτύσσονται νέοι και εύρωστοι βλαστοί.  Στον Κράταιγο τον αζαρόλο (C. azarolus) η βλάστηση έχει την τάση να μετατοπίζεται προς τις άκρες των κλαδιών, γι’αυτό και πρέπει να γίνονται τακτικά κλαδέματα επιστροφής.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Πολλές ασθένειες προσβάλλουν τα δέντρα του γένους αυτού.  Η βακτηρίωση προσβάλλει τα λουλούδια, που μαραίνονται και μαυρίζουν και τα κλαδιά, που σιγά-σιγά ξεραίνονται.  Η καταπολέμηση γίνεται με ψεκασμούς (με χαλκούχα μυκητοκτόνα φάρμακα), αλλά το καλύτερο είναι να επιδιώκεται η πρόληψη της ασθένειας.  Για να εμποδίσετε την εξάπλωσή της θα πρέπει ν’ απολυμαίνετε τα νεαρά, κυρίως, δενδρύλλια και να καλλιεργείτε ορθολογικά τα μεγάλα δέντρα.
Άλλη ασθένεια αρκετά διαδομένη είναι η σηψιρριζία, που προκαλεί την ταχεία αποξήρανση του δέντρου.  Επειδή η καταπολέμηση της ασθένειας αυτής είναι δύσκολη (σχεδόν αδύνατη), γι’ αυτό καλύτερα να ξεριζώνετε τα άρρωστα δέντρα και, στη συνέχεια, ν’ απολυμαίνετε το έδαφος με διάλυμα φορμόλης, σε ποσοστό 2%.
Επίσης οι κράταιγοι προσβάλλονται και από το ωίδιο, που προκαλεί την εμφάνιση μιας άσπρης σκόνης πάνω στα φύλλα.  Καταπολεμάται με θειούχα φάρμακα.  Επίσης μια αρκετά διαδομένη ασθένεια είναι η σκωρίαση, που προσβάλλει τους νεαρούς, κυρίως, βλαστούς και εκδηλώνεται με τη μορφή πορτοκαλοκίτρινων φλυκταινών πάνω στα φύλλα και τους βλαστούς.  Η καταπολέμηση γίνεται με χαλκούχα μυκητοκτόνα ή με φάρμακα που περιέχουν ψευδάργυρο.


| | edit post

Ροβινία-Ροβίνια (Robinia)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012 0 σχόλια

Ροβινία-Ροβίνια (Robinia)
Γαλλ. Robinier, Acacia η Faux Acacia, Αγγλ. Locust-Tree
Οικογένεια : Ψυχανθή ή Παπιλιονίδες (Papilionaceae)
Κοινά ονόματα : ακακία, σαλκίμι (Β.Ελλάδα), ψευδακακία
Γένος που περιλαμβάνει 20 είδη δέντρων και θάμνων φυλλοβόλων πολύ ανθεκτικών κα διακοσμητικών. Οι ροβινίες μπορούν να φτιάξουν σε ύψος 25μ και έχουν συνήθως όρθιο και λυγερό κορμό με διάμετρο 80περίπου εκατ.
Οι διακλαδώσεις πολύ μικρότερων διαστάσεων είναι συνεστραμμένες και γωνιώδεις ενώ η κόμη παρουσιάζεται ασύμμετρη και όχι πυκνή. Τα φύλλα είναι περιττόληκτα πτερωτά και αποτελούνται από 7 ως 21 μικρά ωοειδή φυλλάρια με ακέραιες παρυφές και υποκύανο χρώμα στην επάνω επιφάνεια και ωχροπράσινο στην κάτω. Οι παραφυάδες και τα νεαρά δενδρύλλια είναι εφοδιασμένα με σκληρά και μυτερά αγκάθια (που στην πραγματικότητα είναι μεταμορφωμένα παράφυλλα) τα οποία όμως μπορούν να παραμείνουν για αρκετά χρόνια πάνω στο δέντρο με αποτέλεσμα να καθιστούν δύσκολη τη χρησιμοποίηση των κορμών και των κλαδιών.
Τα λουλούδια συνήθως άσπρα και πολύ αρωματικά είναι ενωμένα σε μακριούς κρεμάμενους βότρεις που ανοίγουν από τον Μαίο ως τον Ιούλιο. Είναι πολύ πλούσια σε νέκταρ γι αυτό και τα επισκέπτονται οι μέλισσες που παράγουν ένα μέλι (αρκετά καλό αν είναι αγνό) ρευστό, διάφανο και αρωματικό. Οι καρποί σχηματίζονται μετά την ανθοφορία είναι σκουρόχρωμοι, συμπιεσμένοι και δερματώδεις λοβοί μήκους 5-10 εκατ που περιέχουν 10 περίπου μικρούς, μαύρους, γυαλιστερούς σπόρους.
Εισήχθη κατά τον (Π. Γ. Γεννάδιο Λεξικόν φυτολογικόν σελίς 829), στην Ευρώπη το 1637 από τον Γάλλο Robin τότε Διευθυντή του Jardin des Plantes στο Παρίσι.
Είδη και ποικιλίες
Ροβινία η τριχωτή η χνοώδης (Robinia hispida).
Θαμνώδες είδος που είναι γνωστό και σαν ροζ ακακία που κατάγεται από τη Φλόριντα και τη Βιρτζίνια. Έχει μακριά και εύθραυστα κλαδιά σκεπασμένα μ ένα σκληρό, κοκκινωπό χνούδι. Τα φύλλα αποτελούνται από 10-15 φυλλάρια ενώ τα λουλούδια μεγάλα και ενωμένα σε μακριούς, μασχαλιαίους βότρεις έχουν φωτεινό ροζ χρώμα.
Από τις διάφορες ποικιλίες του είδους αυτού αναφέρουμε τη «Γόνιμη»(Fertillis) με έντονα ροζ λουλούδια. Τη Γόνιμη- Μνημείο (Fertilis Monument) με κλαδιά σε σχήμα πυραμίδας και ροζ –λιλά λουλούδια . Τη Μεγανθή (Grandflora) με πολύ μεγάλα ροζ λουλούδια και τη Μακρόφυλλη (Macriphylla) με γρήγορη ανάπτυξη.
Ροβινία η ψευδακακία (Robinia pseudoacacia).
To είδος αυτό που κατάγεται από τις ανατολικές περιοχές των Η.Π.Α. έχει μια εκπληκτική διάδοση στην Ευρώπη όπου βρήκε ένα κλίμα ακόμα πιο ευνοϊκό απ’ότι στους τόπους της καταγωγής του. Προσαρμόστηκε τόσο πολύ στα κλίματα της Ευρώπης ώστε σήμερα μπορεί να το βρεί κανείς σε διάφορα μέρη ακόμα και σαν ζιζάνιο. Επίσης έχει διαδοθεί μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα στη βόρεια Αφρική και στις εύκρατες ζώνες της Ασίας. Φτάνει σε ύψος 20-25μ και έχει όρθιο κορμό, καστανόχρωμο φλοιό με βαθιές σχισμές και αγκαθωτά κλαδιά. Τα φύλλα αποτελούνται από 17-23 ωοειδή φυλλάρια ενώ τα λουλούδια άσπρα και αρωματικά είναι ενωμένα σε βότρεις. Από το είδος αυτό προέρχονται οι ποικιλίες όπως η Μπεσονιάνα (Bessoniana) με συμπαγή σφαιρική κόμη και μικρά αγκάθια η Ντεκαισνεάνα (Decaisneana) εύρωστη με πλούσια ανθοφορία και χαριτωμένους βότρεις με ροζ λουλούδια η Μιμοζόφυλλος (Mimosaefolia) με εμφάνιση θάμνου και αργή ανάπτυξη, κλαδιά λεπτά ανοιχτά και πολύ λεπτά φύλλα η Πυραμιδοειδής (Pyramidallis) που μοιάζει σαν λεύκα χωρίς αγκάθια μάλλον εύθραυστη η Αειανθής (Semperflorens) εύρωστη σχεδόν χωρίς αγκάθια με άσπρα λουλούδια που διατηρούνται όλο το καλοκαίρι. Ιδιαίρερη ποικιλία είναι η σκιαδιοφόρος var. Umbraculifera με κόμη σφαιρική ελαφρά συμπιεσμένη πολυάριθμες διακλαδώσεις και χωρίς αγκάθια κατάλληλη για δεντροστοιχίες γνωστή στους από Κωνσταντινούπολη πρόσφυγες ως ομπρέλα ρεμοκλαδής ( var. Pendula ). Άλλες ποικιλίες κατά τον Δ. Καββάδα (Βοτανικό Φυτολογικό Λεξικό  σελίς 3420), είναι η Ροβίνια η Ουλρικιάνειος ( Urliciana), η Ούλη (Crispa), η Πορφυρά (Purpurea) και τέλος η Μονόφυλλη (Monophylla) που παρά το όνομα της τα φύλλα της αποτελούνται από 3 ή 5 περιττόληκτα φτερωτά φυλλάρια. Το είδος Robinia Pseudoacacia Casque Rouge είναι ίσως η ποικιλία με την ωραιότερη ανθοφορία με άνθη ροζ-μωβ χρώματος. Επίσης υπάρχουν και μερικές ποικιλίες που καλλιεργούνται για το φύλλωμα τους όπως η Χρυσή (Aurea) με κίτρινα φύλλα.
Τεχνική της καλλιέργειας
Η ροβίνια προσαρμόζεται εύκολα σε οποιοδήποτε έδαφος με εξαίρεση τα τυρφώδη και εκείνα που έχουν υπερβολικό ενεργό ασβέστιο. Αγαπάει τις προσήλιες θέσεις και είναι ανθεκτική στο κρύο. Η βλαστητική της περίοδος αρχίζει μάλλον αργά στα μέσα της ανοίξεως και αποβάλλει τα φύλλα της νωρίς το φθινόπωρο. Συνήθως δεν χρειάζεται ποτίσματα και αντέχει στην ξηρασία επειδή οι ρίζες της φτάνουν σε βάθος 7-8μ.
Πολλαπλασιασμός
Η εξαιρετικά μεγάλη ικανότητα της ροβινίας να βγάζει κλαδιά από τα κούτσουρα και παραφυάδες από τη ρίζα της επιτρέπει να πολλαπλασιάζεται μόνη της και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που είναι δύσκολο να ελέγξει κανείς την εξάπλωση της όταν βρεθεί σε κατάλληλο περιβάλλον. Μπορείτε να φυτέψετε παραφυάδες ή μοσχεύματα που τα έχετε τοποθετήσει για ριζοβόληση τον προηγούμενο χρόνο.
Για τον πολλαπλασιασμό των ποικιλιών όμως χρησιμοποιείται συνήθως εμβόλιο με μάτι ή με εγκεντρισμό πάνω στο είδος Ροβινία ή ψευδοκακία που προέρχεται από σπόρο (ο εμβολιασμός γίνεται την άνοιξη ή τον χειμώνα)
Η σπορά γίνεται την άνοιξη σε καλοδουλεμένο χώμα στα πεταχτά ή σε μικρούς λάκκους. Η ανάπτυξη των δενδρυλλίων είναι εξαιρετικά γρήγορη.

| | edit post

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ MERRY CHRISTMAS

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011 0 σχόλια

| | edit post

ΑΛΒΙΖΙΑ (Albizzia)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011 0 σχόλια

ΑΛΒΙΖΙΑ (Albizzia)
Οικογένεια : Μιμοζίδες (Mimosaceae)
Κν. Ακακία Κωνσταντινουπόλεως γκιουλμπρισίμι

Γένος που περιλαμβάνει περισσότερα από 100 είδη  διακοσμητικών δέντρων και θάμνων με πολύ ελαφρό φύλλωμα και λουλούδια άσπρα, ροζ ή κίτρινα που εμφανίζονται το καλοκαίρι.  Τα δέντρα αυτά που κατάγονται από τις τροπικές και εύκρατες περιοχές της Ασίας και της Κεντρικής Αμερικής δεν είναι πολύ ανθεκτικά και μπορούν κατά συνέπεια να καλλιεργηθούν στο ύπαιθρο μόνο στις περιοχές με ήπιο κλίμα.

