Search This Blog

Followers

Εταιρια - Company

Τα ΦΥΤΩΡΙΑ DELTA – TREES ΕΠΕ είναι επιχείρηση με ευρείες δραστηριότητες στον κλάδο της παραγωγής – εμπορίας - αντιπροσωπείας καλλωπιστικών φυτών και δένδρων. Σκοπός της εταιρείας είναι η προμήθεια φυτών ιδιαίτερα μεγάλης ανάπτυξης στον δημόσιο τομέα, σε φυτώρια , σε εταιρείες πρασίνου, ξενοδοχειακές μονάδες ,σε ιδιώτες ,είτε από παραγωγική διαδικασία είτε από εισαγωγές σε συνεργασία η αντιπροσωπεία με τους μεγαλύτερους οίκους του εξωτερικού. Η εταιρία DELTA – TREES ΕΠΕ διαθέτουν κάθετες μονάδες παραγωγής φυτών στη γη, σε ιδιόκτητες εκτάσεις άνω των 100.000 τμ με συνεχείς βελτιώσεις και αυξητικές τάσεις, στην ευρύτερη περιοχή του ΑΣΤΑΚΟΥ ΑΙΤ/ΝΙΑΣ. Η επιχείρηση εκτός της παραγωγικής και εμπορικής διαδικασίας ειδικεύεται στην μεταμόσχευση όλων των ενηλίκων αλλά ταυτόχρονα και σπανίων δένδρων. Η περικοπή η μεταμόσχευση η μεταφορά και η εκφόρτωση αυτών των δένδρων απαιτούν συγκεκριμένες τεχνικές πού υπονοούν υψηλή τεχνογνωσία και μεγάλη εμπειρία. DELTA–TREES LTD company is a business with expanding activities in the field of production trading and representation of ornamental plants and trees. Purpose of the company is the supply of plants of high growth in the public section, in plants companies, hotel units, in faculties or from productive procedure or from imports in cooperation or represent with the biggest companies of exterior. DELTA – TREES LTD nurseries dispose integral production units of plants in owned areas over 100.000 m2 with continuous improvements and increasing tensions located in the area of Astakos Etoloakarnanias. The business except the production and trading procedure is being specialized in eradication of all the adults as well as rare trees. The retrenchment, eradication, transportation and unloading of these trees demands specific techniques which undermining high technical knowledge and big experience.

Φτελιά

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Παρασκευή 6 Απριλίου 2012 0 σχόλια

Πτελέα ή Ούλμος (Ulmus)
Οικογένεια: Ουλμίδες (Ulmaceae)
Κοινά ονόματα: φτελιά, φτελιός, καραγάτσι, βρυσσός, βρυσσιά
Γαλλ. Orme  Αγγλ. Elm. Τουρκ. Καρά – Αγάτζ.    

Γένος με 45 είδη ανθεκτικών φυλλοβόλων δέντρων, που κατάγονται από τις εύκρατες περιοχές του βόρειου ημισφαίριου.  Χάρη στην όμορφη εμφάνισή τους, τη γρήγορη ανάπτυξή τους κατά τις νεανικές φάσεις (πάνω από 1 μ. το χρόνο) και την ευκολία του πολλαπλασιασμού τους, χρησιμοποιούνται συχνά στη διακόσμηση πάρκων και μεγάλων κήπων, καθώς και στις δεντροφυτεύσεις των δρόμων.
Οι φτελιές είναι δέντρα μέτριου και μεγάλου μεγέθους (ύψος 10-20 μ.), μακρόβια (μπορούν να ζήσουν πάνω από 500 χρόνια) και περιζήτητα και για το ξύλο τους, το οποίο είναι πολύ ανθεκτικό και ελαστικό. Από την αρχαιότητα στην Ιταλία χρησιμοποιούνταν για στήριγμα των αναδεντράδων της αμπέλου, γι αυτό και χαρακτηρίζεται από τον Βιργίλιο και όχι (χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία ) από τον Οράτιο ( Π.Γ. Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 813) η Πτελέα ως φίλη της αμπέλου, ( amica vitubus ulmi ).
Τα φύλλα, σε λιγότερο ή περισσότερο σκούρο πράσινο χρώμα, είναι εναλλασσόμενα, λεία, γυαλιστερά και οδοντωτά, με πολύ εμφανείς νευρώσεις και ασύμμετρα τα δύο τμήματά τους.  Τα λουλούδια, κίτρινα – κοκκινωπά και ερμαφρόδιτα, εμφανίζονται στο δέντρο την άνοιξη, πριν από τα φύλλα.  Ο καρπός είναι «σαμάρο», με σπόρο που περιβάλλεται από ένα στρογγυλωπό, πεπλατυσμένο έλασμα, και ωριμάζει πριν αναπτυχθούν τελείως τα φύλλα.

Είδη και ποικιλίες

Ούλμος ο αμερικανικός (Ulmus americana).  Γνωστό και σαν άσπρη φτελιά της Αμερικής, το δέντρο αυτό κατάγεται από τις ανατολικές περιοχές της βόρειας Αμερικής.  Έχει μεγάλη πλαγιόκλαδη «κόμη» και πυκνό βαθυπράσινο φύλλωμα, ιδανικό για τη δημιουργία σκιάς σε δρόμους και κήπους.  Τα φύλλα, πτυχωτά, με διπλά οδοντωτή παρυφή, είναι εξαιρετικά ασύμμετρα.  Είναι γνωστές οι ποικιλίες «Ανερχόμενη» (“Ascendens”), με πυραμοειδή «κόμη» και «Κλαίουσα» (“Pendula”) με μακριά, κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά.
Ούλμος ο πεδινός (Ulmus campestris).  Γνωστό και σαν Ούλμος ο πρωτεύων (Ulmus procera) το είδος αυτό είναι η πεδινή φτελιά, που αναπτύσσεται σε κάμπους και λόφους.  Διαδομένη στην κεντρική και νότια Ευρώπη, καθώς και στη βόρεια Αφρική, η πεδινή φτελιά είναι ένα δέντρο μεγάλου αναστήματος (ύψος 10-20 μ., διάμετρος «κόμης» 7-9 μ.) πολύ μακρόβιο, με γρήγορη ανάπτυξη και ωοειδή – επιμήκη «κόμη», μερικές φορές λυγερή, με λεπτές διακλαδώσεις και με συμπαγές φύλλωμα.  Καρποφορεί με αφθονία, αλλά οι καρποί είναι συχνά στείροι (το είδος πολλαπλασιάζεται και με παραφυάδες).  Προσφέρει άριστο ξύλο.
Η πεδινή φτελιά είναι, κατά πάσα πιθανότητα, το είδος από το οποίο δημιουργήθηκαν οι περισσότερες διακοσμητικές ποικιλίες, από τις οποίες αναφέρουμε την (“Argenteo - variegata”) και την «Χρυσοποικιλόχρωμη» (“Aureo-variegata”), με φύλλα διάστικτα αντίστοιχα με άσπρο και κίτρινο, την «Ανταρκτική» (“Antarctica”) με φύλλα χρυσοχαλκόχρωμα, την «Κορυλόφυλλο» (“Corylifolia”) και την «Πορφυρή Κορυλόφυλλο» (“Corylifolia Purpurea”), τα φύλλα της οποίας είναι όμοια με της φουντουκιάς και, τέλος, την «Κλαίουσα» (“Pendula”) με κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά.
Ούλμος ο καρπινόφυλλος (Ulmus carpinifolia).  Κατάγεται από την Ευρώπη και τη δυτική Ασία, φτάνει σε ύψος 15 μ.  Έχει φύλλα εξαιρετικά ασύμμετρα στη βάση, πολύ μυτερά, λεία στην επάνω επιφάνεια και ελαφρώς βελούδινα στην κάτω.  Το φθινόπωρο παίρνουν ένα βαθύ κίτρινο χρώμα.  Είναι ανθεκτική στους θαλασσινούς ανέμους και έχει ωοειδή – στροφυλωπή «κόμη».  Η ποικιλία «Κερατοειδής» (“Cornubiensis”) έχει κωνική «κόμη» και λεία, γυαλιστερά φύλλα.  Ο Ούλμος ο καρπινόφυλλος του Χουήτλυ (Ulmus carpinifolia wheatley) είναι μια ποικιλία με ανερχόμενα κλαδιά και λεία επιφάνεια.
Ούλμος ο λείος (Ulmus glabra).  Γνωστό και σαν Ούλμος ο ορεινός (Ulmus montana) το είδος αυτό κατάγεται από την κεντρική και βόρεια Ευρώπη.  Έχει ύψος 10-20 μ. και πλάτος 5-10 μ.  Η «κόμη», όχι πολύ πυκνή, αποτελείται από αραιές διακλαδώσεις με τους κύριους βραχίονες σε μικρή απόσταση από το έδαφος.  Τα φύλα είναι ωοειδή.  Και από το είδος αυτό έχουν δημιουργηθεί πολυάριθμες διακοσμητικές ποικιλίες, από τις οποίες αναφέρουμε τη «Μελανοπόρφυρη» (“Atropurpurea”) με σκούρα πορφυρά φύλλα, την «Καμπερνταούνειο» (“Camperdownii”) με πυραμιδοειδή «κόμη» και μικρά φύλλα, τη «Χρυσή Κιονωτή» (“Fastigiata Aurea”) με όρθιες διακλαδώσεις και μικρά φύλλα, την «Κιτρινίζουσα» (“Lutescens”) με κίτρινα φύλλα.
Πτελέα x ολλανδική (Ulmus x hollandica).  Πρόκειται για υβρίδιο που δημιουργήθηκε από διασταύρωση των ειδών Ούλμος ο λείος (Ulmus glabra) και Ούλμος ο καρπινόφυλλος (Ulmus carpinifolia).  Οι ποικιλίες που δημιουργούνται μπορούν να φτάσουν σε ύψος 20 μ. και μοιάζουν στην εμφάνιση πότε με τον ένα και πότε με τον άλλο πρόγονο.
Ούλμος ο λείος (Ulmus levis).  Είναι ένα είδος με σημαντικές διαστάσεις, ασύμμετρη «κόμη» και αυλακωτό στέλεχος, με τα χαρακτηριστικά λουλούδια που έχουν πολύ μακριούς ποδίσκους.  Είναι διαδομένο στη βορειο-κεντρική Ευρώπη, όπου απαντά αυτοφυές.
Ούλμος ο νάνος (Ulmus pumila).  Γνωστό και σαν φτελιά της Σιβηρίας, το είδος αυτό έχει μέτριο ύψος, το πολύ μέχρι 12 μ. και κατάγεται από την Κίνα και τις βορειοανατολικές ζώνες της Σοβιετικής Ένωσης.  Έχει φύλλα βαθυπράσινα, ωοειδή και μυτερά, με πολύ οδοντωτές παρυφές.
Ούλμος ο μικρός,  (Ulmus minor). Πτελέα η ελάσσων υποειδ. στενόφυλλος.

Τεχνική της καλλιέργειας
Η φτελιά καλλιεργείται αρκετά εύκολα.  Προτιμά εδάφη γόνιμα, δροσερά και βαθιά, καλά αποστραγγιζόμενα, ακόμα και αργιλώδη.  Αντέχει καλά στον παγετό και πολλές από τις ποικιλίες της μπορούν να αναπτυχθούν χωρίς προβλήματα στη μολυσμένη ατμόσφαιρα των πόλεων.

Πολλαπλασιασμός
Μπορεί να πολλαπλασιαστεί με σπόρο που δύσκολα διατηρείται και πρέπει να σπέρνεται αμέσως μετά την ωρίμανσή του, στην αρχή του καλοκαιριού, σε αμμώδες φυτόχωμα και σε βάθος 2 εκατ.  Οι σπόροι φυτρώνουν γρήγορα σε είκοσι περίπου μέρες, αλλά σε ποσοστό μάλλον μικρό.  Τα δενδρύλλια της φτελιάς είναι έτοιμα για την οριστική τους φύτευση σε 2-3 χρόνια.  Ο πολλαπλασιασμός, με  μόσχευμα κλαδιού ή με καταβολάδα, είναι επίσης εύκολος, και χρησιμοποιείται ιδιαίτερα για τον πολλαπλασιασμό ποικιλιών με σταθερά χαρακτηριστικά.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Εδώ και μερικές δεκαετίες τα είδη της φτελιάς προσβάλλονται από μια μυκητολογική ασθένεια, η οποία μεταδίδεται από ορισμένα κολεόπτερα, που ανοίγουν τρύπες στο ξύλο κάτω από το φλοιό, με αποτέλεσμα να ξεραθούν τα φύλλα καθώς και ολόκληρο το δέντρο.
Ο μοναδικός τρόπος για την καταπολέμηση αυτής της ασθένειας, μια και δεν έχουν βρεθεί ακόμα αποτελεσματικά φάρμακα, είναι η χρησιμοποίηση ανθεκτικών ειδών και ποικιλιών που έχουν εμβολιαστεί πάνω σ’ αυτά.


| | edit post

Σόρβος η Σουρβιά (Sorbus)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Σάββατο 24 Μαρτίου 2012 0 σχόλια


Οικογένεια: Ροδίδες (Rosaeae)
Συνώνυμο: Όα η Όη η Ούη
Κοινά ονόματα: Σουρπιά, Σκαρούσα, Σκαρουχιά, Ούβα,
Αυγαριά (Εύβοια), Τροκκιά, Αγριομηλιά, Αγριοκυδωνιά
Αγγλιστί. Service-Tree, Γαλλιστί. Sorbier

Τῶν δ᾽ οἰῶν δύο γένη ποιοῦσι, τὸ μὲν δὴ καρποφόρον θῆλυ τὸ δὲ ἄρρεν ἄκαρπον· οὐ τὴν ἀλλὰ διαφέρουσι τοῖς καρποῖς, τῷ τὰς μὲν στρογγύλον τὰς δὲ προμήκη τὰς δ᾽ὠοειδῆ φέρειν. διαφέρουσι δὲ καὶ τοῖς χυλοῖς· ὡς γὰρ ἐπὶ τὸ πᾶν εὐωδέστερα καὶ γλυκύτερα τὰ στρογγύλα, τὰ δ᾽ ὠοειδῆ πολλάκις ἐστὶν ὀξέα καὶ ἧττον εὐώδη. φύλλα δ᾽ ἀμφοῖν κατὰ μίσχον μακρὸν ἰνοειδῆ πεφύκασι στοιχηδὸν ἐκ τῶν πλαγίων πτερυγοειδῶς, ὡς ἑνὸς ὄντος τοῦ ὅλου λοβοὺς δὲ ἔχοντος ἐσχισμένους ἕως τῆς ἰνός· πλὴν διεστᾶσιν ἀφ᾽ ἑαυτῶν ὑπόσυχνον τὰ κατὰ μέρος· φυλλο- βολεῖ δὲ οὐ κατὰ μέρος ἀλλὰ ὅλον ἅμα τὸ πτερυγῶδες. εἰσὶ δὲ περὶ μὲν τὰ παλαιότερα καὶ μακρότερα πλείους αἱ συζυγίαι, περὶ δὲ τὰ νεώτερα καὶ βραχύτερα ἐλάττους, πάντων δὲ ἐπ᾽ ἄκρου τοῦ μίσχου φύλλον περιττόν, ὥστε καὶ πάντ᾽ εἶναι περιττά. τῷ δὲ σχήματι δαφνοειδῆ τῆς λεπτοφύλλου, πλὴν χαραγμὸν ἔχοντα καὶ βραχύτερα καὶ οὐκ εἰς ὀξὺ τὸ ἄκρον συνῆκον ἀλλ᾽ εἰς περιφερέστερον. ἄνθος δὲ ἔχει βοτρυ- ῶδες ἀπὸ μιᾶς κορύνης ἐκ πολλῶν μικρῶν καὶ λευκῶν συγκείμενον. καὶ καρπὸς ὅταν εὐκαρπῇ βοτρυώδης· πολλὰ γὰρ ἀπὸ τῆς αὐτῆς κορύνης, ὥστ᾽ εἶναι καθάπερ κηρίον. σκωληκόβορος ἐπὶ τοῦ δένδρου καρπὸς ἄπεπτος ὢν ἔτι γίνεται μᾶλλον τῶν μεσπίλων καὶ ἀπίων καὶ ἀχράδων· καίτοι πολὺ στρυφνότατος. γίνεται δὲ καὶ αὐτὸ
τὸ δένδρον σκωληκόβρωτον καὶ οὕτως αὐαίνεται γηράσκον· καὶ σκώληξ ἴδιος ἐρυθρὸς δασύς. καρποφορεῖ δ᾽ ἐπιεικῶς νέα· τριετὴς γὰρ εὐθὺς φύει. τοῦ μετοπώρου δ᾽ ὅταν ἀποβάλῃ τὸ φύλλον, νεὐθὺς ἴσχει τὴν καχρυώδη κορύνην λιπαρὰν καὶ ἐπωδηκυῖαν ὡσὰν ἤδη βλαστικόν, καὶ διαμένει τὸν χειμῶνα. ἀνάκανθον δέ ἐστι καὶ οἴη καὶ μεσπίλη· φλοιὸν δ᾽ ἔχει λεῖον ὑπολίπαρον, ὅσαπερ μὴ γεράνδρυα, τὴν δὲ χρόαν ξανθὸν ἐπιλευκαίνοντα· τὰ δὲ γεράνδρυα τραχὺν καὶ μέλανα. τὸ δὲ δένδρον εὐμέγεθες ὀρθοφυὲς εὔρυθμον τῇ κόμῃ· σχεδὸν γὰρ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ στροβιλοειδὲς σχῆμα λαμβάνει κατὰ τὴν κόμην, ἐὰν μή τι ἐμποδίσῃ. τὸ δὲ ξύλον στερεὸν πυκνὸν ἰσχυρὸν εὔχρουν, ῥίζας δὲ οὐ πολλὰς μὲν οὐδὲ κατὰ βάθους, ἰσχυρὰς δὲ καὶ παχείας καὶ ἀνω- λέθρους ἔχει. φύεται δὲ καὶ ἀπὸ ῥίζης καὶ ἀπὸ παρασπάδος καὶ ἀπὸ σπέρματος· τόπον δὲ ζητεῖ ψυχρὸν ἔνικμον, φιλόζωον δ᾽ ἐν τούτῳ καὶ δυσώλεθρον· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ φύεται ἐν τοῖς ὄρεσιν.
( Θεόφραστος περί φυτών ιστορίας Γ΄ΧΙΙ )