Είδη και ποικιλίες

Αλβιζία ή ροδομέταξος η γκιουλμπρισίμι (Albizzia julibrissin).Ορθότερον (κατά τον Π.Γ. Γεννάδιο Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 40) Albizzia Ghul-ibirshim. Acacia η Mimosa de Constantinople. Γνωστή και με το όνομα κινέζικη ακακία και Ακακία η γιουλιβρισίμη (Acacia julibrissin) είναι το είδος που καλλιεργείται περισσότερο στα κλίματα μας. Κατάγεται από την Μέση Ανατολή και από την υποτροπική Αφρική. Πρόκειται για δέντρο που μπορεί να ξεπεράσει ακόμα και τα 10μ. Το καλοκαίρι παράγει βότρεις, με ρόζ λουλούδια. Είναι το πιο ανθεκτικό στο κρύο είδος.

Αλβιζία η λεββέκειος (Albizzia lebbeck).Γνωστή και σαν έβενος της Ανατολής μπορεί να φτάσει το ύψος των 30μ. Παρουσιάζει ταξιανθίες όμοιες με του προηγούμενου είδους αλλά σε κίτρινο χρώμα.

Αλβιζία η λοφανθής (Albizzia lophantha).Συν. Ακακία η λοφανθής (Acacia lophantha). Δενδρύλλιο που μπορεί να φτάσει το ύψος των 6μ. Τα λουλούδια είναι ενωμένα σε κιτρινωπούς βότρεις μήκους 5 περίπου εκατ. Προέρχεται από την Αυστραλία και δεν είναι ανθεκτικό είδος γι’αυτό καλλιεργείται μόνο στις πιο ζεστές περιοχές.

Άλλα είδη αναφορικά είναι η Αλβιζία η Γλυκεία ( pithecolobium η inga dulcis) Αλβιζία η Σαμάν (pithecolobium Saman – Rain tree Saman η guango), Αλβιζία η Ραδινή (procera η elata) (Π.Γ. Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 40)


Τεχνική της καλλιέργειας

 Η Aλβιζία δεν χρειάζεται ιδιαίτερες φροντίδες αλλά λόγω της προελεύσεως της θα πρέπει να φυτεύεται σε ζεστές και ηλιόλουστες θέσεις αν και όχι πολύ ξερές. Μπορεί να παγώσει κατά τις πιο ψυχρές περιόδους. Τα καλύτερα εδάφη είναι τα ελαφρά όξινα εύφορα και με καλή αποστράγγιση. Το φύτεμα γίνεται τον Οκτώβριο ως τον Μάρτιο.

Πολλαπλασιασμός

Ανάλογα με τα είδη ο πολλαπλασιασμός με σπόρο είναι περισσότερο ή λιγότερο εύκολος. Μετά το φύτρωμα για τα περισσότερα είδη συνιστάται η προστατευμένη καλλιέργεια σε θερμοκήπιο για μερικούς μήνες πριν από το οριστικό φύτεμα στο ύπαιθρο. Μπορεί να πολλαπλασιαστεί με μόσχευμα με κλαδάκια μήκους 10 περίπου εκατ. μαζί με ένα τμήμα παλιού ξύλου. Η ριζοβόληση είναι αργή αλλά όχι δύσκολη.

Κλάδεμα

Για τα δέντρα αυτά το κλάδεμα δεν είναι απαραίτητο. Για να διατηρηθούν τα δέντρα σε περιορισμένο ανάστημα θα πρέπει να κόβονται τα κλαδιά αμέσως μετά την ανθοφορία.








| | edit post

Ιπποκαστανέα - Ιπποκαστανιά

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011 0 σχόλια

Ιπποκαστανέα - Ιπποκαστανιά
Συνών : Αίσκουλος (Aesculus), Αγγλιστί ( Horse Chestnut-tree η Bucheye) , Γαλλιστί (Marronnier d’ Inde.)
Οικογένεια : Ιπποκαστανίδες (Hippocastanaceae)
Κοινό όνομα : Αγριοκαστανιά

Το γένος περιλαμβάνει 15 περίπου είδη δέντρων και θάμνων που κατάγονται από τη βόρεια Αμερική την Ανατολική Ασία και τη νότια Ευρώπη. Τα δεντρώδη είδη μπορούν να φτάσουν σε ύψος 30 περίπου μ. Έχουν εύρωστο κορμό, λείο φλοιό και παλαμοσχιδή φύλλα που αποτελούνται από 5-9 φυλλάρια με οδοντωτές παρυφές. Τα λουλούδια άσπρα ή ροζ είναι ενωμένα σε όρθιες φόβες που ανοίγουν στα τέλη της ανοίξεως. Τα περισσότερα είδη είναι ανθεκτικά και εύκολα στην καλλιέργεια. Οι ιπποκαστανέες είναι κατάλληλες για τη διακόσμηση πάρκων και κήπων ή για να σχηματίζουν δεντροστοιχίες κατά μήκος δρόμων και λεωφόρων. << ………..ο δε καρπός του απαλλασσόμενος δια ζέσεως εν ύδατι της πικράς γεύσεώς του, χρησιμεύει προς διατροφήν των αιγοπροβάτων και των χοίρων (Π.Γ. Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 436 ).   

Είδη και ποικιλίες

Αίσκουλος η καλιφορνική (Aesculus californica)
Θάμνος που κατάγεται από την Καλιφόρνια και δεν ξεπερνά το ύψος των 12μ. Έχει επεκτατική ή θυσανώδη μορφή και αχνορόδινα, αρωματικά λουλούδια ενωμένα σε κυλινδρικές φόβες που ανοίγουν τον Απρίλιο.  Παράγει μεγάλους, λείους καρπούς. Πρόκειται για είδος πολύ ανθεκτικό ιδιαίτερα κατάλληλο για κήπους περιορισμένων διαστάσεων. Φυτεύεται μεμονωμένο ή κατά συστάδες.
Αίσκουλος x σαρκόχρους (Aesculus x carnea)
Υβρίδιο κηπευτικής προελεύσεως που δημιουργήθηκε από διασταύρωση των ειδών Αίσκουλος η ιπποκαστανέα (A hippocastanum) και Αίσκουλος η περιδεής (A.paria). Είναι γνωστό σαν κόκκινη ιπποκαστανέα και έχει ύψος 10-15μ με συμπαγή και στρογγυλωπή μορφή. Τα φύλλα πιο σκούρο και πιο γυαλιστερά από την κοινή ιπποκαστανέα είναι σχετικά μικρά και αποτελούνται από 5 φυλλάρια. Τα λουλούδια ανοιχτοκόκκινα ή ροζ –καρμινόχρωμα εμφανίζονται ενωμένα σε βότρεις μήκους 15-20εκατ μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου. Οι καρποί περιβάλλονται από ένα χαλκοπράσινο περίβλημα χωρίς αγκάθια. Είναι ένα είδος με αργή ανάπτυξη ανθεκτικό στην ξηρασία.
Από τις διάφορες ποικιλίες του αναφέρουμε τη Μελανοπόρφυρο (Atropurpureum), με πορφυρά λουλούδια την Μπριότειος (Briotti) πιο εύρωστη από το τυπικό είδος με κόκκινα λουλούδια και την Όρθια (Erecta) με όρθια λουλούδια.
Αίσκουλος η ετερόχρους (Aesculus discolor)
Είναι δενδρύλλιο που κατάγεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και μπορεί να φτάσει σε ύψος 10μ. Η επάνω επιφάνεια των φύλλων είναι γυαλιστερή ενώ η κάτω καλύπτεται από ελαφρό χνούδι. Παρουσιάζει κίτρινα ή κόκκινα λουλούδια ενωμένα σε φόβες μήκους 15-20 εκατ και παράγει στην συνέχεια καστανόχρωμους καρπούς.
Αίσκουλος η λεία (Aesculus glabra)
Πρόκειται για δενδρύλλια που κατάγεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν ξεπερνά το ύψος των 10μ. Έχει στρογγυλωπή κόμη και σύνθετα φύλλα αποτελούμενα από 5 φυλλάρια που το φθινόπωρο παίρνουν ένα ζωηρό κίτρινο χρώμα. Τα λουλούδια κιτρινοπράσινα εμφανίζονται τον Μαίο. Οι καρποί είναι ωοειδής και χωρίς αγκάθια.
Αίσκουλος η ιπποκαστανέα (Aesculus hippocastanum)
Πρόκειται για την κοινή ιπποκαστανέα ή αγριοκαστανιά ένα θαυμάσιο δέντρο που κατάγεται από τη Μικρά Ασία και τη δυτική Ελλάδα.(Ήπειρο κλπ) Το ύψος της κυμαίνεται κατά μέσο όρο γύρω στα 20-25 μ αλλά μπορεί να φτάσει και τα 40. Ο κορμός είναι εύρωστος συχνά με αυλακώσεις καλυμμένος από λεία φλούδα. Φέρει μάλλον θεαματικούς καστανούς «οφθαλμούς» που στις αρχές της ανοίξεως γίνονται κολλώδεις. Έχει εξάλλου βαθυπράσινα φύλλα αποτελούμενα από 5-7 οδοντωτά φυλλάρια το πιο μεγάλο από τα οποία μπορεί να φτάσει το μήκος των 25 εκατ και το πλάτος των 10εκατ. Κατά το φθινόπωρο τα φύλλα παίρνουν πολύ ζωηρά χρώματα από το έντονο κόκκινο ως το χρυσοκίτρινο και το πορτοκαλί. Τον Μαίο παρουσιάζει άφθονα άσπρα αρωματικά λουλούδια ενωμένα σε όρθιους κωνικούς στόχεις μήκους 20-25 εκατ. Οι καρποί (γνωστοί και σαν ινδικά κάστανα ) μοιάζουν με τα κοινά κάστανα : αποτελούνται από ένα πράσινο αγκαθωτό περίβλημα που περικλείει έναν χοντρό καστανόχρωμο γυαλιστερό σπόρο.
Η ιπποκαστανέα είναι δέντρο με γρήγορη ανάπτυξη : ένα νεαρό φυτό μπορεί να ξεπεράσει τα 50εκατ από τις αρχές της Ανοίξεως ως τις αρχές του καλοκαιριού. Επίσης είναι μακρόβιο δέντρο (μπορεί να ζήσει πάνω από 150χρόνια) Είναι κατάλληλο για πάρκα και κήπους καθώς και για δεντροστοιχίες λεωφόρων.
Από τις διάφορες ποικιλίες του αναφέρουμε τη Μπαουμάνειος (Baumani) με διπλά άσπρα λουλούδια τα οποία διαρκούν περισσότερο από του τυπικού είδους αλλά δεν παράγουν καρπούς και την «Κίτρινη» ποικιλόχρωμη  (Luteo variegata) με φύλλα που έχουν κίτρινες κηλίδες.
Αίσκουλος η ινδική (Aesculus indica).
Ελάχιστα διαδομένο είδος που κατάγεται από τα Ιμαλαία και μπορεί να φτάσει σε ύψος 20μ. Πρόκειται για ανθεκτικό δέντρο με κοντό κορμό και με πολύ αναπτυγμένη «κόμη». Τα φύλλα του αποτελούνται από 9 κρεμάμενα φυλλάρια τα οποία είναι πορτοκαλοκίτρινα στην αρχή και γίνονται στη συνέχεια πράσινα και γυαλιστερά. Τα λουλούδια άσπρα με κίτρινες και κόκκινες αποχρώσεις εμφανίζονται τον Ιούνιο –Ιούλιο ενωμένα σε όρθιες φόβες μήκους 30εκατ και παράγουν γυαλιστερούς, μαύρους και δερματώδεις σπόρους. Το είδος αυτό που είναι αξιοσημείωτο για τη μορφή, το φύλλωμα, την ανθοφορία και την ανθεκτικότητα του θα άξιζε να καλλιεργείται πολύ περισσότερο στα πάρκα και στους λεωφόρους.
Αισκούλος η παραμελημένη (Aesculus neglecta)
Πρόκειται για δενδρύλλιο ύψους 8μ που κατάγεται από τη βόρεια Αμερική. Στο είδος αυτό ανήκει η πολύ γνωστή ποικιλία «Ερυθρόβλαστος» (Erythrovlastos) η οποία είναι περιζήτητη για το ωραίο της φύλλωμα. Τα φύλλα της τα οποία έχουν ένα ανοιχτό ροζ χρώμα στην αρχή ενώ στη συνέχεια γίνονται κιτρινοπράσινα και τέλος τείνουν προς το πορτοκαλί. Το είδος αυτό μπορεί να καλλιεργηθεί τόσο σε μικρούς όσο και σε μεγάλους κήπους.
Αίσκουλος η όκτανδρος (Aesculus octandra).
Το δέντρο αυτό που είναι γνωστό και σαν κιτρινολούλουδη ιπποκαστανέα κατάγεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και μπορεί να φτάσει το ύψος των 30μ. Τα φύλλα του που αποτελούνται από 5-7 φυλλάρια έχουν βαθυπράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια και κιτρινοπράσινο στην κάτω. Τα λουλούδια ωχρά κίτρινα ανοίγουν τον Μαίο –Ιούνιο ενωμένα σε στάχεις και παράγουν στη συνέχεια λείους και σφαιρικούς καρπούς.
Αίσκουλος η ολιγανθής (Aesculus parviflora)
Είναι ένα δενδρύλλιο με θαμνώδη μορφή που κατάγεται από τις νοτιοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες και δεν ξεπερνά το ύψος των 5μ. Από τις ρίζες του αναπτύσσονται πολυάριθμες παραφυάδες. Τα λουλούδια άσπρα και ενωμένα σε πολύ μακριές φόβες ανοίγουν τον Ιούλιο.
Αίσκουλος η περιδεής (Aesculus pavia)
Μικρό δέντρο που κατάγεται από τις νοτιοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες και δεν ξεπερνά το ύψος των 10μ. Έχει βαθυπράσινα φύλλα που αποτελούνται από 5 λεπτά και μυτερά φυλλάρια και κόκκινα λουλούδια ενωμένα σε όρθιους βότρεις που ανοίγουν τον Μαίο –Ιούνιο. Παράγει λείους και ωοειδής καρπούς.
Αίσκουλος η ταραγμένη (Aesculus furbinata)
Δέντρο ύψους 30 περίπου μ που κατάγεται από την Ιαπωνία. Τα φύλλα του αποτελούνται από 7 πολύ μεγάλα φυλλάρια με λαμπερό πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια και ωχροπράσινο στην κάτω που το φθινόπωρο γίνονται πορτοκαλιά. Τα λουλούδια άσπρα με κόκκινες κηλίδες είναι ενωμένα σε κωνικούς βότρεις μήκους 25εκατ. Παρά την ανθεκτικότητα του το είδος αυτό είναι ελάχιστα διαδομένο.
Κατά τον (Δημ. Σ. Καββάδα  Βοτανικόν-Φυτολογικόν Λεξικόν τόμος I, σελίς 141) υπάρχουν και τα εξης είδη.
Αίσκουλος η γεωργιανή (Aesculus Georgiana Sarg).
Θάμνος ιθαγενής των Η.Π.Α 1.5-2.00 μέτρα ύψος με φύλλα παλαμοειδή, με άνθη ερυθρά η κίτρινα.
Αίσκουλος η μακρόσταχυς (Aesculus macrostachya Michx).
Θάμνος ιθαγενής των νοτίων χωρών των 1.5-3.00 μέτρα ύψος με φύλλα παλαμοειδή, με άνθη λευκά. Είδος προς διακόσμησιν πρασιών.
Διά της επιλογής επιτεύθησαν:
Αίσκουλος η πυραμιδοειδής (Aesculus var. Pyramidalis nichols) με κόμην πυραμιδοειδή,
Αίσκουλος η τριχόφυλλος  (Aesculus var. Laciniata letoy),
Αίσκουλος η ομβρελλόμορφος (Aesculus umbraculifera).