Γένος που περιλαμβάνει γύρω στα 100 είδη φυλλοβόλων δέντρων και θάμνων, τα οποία απαντούν αυτοφυή στα εύκρατα κλίματα του βόρειου ημισφαίριου.  Σχεδόν όλα τα είδη έχουν φτερωτά φύλλα, που αποτελούνται από φυλλάρια διάφορων σχημάτων και συχνά παίρνουν, κατά το φθινόπωρο, ωραιότατες κίτρινες, πορτοκαλιές, κόκκινες ή άλικες αποχρώσεις.  Ανθίζουν προς το τέλος της άνοιξης ή στις αρχές του καλοκαιριού.  Τα λουλούδια, που έχουν συνήθως άσπρο χρώμα και μοιάζουν πολύ με τα λουλούδια του κράταιγου, εμφανίζονται ενωμένα σε κορύμβους.  Τα είδη αυτά παράγουν εξαιρετικά διακοσμητικούς καρπούς, που έχουν στρογγυλό ή απιοειδές σχήμα, καθώς και λευκό, κίτρινο, πορτοκαλί, ροζ ή κόκκινο χρώμα.  Πολλά από τα δέντρα αυτά είναι ανθεκτικά στα καυσαέρια και γενικά στη μόλυνση της ατμόσφαιρας, πράγμα που τα καθιστά κατάλληλα για τους κήπους των πόλεων.

Είδη και ποικιλίες

Σόρβος η αρία (Sorbus aria). Αγγλιστί. White Beam-Tree, Γαλλιστί. Alisier, Allouchier η Drouillier. Θαμνώδες ή δεντρώδες είδος, που κατάγεται από την Ευρώπη.  Ευδοκιμεί τόσο στις ορεινές όσο και στις πεδινές περιοχές και αναπτύσσεται σε ύψος 6-8 μ. ενώ η «κόμη» του φτάνει σε διάμετρο 4-5 μ.  Τα φύλλα του απλά, ωοειδή ή επιμήκη, έχουν διπλά πριονωτές παρυφές, είναι λεία και βαθυπράσινα στην επάνω επιφάνεια, ενώ στην κάτω υπόλευκα και χνουδωτά.  Παρουσιάζει υπόλευκα λουλούδια, ενωμένα σε κορύμβους, και στη συνέχεια παράγει στρογγυλούς καρπούς με άλικο χρώμα, που ωριμάζουν κατά το Σεπτέμβριο.  Οι καρποί είναι βρώσιμοι και έχουν υπόγλυκη γεύση.  Στο είδος αυτό υπάγονται οι ποικιλίες: “Lutescens” με ορθοφυή ανάπτυξη και φύλλα που σε νεαρή ηλικία έχουν υπόλευκο χρώμα, “Decaisneana” και “Majesuca” που τα φύλλα και τα λουλούδια τους είναι μεγαλύτερα από του τυπικού είδους.


Σόρβος των πτηνών η των ορνιθοθηρών  (Sorbus aucuparia). Αγγλιστί. Mountain Ash η Rowan -Tree, Γαλλιστί. Sorbier des oiseleurs. Πολύ διαδομένο δεντρώδες είδος, που κατάγεται από τη δυτική Ασία και την Ευρώπη.  Συχνά έχει πολλαπλό κορμό και φτάνει σε ύψος τουλάχιστον 10-12 μ. και σε διάμετρο 4-5 μ.  Τα φύλλα του, σύνθετα και περιττόληκτα φτερωτά, αποτελούνται από οδοντωτά φυλλάρια που έχουν τεφρό χρώμα στην κάτω επιφάνεια και παίρνουν κατά το φθινόπωρο κίτρινες και πορτοκαλιές αποχρώσεις.  Τα λουλούδια του, που εμφανίζονται ενωμένα σε μεγάλους κορύμβους, έχουν άσπρο χρώμα και καμπυλωτό κάλυκα.  Οι καρποί του, που παρουσιάζουν σφαιρικό σχήμα και πορτοκαλοκόκκινο χρώμα, ωριμάζουν τον Αύγουστο.
Υπάρχουν πολλές ποικιλίες που διαφέρουν από το τυπικό είδος ως προς την εμφάνιση του φυλλώματος και των καρπών.  Αναφέρουμε την “Aspleniifolia”, που έχει χνουδωτά και οδοντωτά φύλλα με έντονη διαίρεση, τη “Dirkenii” με κίτρινα φύλλα, την “Edulis” και την “Beissneri” με πολύ μεγάλους καρπούς, τη “Xanthocarpa” με πορτοκαλοκίτρινους καρπούς, την “Pendula” με άτακτες διακλαδώσεις που γέρνουν προς τα κάτω και τη “Fastigiata” με διακλαδώσεις που αναπτύσσονται πολύ κοντά στον κύριο κορμό και γι’ αυτό η «κόμη» δεν είναι πολύ απλωτή.

Σόρβος ο καλόνευρος (Sorbus caloneura).  Δεντρώδες είδος, που κατάγεται από την Κίνα και ξεπερνά το ύψος των 6 μ.  Έχει λείες διακλαδώσεις και ελλειπτικά φύλλα, με πολύ εμφανείς νευρώσεις.  Παρουσιάζει άσπρα λουλούδια, ενωμένα σε ταξιανθίες, και παράγει επιμήκεις, καστανόχρωμους καρπούς, που παραμένουν για μεγάλο διάστημα πάνω στο δέντρο.


Σόρβος ο κασμιριανός (Sorbus cashmiriana).  Θάμνος ή δενδρύλλιο που κατάγεται από το Κασμίρ και αναπτύσσεται σε ύψος 6-7 μ.  Έχει σύνθετα φύλλα και ωχρορόδινα λουλούδια, ενωμένα σε κρεμάμενους κορύμβους.  Παράγει άσπρους, σφαιριούς καρπούς με ροζ αποχρώσεις, που ωριμάζουν κατά τον Αύγουστο και παραμένουν για μεγάλο διάστημα πάνω στο δέντρο.

Σόρβος ο ετερόχρους (Sorbus discolor).  Κατάγεται από την Κίνα και έχει σύνθετα φύλα που αποτελούνται από λογχοειδή φυλλάρια και παίρνουν το φθινόπωρο εξαιρετικά διακοσμητικές αποχρώσεις.  Οι καρποί του είναι μικροί και έχουν λευκό ή κίτρινο χρώμα.