Τεχνική της καλλιέργειας
Οι ιπποκαστανέες είναι ανθεκτικές και καλλιεργούνται εύκολα. Φυτεύονται στην οριστική τους θέση από τον Οκτώβριο ως τον Μάρτιο σε οποιοδήποτε έδαφος κήπου (αν είναι δροσερό βαθύ και εύφορο τόσο το καλύτερο) και σε προσήλιες ή μερικώς σκιαζόμενες θέσεις.
Τα γέρικα ή πολύ πυκνά δέντρα του είδους Αίσκουλος η ολιγαθής (A.parviflora) πρέπει να κλαδεύονται τον Φεβρουάριο. Το κλάδεμα αυτό συνίσταται στο κόψιμο των γέρικων κλαδιών σύρριζα στο έδαφος.

Πολλαπλασιαμός
Όλα τα είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν εύκολα με σπόρο. Τα δενδρύλλια καλλιεργούνται σε φυτώριο για 2-3 χρόνια και ύστερα μεταφυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Τα υβρίδια και οι ποικιλίες δεν πρέπει να πολλαπλασιάζονται με σπόρο επειδή τα φυτά που δημιουργούνται μ’αυτό τον τρόπο παρουσιάζουν συνήθως χαρακτηριστικά διαφορετικά από του μητρικού δέντρου. Πολλαπλασιάζονται με εμβολιασμό την άνοιξη με υποκείμενο το είδος Αίσκουλος η ιπποκαστανέα (A.hippocastanum) που είναι ένα απ τα πιο διαδομένο και ανθεκτικά είδη στα κλίματα μας.

| | edit post

Κατάλπα (Catalpa)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011 0 σχόλια


Κατάλπα (Catalpa)

Οικογένεια : Βιγνονιίδες (Bignoniaceae)



Γένος με 11 είδη φυλλοβόλων δέντρων που κατάγονται από την Ασία και την Αμερική και μεταφέρθηκαν στην Ευρώπη πριν από δύο περίπου αιώνες.

Τα περισσότερα απ’αυτά είναι εύρωστα και πολύ ανθεκτικά. Γενικά φτάνουν σε ύψος 15 περίπου μ. και παρουσιάζουν στρογγυλωπή «κόμη» με πολύ πυκνό και διακοσμητικό φύλλωμα. Το καλοκαίρι εμφανίζονται στις άκρες των κλαδιών πολύ διακοσμητικά λουλούδια που παράγουν στη συνέχεια κυλινδρικούς καρπούς οι οποίοι συχνά παραμένουν πάνω στο δέντρο ολόκληρο το χειμώνα. Μπορούν να καλλιεργηθούν μεμονωμένα ή κατά ομάδες ακόμα και στους κήπους των πόλεων καθώς και σε δεντροστοιχίες. Θεραπευόμενον παρ υμίν από πολλού το ξύλον του ελαφρόν πλήν αντέχον εις την υγρασίαν. ( Π.Γ.Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 483 έτος 1914). Δένδρα αναδίδοντα βαρείαν οσμήν δια της τριβής ( Λεξικό Δ. Καββάδα σελίς 1836).    

Είδη και ποικιλίες

Κατάλπα η βιγνονιοειδής (Catalpa bignoides)

Είδος με γρήγορη ανάπτυξη πολύ διαδομένο και γνωστό. Φτάνει σε ύψος 15μ και σε πλάτος («κόμη») 10μ. Ο κορμός του είναι σχετικά κοντός με ξύλο πολύ σκληρό και ανθεκτικό στην υγρασία και ανοιχτοκάστανη φολιδωτή φλούδα.

Έχει μεγάλα καρδιόσχημα και μυτερά ανοιχτοπράσινα φύλλα τα οποία είναι χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια και αναδίδουν όταν τριφτούν μια έντονη δυσάρεστη μυρωδιά. Τον Ιούλιο παρουσιάζει άσπρα λουλούδια με κίτρινες κηλίδες και πορφυρόχρωμο το εσωτερικό τμήμα ενωμένα σε όρθιες φόβες μήκους 20-25εκατ. Οι καρποί έχουν σχήμα κηλινδρικής κάψας μήκους 15-50εκατ και μένουν στο δέντρο σ’ολη τη διάρκεια του χειμώνα. Υπάρχουν διάφορες ποικιλίες από τις οποίες αναφέρουμε τη «Χρυσή» (Aurea) με χρυσοκίτρινα φύλλα, τη «Hochei» με όμορφο ασπροκίτρινο φύλλωμα τη «Νάνα» που φτάνει σε ύψος 6μ και χαρακτηρίζεται από πυκνό και συμπαγές φύλλωμα και στρογγυλωπή «κόμη».

Κατάλπα η μπουνγκειος (Catalpa bungei)

Μικρό δέντρο που κατάγεται από την Κίνα. Φτάνει σε ύψος 5 μόνο μ. Τα φύλλα είναι βαθυπράσινα στην επάνω επιφάνεια και πιο ανοιχτόχρωμα στην κάτω. Τα λουλούδια έχουν άσπρη στεφάνη με κοκκινοπόρφυρες κηλίδες και παρουσιάζονται ενωμένα σε ομάδες μέχρι 12 μαζί.

Κατάλπα η φαργκέσειος (Catalpa fargesii)

Το είδος αυτό παρουσιάζει «βελουδένια» φύλλα και ροζ λουλούδια με μαυριδερές κηλίδες. Η ανθοφορία παρατηρείται τον Μάιο.

Κατάλπα η υβριδιακή (Catalpa hybrida)

Πρόκειται για είδος εξαιρετικά εύρωστο. Η ποικιλία «Πορφυρή» («Purpurea») έχει πολύ διακοσμητικό σκούρο κόκκινο –πορφυρό φύλλωμα.

Κατάλπα η κομψή (Catalpa speciosa) (Western Catalpa )

Είναι το πιο μεγάλο είδος του γένους μπορεί να φτάσει σε ύψος 40μ. Καλλιεργείται κυρίως για το ξύλο του που είναι πολύ ανθεκτικό στην υγρασία. Ο κορμός καλύπτεται από κοκκινωπό φολιδωτό φλοιό. Τα φύλλα μήκους 30 περίπου εκατ. είναι γυαλιστερά στην επάνω επιφάνεια και χνουδωτά στην κάτω. Τα άσπρα λουλούδια εμφανίζονται τον Ιούνιο-Ιούλιο.



Τεχνική της καλλιέργειας

Οι κατάλπες φυτεύονται το φθινόπωρο ή τον Μάρτιο σε όλα τα εύφορα και κάπως υγρά εδάφη και σε ηλιόλουστες απάνεμες θέσεις. Δεν αντέχουν σε ξερά εδάφη και ψυχρά κλίματα ενώ η ανθοφορία μπορεί να καταστραφεί από τους πολύ δυνατούς ανέμους. Αν το έδαφος δεν είναι κατάλληλο τα φύλλα έχουν την τάση να κιτρινίζουν ή να παίρνουν ένα σκούρο χρώμα.