όρβος ο ήμερος (Sorbus domesticia).  Κοινώς αυγαριά.  Δεντρώδες είδος, που κατάγεται από τη νότια Ευρώπη και αναπτύσσεται σε ύψος 10-15 μ. και σε διάμετρο 7-8 μ.  Είναι πολύ εύρωστο και μακρόβιο δέντρο, μπορεί να ζήσει μέχρι 300-400 χρόνια.  Έχει πασσαλώδεις ρίζες, στρογγυλωπή «Κόμη» και σύνθετα, περιττόληκτα φτερωτά φύλλα, που αποτελούνται από ωοειδή ή λογχοειδή φυλλάρια, πριονωτά προς την κορυφή και χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια.  Ανθίζει τον Μάιο.  Τα λουλούδια έχουν άσπρο χρώμα και σχηματίζονται πάνω στα κλαδιά του προηγούμενου χρόνου, ενωμένα σε κορύμβους.  Οι καρποί, που ωριμάζουν το Σεπτέμβριο, έχουν στρογγυλό ή απιοειδές σχήμα και κίτρινο – κοκκινωπό χρώμα, που αργότερα γίνεται καστανοκόκκινο.  Μερικές φορές το είδος αυτό καλλιεργείται για τους βρώσιμους καρπούς του, που όμως, επειδή είναι πολύ πλούσιοι με τανίνη, πρέπει να  υποστούν προηγουμένως μια ειδική επεξεργασία (υπερ-ωρίμανση).

Σόρβος ο χουπεχένσειος (Sorbus hupehensis).  Θάμνος ή δέντρο, που κατάγεται από την Κίνα και αναπτύσσεται σε ύψος 5-7 μ. και σε διάμετρο 3-5 μ.  Τα φύλλα του σχηματίζονται από 13-17 γαλαζοπράσινα φυλλάρια, που το φθινόπωρο παίρνουν πορτοκαλιές ή κόκκινες αποχρώσεις.  Παράγει λευκά λουλούδια, ενωμένα σε κορύμβους και λευκούς ή ροζ καρπούς.

Σόρβος το υβρίδιο (Sorbus hybrida).  Το δέντρο αυτό κατάγεται από τις Σκανδιναβικές χώρες και αναπτύσσεται σε ύψος 7-8 μ. και σε διάμετρο 3-4 μ.  Έχει ωοειδή φύλλα που η βάση τους διαιρείται σε 4-6 επιμήκη φυλλάρια, σκεπασμένα με τεφρό χνούδι στην κάτω επιφάνεια.  Παράγει υπόλευκα λουλούδια, ενωμένα σε κορύμβους, και καρπούς με λαμπερό κόκκινο χρώμα, που ωριμάζουν κατά τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο.  Η ποικιλία “Joseph Rock” παράγει σφαιρικούς, ανοιχτοκίτρινους καρπούς.

Σόρβος ο ενδιάμεσος (Sorbus intermedia).  Κατάγεται από την Ευρώπη και έχει χαρακτηριστικούς ιξώδεις βλαστούς, που σκεπάζονται από χνουδωτά «λέπια».  Τα φύλλα του, σφηνοειδή και τεφρά, έχουν οδοντωτές παρυφές και οι καρποί του πορτοκαλοκόκκινο χρώμα.

Σόρβος x πλατύφυλλος (Sorbus x latifolia).  Αποτελεί διασταύρωση των ειδών Σόρβος η Αρία (S. aria) και Σόρβος ο δυσεντερικός (S. torminalis) και απαντά αυτοφυές στην κεντρική Ευρώπη.  Πρόκειται για δέντρο με κωνική «κόμη» και απλά, ωοειδή φύλλα, γκρίζα και χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια.  Παράγει υπόλευκα λουλούδια και καστανέρυθρους καρπούς.


Σόρβος ο σαργεντιανός (Sorbus sargentiana).  Δεντρώδες είδος, που κατάγεται από την Κίνα και αναπτύσσεται σε ύψος 5-8 μ. και σε διάμετρο 4-5 μ.  Έχει πυραμιδοειδή εμφάνιση και μεγάλα ιξώδη «μάτια», με καστανέρυθρο χρώμα.  Τα φύλλα του αποτελούνται από 7-11 φυλλάρια, που έχουν ανοιχτοπράσινο χρώμα στην κάτω επιφάνεια, ενώ το φθινόπωρο γίνονται κατακόκκινα.  Τα λουλούδια του είναι λευκά και ενωμένα σε κορύμβους, ενώ οι καρποί του έχουν πορτοκαλοκόκκινο χρώμα και ωριμάζουν το Σεπτέμβριο.

Σόρβος ο δυσεντερικός η αντιδυσεντερικός  (Sorbus torminalis). ( Π.Γ.Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 720 έτος 1914).  Εξαιρετικά μακρόβιο θαμνώδες ή δεντρώδες είδος, που κατάγεται από την Ευρώπη και φτάνει σε ύψος 3-5 μ. και σε διάμετρο 3-4 μ.  Έχει ωοειδή ή καρδιόσχημα φύλλα, με ευδιάκριτους λοβούς και φωτεινό πράσινο χρώμα στην επάνω επιφάνεια.  Τα λουλούδια του είναι λευκά και ενωμένα σε κορύμβους, οι καρποί έχουν ελλειπτικό ή ωοειδές σχήμα και κίτρινο – κοκκινωπό χρώμα.

Τεχνική της καλλιέργειας
Τα δέντρα αυτά καλλιεργούνται εύκολα και χρησιμοποιούνται για τη διακόσμηση των κήπων.  Χρειάζονται έδαφος με καλή αποστράγγιση και προσήλιο ή ελαφρά σκιαζόμενο μέρος.  Φυτεύονται στην οριστικιή τους θέση κατά το φθινόπωρο ή την άνοιξη.  Πολλά είδη είναι ανθεκτικά στις χαμηλές θερμοκρασίες και στα ορεινά κλίματα, όπως για παράδειγμα ο Σόρβος ο ήμερος (Sorbus domestica), που χρειάζεται επίσης δροσερά και βαθιά εδάφη.
Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με τους σπόρους που περιέχουνται μέσα στους καρπούς.  Η σπορά γίνεται τον Οκτώβριο, σε κασόνι ψυχρού υποστρώματος ή στο ύπαιθρο, σε γαβάθες που περιέχουν ένα μείγμα κατάλληλο για σπόρους.  Μετά από ένα χρόνο, κατά τον Οκτώβριο, τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε φυτώριο, όπου καλλιεργούνται για 2-4 χρόνια και μετά φυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Το είδος Σόρβος ο ήμερος (S. domestica) πολλαπλασιάζεται με παραφυάδες.







| | edit post

Φιλλυρέα η Φιλυρέα (Phillyrea)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012 0 σχόλια

Οικογένεια: Ελαιίδες (Oleaceae)
Κοινά ονόματα: φιλλύκι, φελλύκι, φίλλυκος, αγλαντζινιά, γλαντζινιά, θιλύκι.                         
Γαλλιστί Alavert,  Αγγλιστί Jasmine box, Mock privet.  
Γένος που περιλαμβάνει γύρω στα 6 είδη θάμνων ή δέντρων, με διαστάσεις όχι πολύ μεγάλες.  Είναι διαδομένα κυρίως στις παραμεσόγειες χώρες, και καλλιεργούνται στο ύπαιθρο, μόνον στις περιοχές με ιδιαίτερα ήπιο κλίμα. Στον θάμνο αυτό αναφέρεται ο Διοσκουρίδης σαν Φιλλυρέα, ενώ στο ίδιο φυτό με ένα λάμδα (Φιλυρέα) αναφέρεται ο Θεόφραστος, (Φυτών Ιστορία 1 , 9, 3). Απαντάται και η ακανθωτή ( var. spinosa, var Ilicifolia Vis - Willd), (Λεξικό Δ. Καββάδα τόμος ΙΧ σελίς 4112)

 Είδη και ποικιλίες
Phillyrea angustifolia
Φιλλυρέα η στενόφυλλος (Phillyrea angustifolia).  Ιθαγενές των παραμεσόγειων χωρών το είδος αυτό φτάνει σε ύψος 7-8 μ. και σε διάμετρο 4-6 μ.  Είναι πολύ μακρόβιο φυτό, με ακανόνιστο κορμό και κλαδιά.  Η κόμη του είναι επίσης ακανόνιστη.  Έχει στενά, σχεδόν γραμμοειδή φύλλα, με ακέραιες παρυφές, και μικρά άσπρα λουλούδια, ενωμένα σε μασχα­λιαίες ταξιανθίες.  Οι καρποί είναι σφαιρικές δρύπες, οι οποίες στην περίοδο της ωρίμανσης (Σεπτέμβριος) παίρνουν μαύρο χρώμα.

Phillyrea latifolia
Φιλλυρέα η πλατύφυλλος (Phillyrea latifolia).  Κατάγεται από τις παραμεσόγειες χώρες και φτάνει σε ύψος τα 7-8 μ. και σε διάμετρο 4-6 μ.  Μοιάζει με τη Φιλλυρέα τη στενόφυλλη (P. angustifolia), μόνο που έχει φύλλα επιμήκη και ωοειδή.


Φιλλυρέα η μεσαία (Phillyrea Media Schneid). Η  φιλυρέα των αρχαίων και η φιλλυρέα του Διοσκουρίδη.

Εκ των ξενικών ειδών αξιολογότερο είναι η Φιλλυρέα η διακοσμητική (Phillyrea decoravilmoriana)  είδη ιθαγενή της δυτικής Ασίας.

Τεχνική της καλλιέργειας
Τα φυτά αυτά, που είναι εξαιρετικά διαδομένα στις παραμεσόγειες χώρες, προσαρμόζονται και σε πιο ψυχρά κλίματα.  Το είδος φιλλυρέα η πλατύφυλλος (P. latifolia) μπορεί να καλλιεργηθεί στο ύπαιθρο και στη βόρεια Ελλάδα, αλλά σε προφυλαγμένα μέρη.  Οι φιλλυρέες φυτεύονται την άνοιξη και δεν απαιτούν ιδιαίτερες φροντίδες.


Phillyrea Media Schneid
Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός μπορεί να γίνει με σπόρο, με μοσχεύματα ή με καταβολάδες.
Η σπορά γίνεται στο ύπαιθρο αφού πρώτα αφαιρεθεί το σαρκώδες περίβλημα του καρπού και γίνει μια τομή (σχίσιμο) στο ενδοκάρπιο.  Για να επιταχυνθεί το φύτρωμα μπορείτε να βυθίσετε για μισή ώρα σε θειικό οξύ τους σπόρους, τυλιγμένους με το ενδοκάρπιο.  Τα νεαρά φυτά καλλιεργούνται στο φυτώριο για 1-2 χρόνια και, στη συνέχεια, φυτεύονται στην οριστική τους θέση, με τις ρίζες τους μέσα σε μπάλα χώματος.
Τα μοσχεύματα, που κόβονται από κλαδιά 1-2 χρόνων σε μήκος 35 περίπου εκατ., φυτεύονται απευθείας στο χώμα.
Όσο για τις καταβολάδες, παραχώνετε τα κλαδιά το φθινόπωρο και τα αποσπάτε από το μητρικό φυτό μετά από 1-2 χρόνια.


| | edit post

Φράξινος ή Φράξος (Fraxinus)

Αναρτήθηκε από ΦΥΤΑ ΦΥΤΩΡΙΑ ΔΕΛΤΑ NURSERIES DELTA TREES LTD Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012 0 σχόλια

Οικογένεια: Ελαΐδες (Oleaceae) Κοινά ονόματα: μελιός, μελεό, μέλεγος, φράξο
Γαλλιστί Frene, Αγγλιστί  Ash.
Ο Θεόφραστος ονομάζει τον Fraxinus Ornus Theophrasti ως Μελία. Το ίδιο και ο Όμηρος ο οποίος λέγει ότι εκ του ξύλου του κατεσκευάζοντο δόρατα. ( Π.Γ.Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 645 έτος 1914).                                   
Γένος που περιλαμβάνει 70 είδη φυλλοβόλων, ανθεκτικών δέντρων, τα οποία είναι διαδομένα στις εύκρατες περιοχές του βόρειου ημισφαίριου.  Καλλιεργούνται για το όμορφο φύλλωμά τους.  Όλα τα είδη, εκτός από τον Φράξινο τον όρνο (F. ornus), έχουν ασήμαντα λουλούδια, που ανοίγουν την άνοιξη και μετά παράγουν πτερυγιοφόρους καρπούς, που ονομάζονται «σαμάρια».  Πρόκειται για μεγάλα δέντρα, κατάλληλα για πάρκα και μεγάλους κήπους.
Είδη και ποικιλίες
Fraxinus americana
Φράξινος ο αμερικανικός (Fraxinus americana).  Καταγόμενο από τις Η.Π.Α., το είδος αυτό φτάνει σε ύψος 15-30 μ. και σε πλάτος 5-10 μ.  Έχει εύρωστα κλαδιά και σύνθετα φύλλα, αποτελούμενα από 7-9 ωοειδή – ελλειπτικά φυλλάρια, σχεδόν γλαυκά στην κάτω επιφάνεια.  Το φθινόπωρο το φύλλωμα αποκτά κίτρινες και πορφυρές αποχρώσεις.  Είναι δίοικο είδος, με πράσινα λουλούδια, χωρίς πέταλα, που ανοίγουν την άνοιξη.  Στα «θηλυκά» δέντρα σχηματίζονται οι καρποί («σαμάρια») ο καθένας από τους οποίους περιέχει έναν σπόρο.  Είναι κατάλληλο για υγρά εδάφη.
Φράξινος ο υψικάρηνος (Fraxinus excelsior).  Είναι ο κοινός φράξος, ο οποίος κατάγεται από την Ευρώπη και την Ασία.  Φτάνει σε ύψος 40 μ. και σε πλάτος 10-15 μ.  Τα φύλλα, βαθυπράσινα, σχηματίζονται από 7-15 ελλειπτικά – λογχοειδή φυλλάρια, με οδοντωτή παρυφή.  Παράγει και κρεμάμενους καρπούς, που στην αρχή έχουν πράσινο και στη συνέχεια καστανό χρώμα.  Επειδή το είδος αυτό έχει επιφανειακές ρίζες, πολύ αναπτυγμένες, δεν πρέπει να καλλιεργείται κοντά σε κτίρια και τοίχους περίφραξης.
Από τις πολυάριθμες ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Χρυσή» (“Aurea”), με φύλλα που γίνονται ανοιχτοκίτρινα το φθινόπωρο, την «Ποικιλόφυλλη» (“Diversifolia”) με φύλλα αποτελούμενα από 1 ή 3 οδοντωτά φυλλάρια και, τέλος, την «Κρεμάμενη» (Penduli”) με κλαδιά λυγισμένα προς τα κάτω.
Φράξινος ο όρνος (Fraxinus ormus).  Είναι μικρότερο από το προηγούμενο είδος: το ύψος του δεν ξεπερνάει τα 10 μ. ενώ το πλάτος φτάνει γύρω στα 4-5 μ.  Τα φύλλα αποτελούνται από 5-7 ωοειδή φυλλάρια.  Τα λουλούδια, με πολύ έντονο άρωμα και υπόλευκο χρώμα, ανοίγουν τον Μάιο, ενωμένα σε φόβες.  Οι καρποί είναι στην αρχή πράσινοι και γίνονται καστανοί όταν ωριμάσουν.
Φράξινος ο οξύκαρπος (Fraxinus oxicarpa).  Είδος με πολλές διακλαδώσεις, που αναπτύσσεται σε ύψος 20 μ. και σε διάμετρο 4-8 μ.  Έχει σύνθετα φύλλα, αποτελούμενα από 5-7 ωοειδή – λογχοειδή φυλλάρια.  Η ποικιλία “Raywood” έχει ένα όμορφο γαλαζοπράσινο φύλλωμα, που γίνεται πορφυρό – ιώδες το φθινόπωρο. Το είδος αυτό απαντάται στο σπάνιο δάσος του φράξου στην περιοχή Λεσινίου  Αιτωλοακαρνανίας  το οποίο έχει ανακηρυχθεί Μνημείο της Φύσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τεχνική της καλλιέργειας
Ο φράξος ευδοκιμεί σε εδάφη γόνιμα και βαθιά, ακόμα και βαριά, αλλά δυσκολεύεται ν’ αναπτυχθεί στα πολύ αργιλώδη, βαλτώδη ή ασβεστώδη χώματα.  Το είδος Φράξινος ο αμερικανικός (F. americana) ενδείκνυται για τις όχθες των ρυακιών.
Φυτεύεται το φθινόπωρο ή την άνοιξη, σε θέσεις προσήλιες ή ημισκιαζόμενες.  Αντέχει πολύ στους ανέμους και επομένως μπορεί να φυτευτεί και σε παραθαλάσσιες περιοχές.  Η ανάπτυξη είναι γρήγορη στη νεαρή φάση, ενώ αργότερα γίνεται πιο αργή.  Αν κοπεί το κυρίως στέλεχος σχηματίζονται πλευρικά παραφυάδες, πολύ εύρωστες.
Πολλαπλασιασμός
Γίνεται με σπόρο ή με εμβόλιο.  Ο εμβολιασμός είναι προτιμότερος για τον πολλαπλασιασμό των ποικιλιών, επειδή τα φυτά που προέρχονται από σπόρο δεν έχουν σταθερά χαρακτηριστικά.  Γίνεται την άνοιξη πάνω στον Φράξινο τον υψικάρηνο (F. Excelsior).
Για τη σπορά πρέπει να έχετε υπόψη σας πως αν γίνει το φθινόπωρο, όταν ο σπόρος είναι ακόμα φρέσκος, τα μικρά φυτά θα είναι έτοιμα την επόμενη άνοιξη, ενώ αν αφήσετε να περάσει ο χειμώνας, η βλάστηση θα καθυστερήσει για ένα χρόνο.  Οι σπόροι τοποθετούνται σε αποστάσεις 15-20 εκατ. ο ένας από τον άλλο και καλύπτονται ελαφρά με φυτόχωμα.  Δυο χρόνια μετά τη σπορά τα μικρά φυτά μεταφυτεύονται στο φυτώριο, όπου καλλιεργούνται για δύο ακόμα χρόνια και, τέλος, φυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Η πιο επικίνδυνη ασθένεια είναι ο καρκίνος του φράξου, που οφείλεται στον μύκητα Nectria galligena, ο οποίος προκαλεί και τον καρκίνο της μηλιάς.  Πάνω στο φλοιό σχηματίζονται μαύρα εξογκώματα μεγάλων διαστάσεων, που προξενούν την αποξήρανση του δέντρου.  Η προληπτική καταπολέμηση συνίσταται σε ψεκασμούς με μυκητοκτόνα φάρμακα, στο τέλος της βλαστητικής περιόδου ή ύστερα από ιδιαίτερα συμβάντα, που προκαλούν το σχηματισμό πληγών, οι οποίες εξάλλου πρέπει να καλύπτονται με ειδικές μαστίχες.