Πολλαπλασιασμός

Οι κατάλπες μπορούν να πολλαπλασιαστούν με σπόρους. Η σπορά γίνεται την άνοιξη κατά προτίμηση σε ψυχροστρωμνή. Αν έχουν χρησιμοποιηθεί πολύ ώριμοι σπόροι θα βλαστήσουν σε 2-3 εβδομάδες. Τα μικρά φυτά φτάνουν μέσα σ’ένα χρόνο σε ύψος 50 περίπου εκατ και μεταφυτεύονται στη συνέχεια σε φυτώριο. Οι σπόροι πρέπει να συγκομίζονται από φυτά ηλικίας 30 τουλάχιστον χρόνων αφού ωριμάσουν καλά. Αφήνονται να ξεραθούν και διατηρούνται σε στεγνό περιβάλλον κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Οι κατάλπες μπορούν να πολλαπλασιαστούν και με μοσχεύματα μήκους 8-10 εκατ που λαμβάνονται από ημιώριμους βλαστούς μαζί μ’ένα τμήμα του παλιότερου κλαδιού και φυτεύονται τον Ιούλιο-Αύγουστο σ’ένα μείγμα από τύρφη και άμμο σε ίσα μέρη. Όταν ριζώσουν μεταφυτεύονται σε γλάστρες γεμάτες με κοινό χώμα τύρφη και άμμο και διατηρούνται σε ψυχρό κασόνι όλο το χειμώνα. Τον Απρίλιο του επόμενου χρόνου μεταφέρονται σε φυτώριο όπου διατηρούνται για 2-3 χρόνια και στη συνέχεια φυτεύονται στην οριστική τους θέση.

Ασθένειες και παράσιτα

Οι κατάλπες μπορούν να προσβληθούν από τα κοκκοειδή (ψώρες) που μπορούν να καταπολεμηθούν με διάφορους τρόπους όπως με υποκαπνισμούς υδροκυάνιου (η εφαρμογή του όμως είναι επικίνδυνη για τον ερασιτέχνη κηπουρό) ή με γαλακτοματοποιήσιμο θερινό πολτό σε δόση 2%.

| | edit post

Κράταιγος (Crataegus)

Κράταιγος (Crataegus)
Οικογένεια: Ροδίδες (Rosaceae)
Κοινά ονόματα διάφορων ειδών αυτού του γένους:
μουρτζιά, τρικουκιά, μουμουτζελιά, κονδουμηλιά, μοσχοφιλιά


<< Πλήθει δε πολύ κραταιγός εστίν, οι δε κραταιγόνα καλούσιν, έχει δε το μέν φύλλων όμοιον μεσπίλη τετανόν, πλήν μείζον εκείνου και πλατύταιρον η προμηκέστερον, τον δε χαραγμόν ούκ έχον ώσπερ εκείνο, γίνεται δε το δέντρον ούτε μέγα λίαν ούτε παχύ, το δε ξύλον ποικίλον ισχυρόν ξανθόν έχει δε φλοιόν λείον όμοιον μεσπίλη μονόρριζον δ΄εις βάθος ως επί το πολύ, καρπόν δ΄έχει στρογγυλόν ηλίκον ο κότινος πεπαινόμενος δε ξανθύνεται και επιμελαίνεται κατά δε την γεύσιν και τον χυλόν μεσπιλώδες διόπερ οίον αγρία μεσπίλη δόξειεν αν είναι, μονοειδές δε και ουκ έχον διαφοράς >>. Θεόφραστος. Περί φυτών ιστορίας Γ΄ κεφ. XVI  .

Ο κράταιγος είναι πολύ συνηθισμένο δέντρο. Μερικοί τον ονομάζουν κραταιγόνα. Τα φύλλα του είναι λεία, όπως της μεσπολιάς, αλλά μακρύτερα από εκείνης και το πλάτος τους είναι μεγαλύτερο από το μήκος τους, ενώ δεν είναι οδοντωτά όπως εκείνης. Το δέντρο δεν γίνεται πολύ ψηλό ούτε χονδρό το ξύλο του είναι διάστικτο, γερό και ξανθό έχει λείο φλοιό σαν της μεσπολιάς και συνήθως μία μόνο ρίζα, που πηγαίνει βαθιά. Ο καρπός είναι στρογγυλός και έχει το μέγεθος της άγριας ελιάς, καθώς ωριμάζει, γίνεται καστανωπός και μαυρίζει, ενώ στη γεύση  και στο άρωμα μοιάζει με τον καρπό της μεσπολιάς, γι αυτό μοιάζει να είναι ένα είδος άγριας ποικιλίας αυτού του δέντρου. Υπάρχει μόνο ένα είδος και δεν παρουσιάζει διαφορές.

Κατά τους Σπρέγγελ και Φράας ο κράταιγος του Θεόφραστου πρέπει να αναφέρεται είς κράταιγον τον Αζαρόλον. ( Π.Γ.Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 553 έτος 1914)         

Γένος που περιλαμβάνει 200 είδη ανθεκτικών δέντρων και θάμνων.  Είναι πολύ διαδομένα σ’ ολόκληρο τον κόσμο και ιδιαίτερα στις εύκρατες χώρες της βόρειας Αμερικής, της Ευρώπης και της Ασίας.  Έχουν αγκαθωτά κλαδιά και τα περισσότερα είδη είναι φυλλοβόλα (πολύ σπάνια ημιαειθαλή).  Τα φύλλα ορισμένων ειδών παίρνουν το φθινόπωρο πολύ όμορφες αποχρώσεις.  Τα λουλούδια τους, που σχεδόν πάντα εμφανίζονται την άνοιξη, είναι λευκά, ροζ ή κόκκινα, έχουν 5 πλατιά πέταλα και σχηματίζουν σύνθετους κορύμβους.  Κατά το τέλος του καλοκαιριού – αρχές φθινοπώρου παράγουν στρογγυλωπούς καρπούς, που μοιάζουν με φουντούκια.  Συνήθως έχουν ένα έντονο κόκκινο χρώμα και, μερικές φορές, μαύρο ή κίτρινο.  Οι κράταιγοι είναι περιζήτητοι για το ωραίο τους φύλλωμα και την πλούσια ανθοφορία τους.  Φυτεύονται μεμονωμένοι μέσα σε χλοοτάπητες πολλοί μαζί, κατά μήκος των δρόμων.  Επίσης, αν φυτευτούν με τον κατάλληλο τρόπο. σχηματίζουν πυκνούς φυσικούς φράχτες.  Ιδιαίτερα κατάλληλα γι’ αυτή τη δουλειά είναι τα αγκαθωτά είδη, όπως: Κράταιγος ο οξύκανθος (Crataegus oxycantha) κοινώς μουρτζιά και ο Κράταιγος ο μονόγυνος (Crataegus monogyna).  Κατά κανόνα παρουσιάζουν αργή ανάπτυξη, αλλά όλα τα είδη είναι εξαιρετικά εύρωστα και ανθεκτικά στους καπνούς και τα καυσαέρια των πόλεων, καθώς και στους ανέμους.  Εξάλλου προσαρμόζονται σχεδόν σε όλα τα εδάφη.  Μερικά είδη όπως ο Κράταιγος ο αζαρόλος (Crataegus azarolus) και ο Crataegus texocoti, παράγουν καρπούς.  Οι κράταιγοι χρησιμοποιούνται και σαν υποκείμενα για τον εμβολιασμό οπωροφόρων, όπως η αχλαδιά.

Είδη και ποικιλίες

Κράταιγος ο αζαρόλος (Crataegus azarolus), κοινώς κουδομηλιά (Κρήτη).  Πρόκειται για οπωροφόρο δέντρο, που κατάγεται από τη Μικρά Ασία και τη βόρεια Αφρική.  Φτάνει σε ύψος 5-8 μ. και σε διάμετρο 3-4 μ.  Έχει ωοειδή – σφηνοειδή, χνουδωτά φύλλα, με βαθιές εντομές, γκριζοπράσινο χρώμα και μικρό μίσχο.  Τα λουλούδια, σε άσπρο χρώμα, εμφανίζονται ενωμένα σε κορύμβους και στη συνέχεια παράγουν ωοειδείς ή στρογγυλωπούς καρπούς, που μοιάζουν με μικρά μήλα, σε κίτρινο ή πορτοκαλοκόκκινο χρώμα.  Πρόκειται για δέντρο εξαιρετικά ανθεκτικό.
Κράταιγος ο χρυσόκαρπος (Crataegus chrysocarpa).  Φτάνει σε ύψος 5 μ. και παράγει λευκά λουλούδια και κόκκινους καρπούς.  Η ποικιλία «Φοινικική» (“Phoenica”) έχει μεγαλύτερους καρπούς.
Κράταιγος ο κοκκινωπός (Crataegus coccinea).  Μικρό δενδρύλλιο που φτάνει σε ύψος και πλάτος 4-7 μ.  Κατάγεται από τη βόρεια Αμερική.  Έχει πολύ απλωτή «κόμη», αγκαθωτά κλαδιά και ωοειδή ή ρομβοειδή έλλοβα φύλλα, με οδοντωτές παρυφές.  Το φύλλωμα, σε λαμπερό βαθυπράσινο χρώμα, παίρνει το φθινόπωρο έντονες κόκκινες αποχρώσεις.  Κατά τον Μάιο παρουσιάζει λευκά λουλούδια, που σχηματίζουν μεγάλους κορύμβους (πλάτους 5-8 εκατ.) και στη συνέχεια παράγει στρογγυλωπούς, κόκκινους καρπούς.
Κράταιγος ο αλεκτωρόπληκτρος (Crataegus crus-galli).  Το δενδρύλλιο αυτό, που κατάγεται από τη βορειοανατολική Αμερική, χαρακτηρίζεται και σαν δέντρο, επειδή συχνά παίρνει αρκετά μεγάλες διαστάσεις.  Για την ακρίβεια, μπορεί να φτάσει σε ύψος 10 μ. και σε διάμετρο 4-7 μ.  Έχει απλωτή «κόμη» με ακανόνιστα κι αγκαθωτά κλαδιά και ωοειδή, βαθυπράσινα φύλλα, με οδοντωτές παρυφές, που παίρνουν το φθινόπωρο ένα όμορφο κόκκινο χρώμα.  Τον Ιούνιο παρουσιάζει άσπρα λουλούδια, ενωμένα σε μεγάλους κορύμβους.  Οι καρποί έχουν κόκκινο χρώμα και διατηρούντι ολόκληρο το χειμώνα.  Το είδος αυτό χρησιμοποιείται συχνά για πυκνές περιφράξεις, γιατί τα αγκαθωτά κλαδιά του σχηματίζουν πραγματικά αδιαπέραστους φράχτες.  Από τις πιο γνωστές ποικιλίες του είδους είναι η «Ιτεόφυλλη» (“Salicifolia”), εξαιρετικά διακοσμητική, χάρη στη λυγερή και κομψή της εμφάνιση.
Κράταιγος ο ξανθός (Crataegus flava).  Είδος με πολύ μικρές διαστάσεις, λευκά λουλούδια και κίτρινους καρπούς.  Σ’ αυτό ανήκει και η ποικιλία «Λαβωτή» (“Labata”).
Κράταιγος ο λείος (Crataegus laevigata).  Θάμνος που κατάγεται από την Ευρώπη και μοιάζει με τον άγριο κράταιγο.  Οι πιο διαδομένες ποικιλίες του είναι η «Πλήρης» (“Plena”) με διπλά λευκά λουλούδια και η «Ερυθρή» (“Punicea”) με ερυθρά λουλούδια.
Υβρίδιο Crataegus x lavallei.   Το είδος αυτό, που ονομάζεται και Crataegus x carrierei, είναι ένα μικρό δέντρο που προέρχεται από τη διασταύρωση του Κράταιγου του αλεκτωρόπληκτρου (Crataegus crus-gallii) και του Κράταιγου του χνοώδους (Crataegus pubescens stipulata).  Φτάνει σε ύψος 4-6 μ. και σε διάμετρο 3-4.5 μ. κι έχει πολλές αγκαθωτές διακλαδώσεις.  Τα φύλλα του, σε ωοειδές – ελλειψοειδές σχήμα και λαμπερό βαθυπράσινο χρώμα, διατηρούνται μέχρι τον Δεκέμβρη.  Τα λουλούδια, που εμφανίζονται τον Μάιο – Ιούνιο, έχουν άσπρο χρώμα και σχηματίζουν όρθιους κορύμβους.  Κατά τον Σεπτέμβριο – Οκτώβριο ωριμάζουν οι καρποί, που έχουν πορτοκαλοκόκκινο χρώμα και διατηρούνται για πολύ καιρό.
Κράταιγος ο μεξικανικός (Crataegus mexicana).  Δέντρο με αρκετά μεγάλες διαστάσεις, που παράγει μεγάλους εδώδιμους καρπούς.
Κράταιγος ο μονόγυνος (Crataegus monogyna).  Συμπαγής, αγκαθωτός θάμνος με πολλά κλαδιά, που είναι ιδιαίτερα διαδομένος στην Ευρώπη.  Φτάνει σε ύψος 5-7 μ. και σε διάμετρο 4-6 μ.  Έχει έλλοβα φύλλα με οδοντωτές παρυφές και λαμπερό, ανοιχτοπράσινο χρώμα.  Ανθίζει τον Μάιο.  Τα λουλούδια, άσπρα και αρωματικά, σχηματίζουν μεγάλους κορύμβους (5-8 εκατ.) που σκεπάζουν κυριοκεκτικά τα κλαδιά.  Το φθινόπωρο παράγει κόκκινους καρπούς.  Από τις διάφορες ποικιλίες του είδους αναφέρουμε: τη «Διανθή» (“Biflora”) που στα ήπια κλίματα παρουσιάζει και δεύτερη ανθοφορία κατά τον Νοέμβριο – Μάρτιο, τη “Stricta” ή “Fastigata” με όρθιους βλαστούς, τη «Ρόδινη» (“Rosea”) με ροζ ή κόκκινα, συχνά διπλά λουλούδια, και τη “Rubro Plena” που μοιάζει με την προηγούμενη.
Κράταιγος ο ανατολικός (Crataegus orientalis).  Μεγάλος θάμνος ύψους 4 μ., με λευκά λουλούδια και άφθονους, εξαιρετικά διακοσμητικούς, ανοιχτοκόκκινους καρπούς.  Συνήθως καλλιεργείται η ποικιλία «Αιματώδης» (“Sanguinea”).
Κράταιγος ο οξυάκανθος (Crataegus oxyacantha).  Το είδος αυτό είναι γνωστό και σαν Κράταιγος ο οξυανθοειδής (Crataegus oxyacanthoides) ή Κράταιγος ο λείος (Crataegus laevigata).  Πρόκειται για αγκαθωτό θάμνο ή δενδρύλλιο, διαδομένο σ’ όλη την Ευρώπη.  Μπορεί να φτάσει σε ύψος 2-8 μ. ενώ η διάμετρός του κυμαίνεται γύρω στο 1-15 μ.  Έχει έλλοβα, ωοειδή, αναοιχτοπράσινα φύλλα και άσπρα λουλούδια, που ανοίγουν τον Μάιο ενωμένα σε κορύμβους, πλάτους 5-8 εκατ.  Έχει ωοειδείς, ερυθρόχρωμους καρπούς, που ωριμάζουν το φθινόπωρο.  Η διασταύρωση του είδους αυτού με τον Κράταιγο το μονόγυνο (Crataegus monogyna) έχει δώσει διάφορα υβρίδια, από τα οποία αναφέρουμε τα εξής: «Χρυσή» (“Aurea”) με κίτρινους καρπούς, “Coccinea Plena” ή “Pauls double scarlet thorn” με διπλά, άλικα λουλούδια, “Plena” με διπλά, λευκά λουλούδια, “Punicea” ή “Coccinea” με πορφυρά, μονά λουλούδια, Rosea” με απλά ροζ λουλούδια, και η “Rosea Pleno­flore” με διπλά ρόδινα λουλούδια.
Κράταιγος ο ποδισκοφόρος (Crataegus pedicellata).  Χαμηλό δέντρο ύψους 7-8 μ., με πολύ μακριά αγκάθια και πλατιά φύλλα.  Έχει λευκά λουλούδια και ζωηρόχρωμους κόκκινους καρπούς.  Η ποικιλία “Ellwangeria” έχει μικρότερες διαστάσεις από το τυπικό είδος.
Κράταιγος φαινόπυρος (Crataegus phoenopyrum).  Μικρός θάμνος που δεν ξεπερνά σε ύψος τα 3 μ.  Έχει αγκαθωτά κλαδιά, καρδιόσχημα φύλλα και άσπρα λουλούδια.  Παράγει κόκκινους, πολύ διακοσμητικούς καρπούς, που διατηρούνται πάνω στο θάμνο ολόκληρο το χειμώνα.
Κράταιγος ο πτεροειδής (Crataegus pinnatifida).  Φτάνει σε ύψος 6 μ. και εμφανίζει άφθονα, άσπρα λουλούδια.  Δεν έχει αγκάθια.  Η ποικιλία “Psilosa” παρουσιάζει όψιμη ανθοφορία.
Υβρίδιο Κράταιγος x προυνόφυλλος (Crataegus x prunifolia).  Δέντρο που προέρχεται μάλλον από διασταύρωση του Κράταιγου του αλεκτωρόπληκτρου (Crataegus crus-galli) και του Κράταιγου του μακρανθού (Crataegus macracantha) ή του Κράταιγου του χυμώδους (Crataegus succulenta).  Φτάνει σε ύψος 5-9 μ., ενώ η διάμετρος της «κόμης» του κυμαίνεται γύρω στα 4-6 μ.  Έχει αγκαθωτά κλαδιά και συμπαγή εμφάνιση.  Τα φύλλα του, ωοειδή και λαμπερά, παίρνουν το φθινόπωρο κοκκινωπές και πορτοκαλιές αποχρώσεις.  Ανθίζει τον Ιούνιο.  Τα λουλούδια του, σε άσπρο χρώμα, σχηματίζουν μεγάλους κορύμβους πλάτους 5-8 εκατ.  Παράγει ερυθρούς καρπούς, που διατηρούνται πάνω στο δέντρο μέχρι το χειμώνα.

Τεχνική της καλλιέργειας
Οι κράταιγοι δεν έχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις σχετικά με τη φύση του εδάφους.  Ευδοκιμούν σε όλα τα εδάφη, είτε αυτά είναι άγονα και βραχώδη είτε υγρά και δροσερά.  Επίσης αντέχουν πολύ, τόσο στην υγρασία όσο και στην ξηρασία.  Φυτεύονται το φθινόπωρο ή στις αρχές της άνοιξης, σε μέρη προσήλια ή ελαφρά σκιαζόμενα.  Κατά τη μεταφύτευση καλό θα είναι να προστίθεται στο έδαφος λίγο φυλλόχωμα.  Επίσης αργότερα, όταν βλαστήσει το φυτό, είναι απαραίτητη η χορήγηση ενός υγρού λιπάσματος.

Πολλαπλασιασμός
Όλα τα είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν με σπόρο.  Μόλις ωριμάσουν οι καρποί μαζεύετε τους σπόρους και τους στρωματώνετε για 18 μήνες.  Στη συνέχεια, κατά τον Φεβρουάριο-Μάρτιο, τους σπέρνετε στο ύπαιθρο.
Μερικά είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν και μ’ εμβολιασμό.  Τα είδη αυτά είναι ο Κράταιγος ο αζαρόλος (C. azarolus), ο Κράταιγος ο κόκκινος (C. coccinea), ο Crataegus lavallei και ο Crataegus x prinifolia.  Ο εμβολιασμός γίνεται πάνω στον Κράταιγο τον αλεκτωρόπληκτρο ή στον Κράταιγο τον οξυάκανθο, με «κοιμώμενο οφθαλμό» κατά τον Ιούλιο – Αύγουστο ή με κεντράδι, κατά τον Φεβρουάριο – Μάρτιο.  Επίσης τα είδη Κράταιγος ο μονόγυνος (Crataegus monogyna) και Κράταιγος ο οξυάκανθος (Crataegus oxyocantha) μπορούν να εμβολιαστούν πάνω στα τυπικά είδη, με κεντράδι, την άνοιξη ή με «μάτι» το καλοκαίρι.

Κλάδεμα
Γενικά οι κράταιγοι δεν έχουν ανάγκη από τακτικό κλάδεμα.  Ωστόσο καλό θα είναι να τους κλαδεύει κανείς αρκετά συχνά, γιατί διαφορετικά παίρνουν ακανόνιστο σχήμα.  Αντίθετα με τα μεμονωμένα δέντρα, τα είδη που χρησιμοποιούνται για να σχηματίζουν φυσικούς φράχτες πρέπει να κλαδεύονται τακτικά, από τον Ιούλιο μέχρι τον Μάρτιο.  Μερικές φορές τα δέντρα παρουσιάζουν μια απογύμνωση στο κάτω μέρος τους, οπότε καλό είναι να κλαδεύονται «αυστηρά» στη βάση, σε μικρό χρονικό διάστημα, γιατί έτσι αναπτύσσονται νέοι και εύρωστοι βλαστοί.  Στον Κράταιγο τον αζαρόλο (C. azarolus) η βλάστηση έχει την τάση να μετατοπίζεται προς τις άκρες των κλαδιών, γι’αυτό και πρέπει να γίνονται τακτικά κλαδέματα επιστροφής.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Πολλές ασθένειες προσβάλλουν τα δέντρα του γένους αυτού.  Η βακτηρίωση προσβάλλει τα λουλούδια, που μαραίνονται και μαυρίζουν και τα κλαδιά, που σιγά-σιγά ξεραίνονται.  Η καταπολέμηση γίνεται με ψεκασμούς (με χαλκούχα μυκητοκτόνα φάρμακα), αλλά το καλύτερο είναι να επιδιώκεται η πρόληψη της ασθένειας.  Για να εμποδίσετε την εξάπλωσή της θα πρέπει ν’ απολυμαίνετε τα νεαρά, κυρίως, δενδρύλλια και να καλλιεργείτε ορθολογικά τα μεγάλα δέντρα.
Άλλη ασθένεια αρκετά διαδομένη είναι η σηψιρριζία, που προκαλεί την ταχεία αποξήρανση του δέντρου.  Επειδή η καταπολέμηση της ασθένειας αυτής είναι δύσκολη (σχεδόν αδύνατη), γι’ αυτό καλύτερα να ξεριζώνετε τα άρρωστα δέντρα και, στη συνέχεια, ν’ απολυμαίνετε το έδαφος με διάλυμα φορμόλης, σε ποσοστό 2%.
Επίσης οι κράταιγοι προσβάλλονται και από το ωίδιο, που προκαλεί την εμφάνιση μιας άσπρης σκόνης πάνω στα φύλλα.  Καταπολεμάται με θειούχα φάρμακα.  Επίσης μια αρκετά διαδομένη ασθένεια είναι η σκωρίαση, που προσβάλλει τους νεαρούς, κυρίως, βλαστούς και εκδηλώνεται με τη μορφή πορτοκαλοκίτρινων φλυκταινών πάνω στα φύλλα και τους βλαστούς.  Η καταπολέμηση γίνεται με χαλκούχα μυκητοκτόνα ή με φάρμακα που περιέχουν ψευδάργυρο.