| | edit post

Φτελιά

Πτελέα ή Ούλμος (Ulmus)
Οικογένεια: Ουλμίδες (Ulmaceae)
Κοινά ονόματα: φτελιά, φτελιός, καραγάτσι, βρυσσός, βρυσσιά
Γαλλ. Orme  Αγγλ. Elm. Τουρκ. Καρά – Αγάτζ.    

Γένος με 45 είδη ανθεκτικών φυλλοβόλων δέντρων, που κατάγονται από τις εύκρατες περιοχές του βόρειου ημισφαίριου.  Χάρη στην όμορφη εμφάνισή τους, τη γρήγορη ανάπτυξή τους κατά τις νεανικές φάσεις (πάνω από 1 μ. το χρόνο) και την ευκολία του πολλαπλασιασμού τους, χρησιμοποιούνται συχνά στη διακόσμηση πάρκων και μεγάλων κήπων, καθώς και στις δεντροφυτεύσεις των δρόμων.
Οι φτελιές είναι δέντρα μέτριου και μεγάλου μεγέθους (ύψος 10-20 μ.), μακρόβια (μπορούν να ζήσουν πάνω από 500 χρόνια) και περιζήτητα και για το ξύλο τους, το οποίο είναι πολύ ανθεκτικό και ελαστικό. Από την αρχαιότητα στην Ιταλία χρησιμοποιούνταν για στήριγμα των αναδεντράδων της αμπέλου, γι αυτό και χαρακτηρίζεται από τον Βιργίλιο και όχι (χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία ) από τον Οράτιο ( Π.Γ. Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 813) η Πτελέα ως φίλη της αμπέλου, ( amica vitubus ulmi ).
Τα φύλλα, σε λιγότερο ή περισσότερο σκούρο πράσινο χρώμα, είναι εναλλασσόμενα, λεία, γυαλιστερά και οδοντωτά, με πολύ εμφανείς νευρώσεις και ασύμμετρα τα δύο τμήματά τους.  Τα λουλούδια, κίτρινα – κοκκινωπά και ερμαφρόδιτα, εμφανίζονται στο δέντρο την άνοιξη, πριν από τα φύλλα.  Ο καρπός είναι «σαμάρο», με σπόρο που περιβάλλεται από ένα στρογγυλωπό, πεπλατυσμένο έλασμα, και ωριμάζει πριν αναπτυχθούν τελείως τα φύλλα.

Είδη και ποικιλίες

Ούλμος ο αμερικανικός (Ulmus americana).  Γνωστό και σαν άσπρη φτελιά της Αμερικής, το δέντρο αυτό κατάγεται από τις ανατολικές περιοχές της βόρειας Αμερικής.  Έχει μεγάλη πλαγιόκλαδη «κόμη» και πυκνό βαθυπράσινο φύλλωμα, ιδανικό για τη δημιουργία σκιάς σε δρόμους και κήπους.  Τα φύλλα, πτυχωτά, με διπλά οδοντωτή παρυφή, είναι εξαιρετικά ασύμμετρα.  Είναι γνωστές οι ποικιλίες «Ανερχόμενη» (“Ascendens”), με πυραμοειδή «κόμη» και «Κλαίουσα» (“Pendula”) με μακριά, κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά.
Ούλμος ο πεδινός (Ulmus campestris).  Γνωστό και σαν Ούλμος ο πρωτεύων (Ulmus procera) το είδος αυτό είναι η πεδινή φτελιά, που αναπτύσσεται σε κάμπους και λόφους.  Διαδομένη στην κεντρική και νότια Ευρώπη, καθώς και στη βόρεια Αφρική, η πεδινή φτελιά είναι ένα δέντρο μεγάλου αναστήματος (ύψος 10-20 μ., διάμετρος «κόμης» 7-9 μ.) πολύ μακρόβιο, με γρήγορη ανάπτυξη και ωοειδή – επιμήκη «κόμη», μερικές φορές λυγερή, με λεπτές διακλαδώσεις και με συμπαγές φύλλωμα.  Καρποφορεί με αφθονία, αλλά οι καρποί είναι συχνά στείροι (το είδος πολλαπλασιάζεται και με παραφυάδες).  Προσφέρει άριστο ξύλο.
Η πεδινή φτελιά είναι, κατά πάσα πιθανότητα, το είδος από το οποίο δημιουργήθηκαν οι περισσότερες διακοσμητικές ποικιλίες, από τις οποίες αναφέρουμε την (“Argenteo - variegata”) και την «Χρυσοποικιλόχρωμη» (“Aureo-variegata”), με φύλλα διάστικτα αντίστοιχα με άσπρο και κίτρινο, την «Ανταρκτική» (“Antarctica”) με φύλλα χρυσοχαλκόχρωμα, την «Κορυλόφυλλο» (“Corylifolia”) και την «Πορφυρή Κορυλόφυλλο» (“Corylifolia Purpurea”), τα φύλλα της οποίας είναι όμοια με της φουντουκιάς και, τέλος, την «Κλαίουσα» (“Pendula”) με κρεμάμενα προς τα κάτω κλαδιά.
Ούλμος ο καρπινόφυλλος (Ulmus carpinifolia).  Κατάγεται από την Ευρώπη και τη δυτική Ασία, φτάνει σε ύψος 15 μ.  Έχει φύλλα εξαιρετικά ασύμμετρα στη βάση, πολύ μυτερά, λεία στην επάνω επιφάνεια και ελαφρώς βελούδινα στην κάτω.  Το φθινόπωρο παίρνουν ένα βαθύ κίτρινο χρώμα.  Είναι ανθεκτική στους θαλασσινούς ανέμους και έχει ωοειδή – στροφυλωπή «κόμη».  Η ποικιλία «Κερατοειδής» (“Cornubiensis”) έχει κωνική «κόμη» και λεία, γυαλιστερά φύλλα.  Ο Ούλμος ο καρπινόφυλλος του Χουήτλυ (Ulmus carpinifolia wheatley) είναι μια ποικιλία με ανερχόμενα κλαδιά και λεία επιφάνεια.
Ούλμος ο λείος (Ulmus glabra).  Γνωστό και σαν Ούλμος ο ορεινός (Ulmus montana) το είδος αυτό κατάγεται από την κεντρική και βόρεια Ευρώπη.  Έχει ύψος 10-20 μ. και πλάτος 5-10 μ.  Η «κόμη», όχι πολύ πυκνή, αποτελείται από αραιές διακλαδώσεις με τους κύριους βραχίονες σε μικρή απόσταση από το έδαφος.  Τα φύλα είναι ωοειδή.  Και από το είδος αυτό έχουν δημιουργηθεί πολυάριθμες διακοσμητικές ποικιλίες, από τις οποίες αναφέρουμε τη «Μελανοπόρφυρη» (“Atropurpurea”) με σκούρα πορφυρά φύλλα, την «Καμπερνταούνειο» (“Camperdownii”) με πυραμιδοειδή «κόμη» και μικρά φύλλα, τη «Χρυσή Κιονωτή» (“Fastigiata Aurea”) με όρθιες διακλαδώσεις και μικρά φύλλα, την «Κιτρινίζουσα» (“Lutescens”) με κίτρινα φύλλα.
Πτελέα x ολλανδική (Ulmus x hollandica).  Πρόκειται για υβρίδιο που δημιουργήθηκε από διασταύρωση των ειδών Ούλμος ο λείος (Ulmus glabra) και Ούλμος ο καρπινόφυλλος (Ulmus carpinifolia).  Οι ποικιλίες που δημιουργούνται μπορούν να φτάσουν σε ύψος 20 μ. και μοιάζουν στην εμφάνιση πότε με τον ένα και πότε με τον άλλο πρόγονο.
Ούλμος ο λείος (Ulmus levis).  Είναι ένα είδος με σημαντικές διαστάσεις, ασύμμετρη «κόμη» και αυλακωτό στέλεχος, με τα χαρακτηριστικά λουλούδια που έχουν πολύ μακριούς ποδίσκους.  Είναι διαδομένο στη βορειο-κεντρική Ευρώπη, όπου απαντά αυτοφυές.
Ούλμος ο νάνος (Ulmus pumila).  Γνωστό και σαν φτελιά της Σιβηρίας, το είδος αυτό έχει μέτριο ύψος, το πολύ μέχρι 12 μ. και κατάγεται από την Κίνα και τις βορειοανατολικές ζώνες της Σοβιετικής Ένωσης.  Έχει φύλλα βαθυπράσινα, ωοειδή και μυτερά, με πολύ οδοντωτές παρυφές.
Ούλμος ο μικρός,  (Ulmus minor). Πτελέα η ελάσσων υποειδ. στενόφυλλος.