Ροβινία-Ροβίνια (Robinia)

Ροβινία-Ροβίνια (Robinia)
Γαλλ. Robinier, Acacia η Faux Acacia, Αγγλ. Locust-Tree
Οικογένεια : Ψυχανθή ή Παπιλιονίδες (Papilionaceae)
Κοινά ονόματα : ακακία, σαλκίμι (Β.Ελλάδα), ψευδακακία
Γένος που περιλαμβάνει 20 είδη δέντρων και θάμνων φυλλοβόλων πολύ ανθεκτικών κα διακοσμητικών. Οι ροβινίες μπορούν να φτιάξουν σε ύψος 25μ και έχουν συνήθως όρθιο και λυγερό κορμό με διάμετρο 80περίπου εκατ.
Οι διακλαδώσεις πολύ μικρότερων διαστάσεων είναι συνεστραμμένες και γωνιώδεις ενώ η κόμη παρουσιάζεται ασύμμετρη και όχι πυκνή. Τα φύλλα είναι περιττόληκτα πτερωτά και αποτελούνται από 7 ως 21 μικρά ωοειδή φυλλάρια με ακέραιες παρυφές και υποκύανο χρώμα στην επάνω επιφάνεια και ωχροπράσινο στην κάτω. Οι παραφυάδες και τα νεαρά δενδρύλλια είναι εφοδιασμένα με σκληρά και μυτερά αγκάθια (που στην πραγματικότητα είναι μεταμορφωμένα παράφυλλα) τα οποία όμως μπορούν να παραμείνουν για αρκετά χρόνια πάνω στο δέντρο με αποτέλεσμα να καθιστούν δύσκολη τη χρησιμοποίηση των κορμών και των κλαδιών.
Τα λουλούδια συνήθως άσπρα και πολύ αρωματικά είναι ενωμένα σε μακριούς κρεμάμενους βότρεις που ανοίγουν από τον Μαίο ως τον Ιούλιο. Είναι πολύ πλούσια σε νέκταρ γι αυτό και τα επισκέπτονται οι μέλισσες που παράγουν ένα μέλι (αρκετά καλό αν είναι αγνό) ρευστό, διάφανο και αρωματικό. Οι καρποί σχηματίζονται μετά την ανθοφορία είναι σκουρόχρωμοι, συμπιεσμένοι και δερματώδεις λοβοί μήκους 5-10 εκατ που περιέχουν 10 περίπου μικρούς, μαύρους, γυαλιστερούς σπόρους.
Εισήχθη κατά τον (Π. Γ. Γεννάδιο Λεξικόν φυτολογικόν σελίς 829), στην Ευρώπη το 1637 από τον Γάλλο Robin τότε Διευθυντή του Jardin des Plantes στο Παρίσι.
Είδη και ποικιλίες
Ροβινία η τριχωτή η χνοώδης (Robinia hispida).
Θαμνώδες είδος που είναι γνωστό και σαν ροζ ακακία που κατάγεται από τη Φλόριντα και τη Βιρτζίνια. Έχει μακριά και εύθραυστα κλαδιά σκεπασμένα μ ένα σκληρό, κοκκινωπό χνούδι. Τα φύλλα αποτελούνται από 10-15 φυλλάρια ενώ τα λουλούδια μεγάλα και ενωμένα σε μακριούς, μασχαλιαίους βότρεις έχουν φωτεινό ροζ χρώμα.
Από τις διάφορες ποικιλίες του είδους αυτού αναφέρουμε τη «Γόνιμη»(Fertillis) με έντονα ροζ λουλούδια. Τη Γόνιμη- Μνημείο (Fertilis Monument) με κλαδιά σε σχήμα πυραμίδας και ροζ –λιλά λουλούδια . Τη Μεγανθή (Grandflora) με πολύ μεγάλα ροζ λουλούδια και τη Μακρόφυλλη (Macriphylla) με γρήγορη ανάπτυξη.
Ροβινία η ψευδακακία (Robinia pseudoacacia).
To είδος αυτό που κατάγεται από τις ανατολικές περιοχές των Η.Π.Α. έχει μια εκπληκτική διάδοση στην Ευρώπη όπου βρήκε ένα κλίμα ακόμα πιο ευνοϊκό απ’ότι στους τόπους της καταγωγής του. Προσαρμόστηκε τόσο πολύ στα κλίματα της Ευρώπης ώστε σήμερα μπορεί να το βρεί κανείς σε διάφορα μέρη ακόμα και σαν ζιζάνιο. Επίσης έχει διαδοθεί μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα στη βόρεια Αφρική και στις εύκρατες ζώνες της Ασίας. Φτάνει σε ύψος 20-25μ και έχει όρθιο κορμό, καστανόχρωμο φλοιό με βαθιές σχισμές και αγκαθωτά κλαδιά. Τα φύλλα αποτελούνται από 17-23 ωοειδή φυλλάρια ενώ τα λουλούδια άσπρα και αρωματικά είναι ενωμένα σε βότρεις. Από το είδος αυτό προέρχονται οι ποικιλίες όπως η Μπεσονιάνα (Bessoniana) με συμπαγή σφαιρική κόμη και μικρά αγκάθια η Ντεκαισνεάνα (Decaisneana) εύρωστη με πλούσια ανθοφορία και χαριτωμένους βότρεις με ροζ λουλούδια η Μιμοζόφυλλος (Mimosaefolia) με εμφάνιση θάμνου και αργή ανάπτυξη, κλαδιά λεπτά ανοιχτά και πολύ λεπτά φύλλα η Πυραμιδοειδής (Pyramidallis) που μοιάζει σαν λεύκα χωρίς αγκάθια μάλλον εύθραυστη η Αειανθής (Semperflorens) εύρωστη σχεδόν χωρίς αγκάθια με άσπρα λουλούδια που διατηρούνται όλο το καλοκαίρι. Ιδιαίρερη ποικιλία είναι η σκιαδιοφόρος var. Umbraculifera με κόμη σφαιρική ελαφρά συμπιεσμένη πολυάριθμες διακλαδώσεις και χωρίς αγκάθια κατάλληλη για δεντροστοιχίες γνωστή στους από Κωνσταντινούπολη πρόσφυγες ως ομπρέλα ρεμοκλαδής ( var. Pendula ). Άλλες ποικιλίες κατά τον Δ. Καββάδα (Βοτανικό Φυτολογικό Λεξικό  σελίς 3420), είναι η Ροβίνια η Ουλρικιάνειος ( Urliciana), η Ούλη (Crispa), η Πορφυρά (Purpurea) και τέλος η Μονόφυλλη (Monophylla) που παρά το όνομα της τα φύλλα της αποτελούνται από 3 ή 5 περιττόληκτα φτερωτά φυλλάρια. Το είδος Robinia Pseudoacacia Casque Rouge είναι ίσως η ποικιλία με την ωραιότερη ανθοφορία με άνθη ροζ-μωβ χρώματος. Επίσης υπάρχουν και μερικές ποικιλίες που καλλιεργούνται για το φύλλωμα τους όπως η Χρυσή (Aurea) με κίτρινα φύλλα.
Τεχνική της καλλιέργειας
Η ροβίνια προσαρμόζεται εύκολα σε οποιοδήποτε έδαφος με εξαίρεση τα τυρφώδη και εκείνα που έχουν υπερβολικό ενεργό ασβέστιο. Αγαπάει τις προσήλιες θέσεις και είναι ανθεκτική στο κρύο. Η βλαστητική της περίοδος αρχίζει μάλλον αργά στα μέσα της ανοίξεως και αποβάλλει τα φύλλα της νωρίς το φθινόπωρο. Συνήθως δεν χρειάζεται ποτίσματα και αντέχει στην ξηρασία επειδή οι ρίζες της φτάνουν σε βάθος 7-8μ.
Πολλαπλασιασμός
Η εξαιρετικά μεγάλη ικανότητα της ροβινίας να βγάζει κλαδιά από τα κούτσουρα και παραφυάδες από τη ρίζα της επιτρέπει να πολλαπλασιάζεται μόνη της και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που είναι δύσκολο να ελέγξει κανείς την εξάπλωση της όταν βρεθεί σε κατάλληλο περιβάλλον. Μπορείτε να φυτέψετε παραφυάδες ή μοσχεύματα που τα έχετε τοποθετήσει για ριζοβόληση τον προηγούμενο χρόνο.
Για τον πολλαπλασιασμό των ποικιλιών όμως χρησιμοποιείται συνήθως εμβόλιο με μάτι ή με εγκεντρισμό πάνω στο είδος Ροβινία ή ψευδοκακία που προέρχεται από σπόρο (ο εμβολιασμός γίνεται την άνοιξη ή τον χειμώνα)
Η σπορά γίνεται την άνοιξη σε καλοδουλεμένο χώμα στα πεταχτά ή σε μικρούς λάκκους. Η ανάπτυξη των δενδρυλλίων είναι εξαιρετικά γρήγορη.

ΑΛΒΙΖΙΑ (Albizzia)

ΑΛΒΙΖΙΑ (Albizzia)
Οικογένεια : Μιμοζίδες (Mimosaceae)
Κν. Ακακία Κωνσταντινουπόλεως γκιουλμπρισίμι

Γένος που περιλαμβάνει περισσότερα από 100 είδη  διακοσμητικών δέντρων και θάμνων με πολύ ελαφρό φύλλωμα και λουλούδια άσπρα, ροζ ή κίτρινα που εμφανίζονται το καλοκαίρι.  Τα δέντρα αυτά που κατάγονται από τις τροπικές και εύκρατες περιοχές της Ασίας και της Κεντρικής Αμερικής δεν είναι πολύ ανθεκτικά και μπορούν κατά συνέπεια να καλλιεργηθούν στο ύπαιθρο μόνο στις περιοχές με ήπιο κλίμα.

Είδη και ποικιλίες

Αλβιζία ή ροδομέταξος η γκιουλμπρισίμι (Albizzia julibrissin).Ορθότερον (κατά τον Π.Γ. Γεννάδιο Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 40) Albizzia Ghul-ibirshim. Acacia η Mimosa de Constantinople. Γνωστή και με το όνομα κινέζικη ακακία και Ακακία η γιουλιβρισίμη (Acacia julibrissin) είναι το είδος που καλλιεργείται περισσότερο στα κλίματα μας. Κατάγεται από την Μέση Ανατολή και από την υποτροπική Αφρική. Πρόκειται για δέντρο που μπορεί να ξεπεράσει ακόμα και τα 10μ. Το καλοκαίρι παράγει βότρεις, με ρόζ λουλούδια. Είναι το πιο ανθεκτικό στο κρύο είδος.

Αλβιζία η λεββέκειος (Albizzia lebbeck).Γνωστή και σαν έβενος της Ανατολής μπορεί να φτάσει το ύψος των 30μ. Παρουσιάζει ταξιανθίες όμοιες με του προηγούμενου είδους αλλά σε κίτρινο χρώμα.

Αλβιζία η λοφανθής (Albizzia lophantha).Συν. Ακακία η λοφανθής (Acacia lophantha). Δενδρύλλιο που μπορεί να φτάσει το ύψος των 6μ. Τα λουλούδια είναι ενωμένα σε κιτρινωπούς βότρεις μήκους 5 περίπου εκατ. Προέρχεται από την Αυστραλία και δεν είναι ανθεκτικό είδος γι’αυτό καλλιεργείται μόνο στις πιο ζεστές περιοχές.

Άλλα είδη αναφορικά είναι η Αλβιζία η Γλυκεία ( pithecolobium η inga dulcis) Αλβιζία η Σαμάν (pithecolobium Saman – Rain tree Saman η guango), Αλβιζία η Ραδινή (procera η elata) (Π.Γ. Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 40)


Τεχνική της καλλιέργειας

 Η Aλβιζία δεν χρειάζεται ιδιαίτερες φροντίδες αλλά λόγω της προελεύσεως της θα πρέπει να φυτεύεται σε ζεστές και ηλιόλουστες θέσεις αν και όχι πολύ ξερές. Μπορεί να παγώσει κατά τις πιο ψυχρές περιόδους. Τα καλύτερα εδάφη είναι τα ελαφρά όξινα εύφορα και με καλή αποστράγγιση. Το φύτεμα γίνεται τον Οκτώβριο ως τον Μάρτιο.