Τεχνική της καλλιέργειας
Η φτελιά καλλιεργείται αρκετά εύκολα.  Προτιμά εδάφη γόνιμα, δροσερά και βαθιά, καλά αποστραγγιζόμενα, ακόμα και αργιλώδη.  Αντέχει καλά στον παγετό και πολλές από τις ποικιλίες της μπορούν να αναπτυχθούν χωρίς προβλήματα στη μολυσμένη ατμόσφαιρα των πόλεων.

Πολλαπλασιασμός
Μπορεί να πολλαπλασιαστεί με σπόρο που δύσκολα διατηρείται και πρέπει να σπέρνεται αμέσως μετά την ωρίμανσή του, στην αρχή του καλοκαιριού, σε αμμώδες φυτόχωμα και σε βάθος 2 εκατ.  Οι σπόροι φυτρώνουν γρήγορα σε είκοσι περίπου μέρες, αλλά σε ποσοστό μάλλον μικρό.  Τα δενδρύλλια της φτελιάς είναι έτοιμα για την οριστική τους φύτευση σε 2-3 χρόνια.  Ο πολλαπλασιασμός, με  μόσχευμα κλαδιού ή με καταβολάδα, είναι επίσης εύκολος, και χρησιμοποιείται ιδιαίτερα για τον πολλαπλασιασμό ποικιλιών με σταθερά χαρακτηριστικά.

Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Εδώ και μερικές δεκαετίες τα είδη της φτελιάς προσβάλλονται από μια μυκητολογική ασθένεια, η οποία μεταδίδεται από ορισμένα κολεόπτερα, που ανοίγουν τρύπες στο ξύλο κάτω από το φλοιό, με αποτέλεσμα να ξεραθούν τα φύλλα καθώς και ολόκληρο το δέντρο.
Ο μοναδικός τρόπος για την καταπολέμηση αυτής της ασθένειας, μια και δεν έχουν βρεθεί ακόμα αποτελεσματικά φάρμακα, είναι η χρησιμοποίηση ανθεκτικών ειδών και ποικιλιών που έχουν εμβολιαστεί πάνω σ’ αυτά.


Σόρβος η Σουρβιά (Sorbus)


Οικογένεια: Ροδίδες (Rosaeae)
Συνώνυμο: Όα η Όη η Ούη
Κοινά ονόματα: Σουρπιά, Σκαρούσα, Σκαρουχιά, Ούβα,
Αυγαριά (Εύβοια), Τροκκιά, Αγριομηλιά, Αγριοκυδωνιά
Αγγλιστί. Service-Tree, Γαλλιστί. Sorbier

Τῶν δ᾽ οἰῶν δύο γένη ποιοῦσι, τὸ μὲν δὴ καρποφόρον θῆλυ τὸ δὲ ἄρρεν ἄκαρπον· οὐ τὴν ἀλλὰ διαφέρουσι τοῖς καρποῖς, τῷ τὰς μὲν στρογγύλον τὰς δὲ προμήκη τὰς δ᾽ὠοειδῆ φέρειν. διαφέρουσι δὲ καὶ τοῖς χυλοῖς· ὡς γὰρ ἐπὶ τὸ πᾶν εὐωδέστερα καὶ γλυκύτερα τὰ στρογγύλα, τὰ δ᾽ ὠοειδῆ πολλάκις ἐστὶν ὀξέα καὶ ἧττον εὐώδη. φύλλα δ᾽ ἀμφοῖν κατὰ μίσχον μακρὸν ἰνοειδῆ πεφύκασι στοιχηδὸν ἐκ τῶν πλαγίων πτερυγοειδῶς, ὡς ἑνὸς ὄντος τοῦ ὅλου λοβοὺς δὲ ἔχοντος ἐσχισμένους ἕως τῆς ἰνός· πλὴν διεστᾶσιν ἀφ᾽ ἑαυτῶν ὑπόσυχνον τὰ κατὰ μέρος· φυλλο- βολεῖ δὲ οὐ κατὰ μέρος ἀλλὰ ὅλον ἅμα τὸ πτερυγῶδες. εἰσὶ δὲ περὶ μὲν τὰ παλαιότερα καὶ μακρότερα πλείους αἱ συζυγίαι, περὶ δὲ τὰ νεώτερα καὶ βραχύτερα ἐλάττους, πάντων δὲ ἐπ᾽ ἄκρου τοῦ μίσχου φύλλον περιττόν, ὥστε καὶ πάντ᾽ εἶναι περιττά. τῷ δὲ σχήματι δαφνοειδῆ τῆς λεπτοφύλλου, πλὴν χαραγμὸν ἔχοντα καὶ βραχύτερα καὶ οὐκ εἰς ὀξὺ τὸ ἄκρον συνῆκον ἀλλ᾽ εἰς περιφερέστερον. ἄνθος δὲ ἔχει βοτρυ- ῶδες ἀπὸ μιᾶς κορύνης ἐκ πολλῶν μικρῶν καὶ λευκῶν συγκείμενον. καὶ καρπὸς ὅταν εὐκαρπῇ βοτρυώδης· πολλὰ γὰρ ἀπὸ τῆς αὐτῆς κορύνης, ὥστ᾽ εἶναι καθάπερ κηρίον. σκωληκόβορος ἐπὶ τοῦ δένδρου καρπὸς ἄπεπτος ὢν ἔτι γίνεται μᾶλλον τῶν μεσπίλων καὶ ἀπίων καὶ ἀχράδων· καίτοι πολὺ στρυφνότατος. γίνεται δὲ καὶ αὐτὸ
τὸ δένδρον σκωληκόβρωτον καὶ οὕτως αὐαίνεται γηράσκον· καὶ σκώληξ ἴδιος ἐρυθρὸς δασύς. καρποφορεῖ δ᾽ ἐπιεικῶς νέα· τριετὴς γὰρ εὐθὺς φύει. τοῦ μετοπώρου δ᾽ ὅταν ἀποβάλῃ τὸ φύλλον, νεὐθὺς ἴσχει τὴν καχρυώδη κορύνην λιπαρὰν καὶ ἐπωδηκυῖαν ὡσὰν ἤδη βλαστικόν, καὶ διαμένει τὸν χειμῶνα. ἀνάκανθον δέ ἐστι καὶ οἴη καὶ μεσπίλη· φλοιὸν δ᾽ ἔχει λεῖον ὑπολίπαρον, ὅσαπερ μὴ γεράνδρυα, τὴν δὲ χρόαν ξανθὸν ἐπιλευκαίνοντα· τὰ δὲ γεράνδρυα τραχὺν καὶ μέλανα. τὸ δὲ δένδρον εὐμέγεθες ὀρθοφυὲς εὔρυθμον τῇ κόμῃ· σχεδὸν γὰρ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ στροβιλοειδὲς σχῆμα λαμβάνει κατὰ τὴν κόμην, ἐὰν μή τι ἐμποδίσῃ. τὸ δὲ ξύλον στερεὸν πυκνὸν ἰσχυρὸν εὔχρουν, ῥίζας δὲ οὐ πολλὰς μὲν οὐδὲ κατὰ βάθους, ἰσχυρὰς δὲ καὶ παχείας καὶ ἀνω- λέθρους ἔχει. φύεται δὲ καὶ ἀπὸ ῥίζης καὶ ἀπὸ παρασπάδος καὶ ἀπὸ σπέρματος· τόπον δὲ ζητεῖ ψυχρὸν ἔνικμον, φιλόζωον δ᾽ ἐν τούτῳ καὶ δυσώλεθρον· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ φύεται ἐν τοῖς ὄρεσιν.
( Θεόφραστος περί φυτών ιστορίας Γ΄ΧΙΙ )