Πολλαπλασιασμός

Ανάλογα με τα είδη ο πολλαπλασιασμός με σπόρο είναι περισσότερο ή λιγότερο εύκολος. Μετά το φύτρωμα για τα περισσότερα είδη συνιστάται η προστατευμένη καλλιέργεια σε θερμοκήπιο για μερικούς μήνες πριν από το οριστικό φύτεμα στο ύπαιθρο. Μπορεί να πολλαπλασιαστεί με μόσχευμα με κλαδάκια μήκους 10 περίπου εκατ. μαζί με ένα τμήμα παλιού ξύλου. Η ριζοβόληση είναι αργή αλλά όχι δύσκολη.

Κλάδεμα

Για τα δέντρα αυτά το κλάδεμα δεν είναι απαραίτητο. Για να διατηρηθούν τα δέντρα σε περιορισμένο ανάστημα θα πρέπει να κόβονται τα κλαδιά αμέσως μετά την ανθοφορία.








Ιπποκαστανέα - Ιπποκαστανιά

Ιπποκαστανέα - Ιπποκαστανιά
Συνών : Αίσκουλος (Aesculus), Αγγλιστί ( Horse Chestnut-tree η Bucheye) , Γαλλιστί (Marronnier d’ Inde.)
Οικογένεια : Ιπποκαστανίδες (Hippocastanaceae)
Κοινό όνομα : Αγριοκαστανιά

Το γένος περιλαμβάνει 15 περίπου είδη δέντρων και θάμνων που κατάγονται από τη βόρεια Αμερική την Ανατολική Ασία και τη νότια Ευρώπη. Τα δεντρώδη είδη μπορούν να φτάσουν σε ύψος 30 περίπου μ. Έχουν εύρωστο κορμό, λείο φλοιό και παλαμοσχιδή φύλλα που αποτελούνται από 5-9 φυλλάρια με οδοντωτές παρυφές. Τα λουλούδια άσπρα ή ροζ είναι ενωμένα σε όρθιες φόβες που ανοίγουν στα τέλη της ανοίξεως. Τα περισσότερα είδη είναι ανθεκτικά και εύκολα στην καλλιέργεια. Οι ιπποκαστανέες είναι κατάλληλες για τη διακόσμηση πάρκων και κήπων ή για να σχηματίζουν δεντροστοιχίες κατά μήκος δρόμων και λεωφόρων. << ………..ο δε καρπός του απαλλασσόμενος δια ζέσεως εν ύδατι της πικράς γεύσεώς του, χρησιμεύει προς διατροφήν των αιγοπροβάτων και των χοίρων (Π.Γ. Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 436 ).   

Είδη και ποικιλίες

Αίσκουλος η καλιφορνική (Aesculus californica)
Θάμνος που κατάγεται από την Καλιφόρνια και δεν ξεπερνά το ύψος των 12μ. Έχει επεκτατική ή θυσανώδη μορφή και αχνορόδινα, αρωματικά λουλούδια ενωμένα σε κυλινδρικές φόβες που ανοίγουν τον Απρίλιο.  Παράγει μεγάλους, λείους καρπούς. Πρόκειται για είδος πολύ ανθεκτικό ιδιαίτερα κατάλληλο για κήπους περιορισμένων διαστάσεων. Φυτεύεται μεμονωμένο ή κατά συστάδες.
Αίσκουλος x σαρκόχρους (Aesculus x carnea)
Υβρίδιο κηπευτικής προελεύσεως που δημιουργήθηκε από διασταύρωση των ειδών Αίσκουλος η ιπποκαστανέα (A hippocastanum) και Αίσκουλος η περιδεής (A.paria). Είναι γνωστό σαν κόκκινη ιπποκαστανέα και έχει ύψος 10-15μ με συμπαγή και στρογγυλωπή μορφή. Τα φύλλα πιο σκούρο και πιο γυαλιστερά από την κοινή ιπποκαστανέα είναι σχετικά μικρά και αποτελούνται από 5 φυλλάρια. Τα λουλούδια ανοιχτοκόκκινα ή ροζ –καρμινόχρωμα εμφανίζονται ενωμένα σε βότρεις μήκους 15-20εκατ μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου. Οι καρποί περιβάλλονται από ένα χαλκοπράσινο περίβλημα χωρίς αγκάθια. Είναι ένα είδος με αργή ανάπτυξη ανθεκτικό στην ξηρασία.
Από τις διάφορες ποικιλίες του αναφέρουμε τη Μελανοπόρφυρο (Atropurpureum), με πορφυρά λουλούδια την Μπριότειος (Briotti) πιο εύρωστη από το τυπικό είδος με κόκκινα λουλούδια και την Όρθια (Erecta) με όρθια λουλούδια.
Αίσκουλος η ετερόχρους (Aesculus discolor)
Είναι δενδρύλλιο που κατάγεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και μπορεί να φτάσει σε ύψος 10μ. Η επάνω επιφάνεια των φύλλων είναι γυαλιστερή ενώ η κάτω καλύπτεται από ελαφρό χνούδι. Παρουσιάζει κίτρινα ή κόκκινα λουλούδια ενωμένα σε φόβες μήκους 15-20 εκατ και παράγει στην συνέχεια καστανόχρωμους καρπούς.
Αίσκουλος η λεία (Aesculus glabra)
Πρόκειται για δενδρύλλια που κατάγεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν ξεπερνά το ύψος των 10μ. Έχει στρογγυλωπή κόμη και σύνθετα φύλλα αποτελούμενα από 5 φυλλάρια που το φθινόπωρο παίρνουν ένα ζωηρό κίτρινο χρώμα. Τα λουλούδια κιτρινοπράσινα εμφανίζονται τον Μαίο. Οι καρποί είναι ωοειδής και χωρίς αγκάθια.
Αίσκουλος η ιπποκαστανέα (Aesculus hippocastanum)
Πρόκειται για την κοινή ιπποκαστανέα ή αγριοκαστανιά ένα θαυμάσιο δέντρο που κατάγεται από τη Μικρά Ασία και τη δυτική Ελλάδα.(Ήπειρο κλπ) Το ύψος της κυμαίνεται κατά μέσο όρο γύρω στα 20-25 μ αλλά μπορεί να φτάσει και τα 40. Ο κορμός είναι εύρωστος συχνά με αυλακώσεις καλυμμένος από λεία φλούδα. Φέρει μάλλον θεαματικούς καστανούς «οφθαλμούς» που στις αρχές της ανοίξεως γίνονται κολλώδεις. Έχει εξάλλου βαθυπράσινα φύλλα αποτελούμενα από 5-7 οδοντωτά φυλλάρια το πιο μεγάλο από τα οποία μπορεί να φτάσει το μήκος των 25 εκατ και το πλάτος των 10εκατ. Κατά το φθινόπωρο τα φύλλα παίρνουν πολύ ζωηρά χρώματα από το έντονο κόκκινο ως το χρυσοκίτρινο και το πορτοκαλί. Τον Μαίο παρουσιάζει άφθονα άσπρα αρωματικά λουλούδια ενωμένα σε όρθιους κωνικούς στόχεις μήκους 20-25 εκατ. Οι καρποί (γνωστοί και σαν ινδικά κάστανα ) μοιάζουν με τα κοινά κάστανα : αποτελούνται από ένα πράσινο αγκαθωτό περίβλημα που περικλείει έναν χοντρό καστανόχρωμο γυαλιστερό σπόρο.
Η ιπποκαστανέα είναι δέντρο με γρήγορη ανάπτυξη : ένα νεαρό φυτό μπορεί να ξεπεράσει τα 50εκατ από τις αρχές της Ανοίξεως ως τις αρχές του καλοκαιριού. Επίσης είναι μακρόβιο δέντρο (μπορεί να ζήσει πάνω από 150χρόνια) Είναι κατάλληλο για πάρκα και κήπους καθώς και για δεντροστοιχίες λεωφόρων.
Από τις διάφορες ποικιλίες του αναφέρουμε τη Μπαουμάνειος (Baumani) με διπλά άσπρα λουλούδια τα οποία διαρκούν περισσότερο από του τυπικού είδους αλλά δεν παράγουν καρπούς και την «Κίτρινη» ποικιλόχρωμη  (Luteo variegata) με φύλλα που έχουν κίτρινες κηλίδες.
Αίσκουλος η ινδική (Aesculus indica).
Ελάχιστα διαδομένο είδος που κατάγεται από τα Ιμαλαία και μπορεί να φτάσει σε ύψος 20μ. Πρόκειται για ανθεκτικό δέντρο με κοντό κορμό και με πολύ αναπτυγμένη «κόμη». Τα φύλλα του αποτελούνται από 9 κρεμάμενα φυλλάρια τα οποία είναι πορτοκαλοκίτρινα στην αρχή και γίνονται στη συνέχεια πράσινα και γυαλιστερά. Τα λουλούδια άσπρα με κίτρινες και κόκκινες αποχρώσεις εμφανίζονται τον Ιούνιο –Ιούλιο ενωμένα σε όρθιες φόβες μήκους 30εκατ και παράγουν γυαλιστερούς, μαύρους και δερματώδεις σπόρους. Το είδος αυτό που είναι αξιοσημείωτο για τη μορφή, το φύλλωμα, την ανθοφορία και την ανθεκτικότητα του θα άξιζε να καλλιεργείται πολύ περισσότερο στα πάρκα και στους λεωφόρους.
Αισκούλος η παραμελημένη (Aesculus neglecta)
Πρόκειται για δενδρύλλιο ύψους 8μ που κατάγεται από τη βόρεια Αμερική. Στο είδος αυτό ανήκει η πολύ γνωστή ποικιλία «Ερυθρόβλαστος» (Erythrovlastos) η οποία είναι περιζήτητη για το ωραίο της φύλλωμα. Τα φύλλα της τα οποία έχουν ένα ανοιχτό ροζ χρώμα στην αρχή ενώ στη συνέχεια γίνονται κιτρινοπράσινα και τέλος τείνουν προς το πορτοκαλί. Το είδος αυτό μπορεί να καλλιεργηθεί τόσο σε μικρούς όσο και σε μεγάλους κήπους.
Αίσκουλος η όκτανδρος (Aesculus octandra).
Το δέντρο αυτό που είναι γνωστό και σαν κιτρινολούλουδη ιπποκαστανέα κατάγεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και μπορεί να φτάσει το ύψος των 30μ. Τα φύλλα του που αποτελούνται από 5-7 φυλλάρια έχουν βαθυπράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια και κιτρινοπράσινο στην κάτω. Τα λουλούδια ωχρά κίτρινα ανοίγουν τον Μαίο –Ιούνιο ενωμένα σε στάχεις και παράγουν στη συνέχεια λείους και σφαιρικούς καρπούς.
Αίσκουλος η ολιγανθής (Aesculus parviflora)
Είναι ένα δενδρύλλιο με θαμνώδη μορφή που κατάγεται από τις νοτιοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες και δεν ξεπερνά το ύψος των 5μ. Από τις ρίζες του αναπτύσσονται πολυάριθμες παραφυάδες. Τα λουλούδια άσπρα και ενωμένα σε πολύ μακριές φόβες ανοίγουν τον Ιούλιο.
Αίσκουλος η περιδεής (Aesculus pavia)
Μικρό δέντρο που κατάγεται από τις νοτιοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες και δεν ξεπερνά το ύψος των 10μ. Έχει βαθυπράσινα φύλλα που αποτελούνται από 5 λεπτά και μυτερά φυλλάρια και κόκκινα λουλούδια ενωμένα σε όρθιους βότρεις που ανοίγουν τον Μαίο –Ιούνιο. Παράγει λείους και ωοειδής καρπούς.
Αίσκουλος η ταραγμένη (Aesculus furbinata)
Δέντρο ύψους 30 περίπου μ που κατάγεται από την Ιαπωνία. Τα φύλλα του αποτελούνται από 7 πολύ μεγάλα φυλλάρια με λαμπερό πράσινο χρώμα στην πάνω επιφάνεια και ωχροπράσινο στην κάτω που το φθινόπωρο γίνονται πορτοκαλιά. Τα λουλούδια άσπρα με κόκκινες κηλίδες είναι ενωμένα σε κωνικούς βότρεις μήκους 25εκατ. Παρά την ανθεκτικότητα του το είδος αυτό είναι ελάχιστα διαδομένο.
Κατά τον (Δημ. Σ. Καββάδα  Βοτανικόν-Φυτολογικόν Λεξικόν τόμος I, σελίς 141) υπάρχουν και τα εξης είδη.
Αίσκουλος η γεωργιανή (Aesculus Georgiana Sarg).
Θάμνος ιθαγενής των Η.Π.Α 1.5-2.00 μέτρα ύψος με φύλλα παλαμοειδή, με άνθη ερυθρά η κίτρινα.
Αίσκουλος η μακρόσταχυς (Aesculus macrostachya Michx).
Θάμνος ιθαγενής των νοτίων χωρών των 1.5-3.00 μέτρα ύψος με φύλλα παλαμοειδή, με άνθη λευκά. Είδος προς διακόσμησιν πρασιών.
Διά της επιλογής επιτεύθησαν:
Αίσκουλος η πυραμιδοειδής (Aesculus var. Pyramidalis nichols) με κόμην πυραμιδοειδή,
Αίσκουλος η τριχόφυλλος  (Aesculus var. Laciniata letoy),
Αίσκουλος η ομβρελλόμορφος (Aesculus umbraculifera).


Τεχνική της καλλιέργειας
Οι ιπποκαστανέες είναι ανθεκτικές και καλλιεργούνται εύκολα. Φυτεύονται στην οριστική τους θέση από τον Οκτώβριο ως τον Μάρτιο σε οποιοδήποτε έδαφος κήπου (αν είναι δροσερό βαθύ και εύφορο τόσο το καλύτερο) και σε προσήλιες ή μερικώς σκιαζόμενες θέσεις.
Τα γέρικα ή πολύ πυκνά δέντρα του είδους Αίσκουλος η ολιγαθής (A.parviflora) πρέπει να κλαδεύονται τον Φεβρουάριο. Το κλάδεμα αυτό συνίσταται στο κόψιμο των γέρικων κλαδιών σύρριζα στο έδαφος.

Πολλαπλασιαμός
Όλα τα είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν εύκολα με σπόρο. Τα δενδρύλλια καλλιεργούνται σε φυτώριο για 2-3 χρόνια και ύστερα μεταφυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Τα υβρίδια και οι ποικιλίες δεν πρέπει να πολλαπλασιάζονται με σπόρο επειδή τα φυτά που δημιουργούνται μ’αυτό τον τρόπο παρουσιάζουν συνήθως χαρακτηριστικά διαφορετικά από του μητρικού δέντρου. Πολλαπλασιάζονται με εμβολιασμό την άνοιξη με υποκείμενο το είδος Αίσκουλος η ιπποκαστανέα (A.hippocastanum) που είναι ένα απ τα πιο διαδομένο και ανθεκτικά είδη στα κλίματα μας.

Κατάλπα (Catalpa)


Κατάλπα (Catalpa)

Οικογένεια : Βιγνονιίδες (Bignoniaceae)



Γένος με 11 είδη φυλλοβόλων δέντρων που κατάγονται από την Ασία και την Αμερική και μεταφέρθηκαν στην Ευρώπη πριν από δύο περίπου αιώνες.

Τα περισσότερα απ’αυτά είναι εύρωστα και πολύ ανθεκτικά. Γενικά φτάνουν σε ύψος 15 περίπου μ. και παρουσιάζουν στρογγυλωπή «κόμη» με πολύ πυκνό και διακοσμητικό φύλλωμα. Το καλοκαίρι εμφανίζονται στις άκρες των κλαδιών πολύ διακοσμητικά λουλούδια που παράγουν στη συνέχεια κυλινδρικούς καρπούς οι οποίοι συχνά παραμένουν πάνω στο δέντρο ολόκληρο το χειμώνα. Μπορούν να καλλιεργηθούν μεμονωμένα ή κατά ομάδες ακόμα και στους κήπους των πόλεων καθώς και σε δεντροστοιχίες. Θεραπευόμενον παρ υμίν από πολλού το ξύλον του ελαφρόν πλήν αντέχον εις την υγρασίαν. ( Π.Γ.Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 483 έτος 1914). Δένδρα αναδίδοντα βαρείαν οσμήν δια της τριβής ( Λεξικό Δ. Καββάδα σελίς 1836).    

Είδη και ποικιλίες

Κατάλπα η βιγνονιοειδής (Catalpa bignoides)

Είδος με γρήγορη ανάπτυξη πολύ διαδομένο και γνωστό. Φτάνει σε ύψος 15μ και σε πλάτος («κόμη») 10μ. Ο κορμός του είναι σχετικά κοντός με ξύλο πολύ σκληρό και ανθεκτικό στην υγρασία και ανοιχτοκάστανη φολιδωτή φλούδα.

Έχει μεγάλα καρδιόσχημα και μυτερά ανοιχτοπράσινα φύλλα τα οποία είναι χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια και αναδίδουν όταν τριφτούν μια έντονη δυσάρεστη μυρωδιά. Τον Ιούλιο παρουσιάζει άσπρα λουλούδια με κίτρινες κηλίδες και πορφυρόχρωμο το εσωτερικό τμήμα ενωμένα σε όρθιες φόβες μήκους 20-25εκατ. Οι καρποί έχουν σχήμα κηλινδρικής κάψας μήκους 15-50εκατ και μένουν στο δέντρο σ’ολη τη διάρκεια του χειμώνα. Υπάρχουν διάφορες ποικιλίες από τις οποίες αναφέρουμε τη «Χρυσή» (Aurea) με χρυσοκίτρινα φύλλα, τη «Hochei» με όμορφο ασπροκίτρινο φύλλωμα τη «Νάνα» που φτάνει σε ύψος 6μ και χαρακτηρίζεται από πυκνό και συμπαγές φύλλωμα και στρογγυλωπή «κόμη».

Κατάλπα η μπουνγκειος (Catalpa bungei)

Μικρό δέντρο που κατάγεται από την Κίνα. Φτάνει σε ύψος 5 μόνο μ. Τα φύλλα είναι βαθυπράσινα στην επάνω επιφάνεια και πιο ανοιχτόχρωμα στην κάτω. Τα λουλούδια έχουν άσπρη στεφάνη με κοκκινοπόρφυρες κηλίδες και παρουσιάζονται ενωμένα σε ομάδες μέχρι 12 μαζί.

Κατάλπα η φαργκέσειος (Catalpa fargesii)

Το είδος αυτό παρουσιάζει «βελουδένια» φύλλα και ροζ λουλούδια με μαυριδερές κηλίδες. Η ανθοφορία παρατηρείται τον Μάιο.

Κατάλπα η υβριδιακή (Catalpa hybrida)

Πρόκειται για είδος εξαιρετικά εύρωστο. Η ποικιλία «Πορφυρή» («Purpurea») έχει πολύ διακοσμητικό σκούρο κόκκινο –πορφυρό φύλλωμα.

Κατάλπα η κομψή (Catalpa speciosa) (Western Catalpa )

Είναι το πιο μεγάλο είδος του γένους μπορεί να φτάσει σε ύψος 40μ. Καλλιεργείται κυρίως για το ξύλο του που είναι πολύ ανθεκτικό στην υγρασία. Ο κορμός καλύπτεται από κοκκινωπό φολιδωτό φλοιό. Τα φύλλα μήκους 30 περίπου εκατ. είναι γυαλιστερά στην επάνω επιφάνεια και χνουδωτά στην κάτω. Τα άσπρα λουλούδια εμφανίζονται τον Ιούνιο-Ιούλιο.



Τεχνική της καλλιέργειας

Οι κατάλπες φυτεύονται το φθινόπωρο ή τον Μάρτιο σε όλα τα εύφορα και κάπως υγρά εδάφη και σε ηλιόλουστες απάνεμες θέσεις. Δεν αντέχουν σε ξερά εδάφη και ψυχρά κλίματα ενώ η ανθοφορία μπορεί να καταστραφεί από τους πολύ δυνατούς ανέμους. Αν το έδαφος δεν είναι κατάλληλο τα φύλλα έχουν την τάση να κιτρινίζουν ή να παίρνουν ένα σκούρο χρώμα.

Πολλαπλασιασμός

Οι κατάλπες μπορούν να πολλαπλασιαστούν με σπόρους. Η σπορά γίνεται την άνοιξη κατά προτίμηση σε ψυχροστρωμνή. Αν έχουν χρησιμοποιηθεί πολύ ώριμοι σπόροι θα βλαστήσουν σε 2-3 εβδομάδες. Τα μικρά φυτά φτάνουν μέσα σ’ένα χρόνο σε ύψος 50 περίπου εκατ και μεταφυτεύονται στη συνέχεια σε φυτώριο. Οι σπόροι πρέπει να συγκομίζονται από φυτά ηλικίας 30 τουλάχιστον χρόνων αφού ωριμάσουν καλά. Αφήνονται να ξεραθούν και διατηρούνται σε στεγνό περιβάλλον κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Οι κατάλπες μπορούν να πολλαπλασιαστούν και με μοσχεύματα μήκους 8-10 εκατ που λαμβάνονται από ημιώριμους βλαστούς μαζί μ’ένα τμήμα του παλιότερου κλαδιού και φυτεύονται τον Ιούλιο-Αύγουστο σ’ένα μείγμα από τύρφη και άμμο σε ίσα μέρη. Όταν ριζώσουν μεταφυτεύονται σε γλάστρες γεμάτες με κοινό χώμα τύρφη και άμμο και διατηρούνται σε ψυχρό κασόνι όλο το χειμώνα. Τον Απρίλιο του επόμενου χρόνου μεταφέρονται σε φυτώριο όπου διατηρούνται για 2-3 χρόνια και στη συνέχεια φυτεύονται στην οριστική τους θέση.

Ασθένειες και παράσιτα

Οι κατάλπες μπορούν να προσβληθούν από τα κοκκοειδή (ψώρες) που μπορούν να καταπολεμηθούν με διάφορους τρόπους όπως με υποκαπνισμούς υδροκυάνιου (η εφαρμογή του όμως είναι επικίνδυνη για τον ερασιτέχνη κηπουρό) ή με γαλακτοματοποιήσιμο θερινό πολτό σε δόση 2%.

Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ

Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ
www.delta-trees.com

FACEBOOK

About Us

Η φωτογραφία μου
ATHENS, ATTICA GREECE, Greece
OFFICE :Square Tsokri1 & Sigrou Ave 11742 Athens - Greece EXHIBITION HALL : 28 KM National Road Athens – Lamias 19014 Κιν.0030/6973392234 delta-trees@hotmail.com info@delta-trees.com www.delta-trees.com

ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΑΡΘΡΑ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΑΡΘΡΑ

Φυτά και Φυτώρια στον κόσμο

Vivai piante - plantas de viveros - plantes de vivers - viveiros de plantas - bimëve çerdhe - مشاتل النباتات - растения разсадници- pépinières de plantes - Pflanzen Baumschulen - געוויקסן נערסעריז - planter planteskoler - צמחים במשתלות – puukoolides - 植物の保育園 - pembibitan tanaman- plandlanna plandaí - plöntur nurseries - 植物苗圃 - rasadnicima biljke - augu audzētavas - гадавальніка раслін - augalų medelynai - Planter barnehageplanten kwekerijenr - planten kwekerijen - meithrinfeydd planhigion - növények faiskola - розплідники рослин - گیاهان گلخانه ها - szkółki roślin - pepiniere de plante - питомники растений - постројења вртићи - растенија расадници - rastliny škôlky - rastline drevesnice - mimea vitalu - växter plantskolor – ชำพืช - bitkiler kreşler - rostliny školky - halaman nurseries - kasvien taimitarhat

Blog Archive