Γένος που περιλαμβάνει γύρω στα 100 είδη φυλλοβόλων δέντρων και θάμνων, τα οποία απαντούν αυτοφυή στα εύκρατα κλίματα του βόρειου ημισφαίριου.  Σχεδόν όλα τα είδη έχουν φτερωτά φύλλα, που αποτελούνται από φυλλάρια διάφορων σχημάτων και συχνά παίρνουν, κατά το φθινόπωρο, ωραιότατες κίτρινες, πορτοκαλιές, κόκκινες ή άλικες αποχρώσεις.  Ανθίζουν προς το τέλος της άνοιξης ή στις αρχές του καλοκαιριού.  Τα λουλούδια, που έχουν συνήθως άσπρο χρώμα και μοιάζουν πολύ με τα λουλούδια του κράταιγου, εμφανίζονται ενωμένα σε κορύμβους.  Τα είδη αυτά παράγουν εξαιρετικά διακοσμητικούς καρπούς, που έχουν στρογγυλό ή απιοειδές σχήμα, καθώς και λευκό, κίτρινο, πορτοκαλί, ροζ ή κόκκινο χρώμα.  Πολλά από τα δέντρα αυτά είναι ανθεκτικά στα καυσαέρια και γενικά στη μόλυνση της ατμόσφαιρας, πράγμα που τα καθιστά κατάλληλα για τους κήπους των πόλεων.

Είδη και ποικιλίες

Σόρβος η αρία (Sorbus aria). Αγγλιστί. White Beam-Tree, Γαλλιστί. Alisier, Allouchier η Drouillier. Θαμνώδες ή δεντρώδες είδος, που κατάγεται από την Ευρώπη.  Ευδοκιμεί τόσο στις ορεινές όσο και στις πεδινές περιοχές και αναπτύσσεται σε ύψος 6-8 μ. ενώ η «κόμη» του φτάνει σε διάμετρο 4-5 μ.  Τα φύλλα του απλά, ωοειδή ή επιμήκη, έχουν διπλά πριονωτές παρυφές, είναι λεία και βαθυπράσινα στην επάνω επιφάνεια, ενώ στην κάτω υπόλευκα και χνουδωτά.  Παρουσιάζει υπόλευκα λουλούδια, ενωμένα σε κορύμβους, και στη συνέχεια παράγει στρογγυλούς καρπούς με άλικο χρώμα, που ωριμάζουν κατά το Σεπτέμβριο.  Οι καρποί είναι βρώσιμοι και έχουν υπόγλυκη γεύση.  Στο είδος αυτό υπάγονται οι ποικιλίες: “Lutescens” με ορθοφυή ανάπτυξη και φύλλα που σε νεαρή ηλικία έχουν υπόλευκο χρώμα, “Decaisneana” και “Majesuca” που τα φύλλα και τα λουλούδια τους είναι μεγαλύτερα από του τυπικού είδους.


Σόρβος των πτηνών η των ορνιθοθηρών  (Sorbus aucuparia). Αγγλιστί. Mountain Ash η Rowan -Tree, Γαλλιστί. Sorbier des oiseleurs. Πολύ διαδομένο δεντρώδες είδος, που κατάγεται από τη δυτική Ασία και την Ευρώπη.  Συχνά έχει πολλαπλό κορμό και φτάνει σε ύψος τουλάχιστον 10-12 μ. και σε διάμετρο 4-5 μ.  Τα φύλλα του, σύνθετα και περιττόληκτα φτερωτά, αποτελούνται από οδοντωτά φυλλάρια που έχουν τεφρό χρώμα στην κάτω επιφάνεια και παίρνουν κατά το φθινόπωρο κίτρινες και πορτοκαλιές αποχρώσεις.  Τα λουλούδια του, που εμφανίζονται ενωμένα σε μεγάλους κορύμβους, έχουν άσπρο χρώμα και καμπυλωτό κάλυκα.  Οι καρποί του, που παρουσιάζουν σφαιρικό σχήμα και πορτοκαλοκόκκινο χρώμα, ωριμάζουν τον Αύγουστο.
Υπάρχουν πολλές ποικιλίες που διαφέρουν από το τυπικό είδος ως προς την εμφάνιση του φυλλώματος και των καρπών.  Αναφέρουμε την “Aspleniifolia”, που έχει χνουδωτά και οδοντωτά φύλλα με έντονη διαίρεση, τη “Dirkenii” με κίτρινα φύλλα, την “Edulis” και την “Beissneri” με πολύ μεγάλους καρπούς, τη “Xanthocarpa” με πορτοκαλοκίτρινους καρπούς, την “Pendula” με άτακτες διακλαδώσεις που γέρνουν προς τα κάτω και τη “Fastigiata” με διακλαδώσεις που αναπτύσσονται πολύ κοντά στον κύριο κορμό και γι’ αυτό η «κόμη» δεν είναι πολύ απλωτή.

Σόρβος ο καλόνευρος (Sorbus caloneura).  Δεντρώδες είδος, που κατάγεται από την Κίνα και ξεπερνά το ύψος των 6 μ.  Έχει λείες διακλαδώσεις και ελλειπτικά φύλλα, με πολύ εμφανείς νευρώσεις.  Παρουσιάζει άσπρα λουλούδια, ενωμένα σε ταξιανθίες, και παράγει επιμήκεις, καστανόχρωμους καρπούς, που παραμένουν για μεγάλο διάστημα πάνω στο δέντρο.


Σόρβος ο κασμιριανός (Sorbus cashmiriana).  Θάμνος ή δενδρύλλιο που κατάγεται από το Κασμίρ και αναπτύσσεται σε ύψος 6-7 μ.  Έχει σύνθετα φύλλα και ωχρορόδινα λουλούδια, ενωμένα σε κρεμάμενους κορύμβους.  Παράγει άσπρους, σφαιριούς καρπούς με ροζ αποχρώσεις, που ωριμάζουν κατά τον Αύγουστο και παραμένουν για μεγάλο διάστημα πάνω στο δέντρο.

Σόρβος ο ετερόχρους (Sorbus discolor).  Κατάγεται από την Κίνα και έχει σύνθετα φύλα που αποτελούνται από λογχοειδή φυλλάρια και παίρνουν το φθινόπωρο εξαιρετικά διακοσμητικές αποχρώσεις.  Οι καρποί του είναι μικροί και έχουν λευκό ή κίτρινο χρώμα.

όρβος ο ήμερος (Sorbus domesticia).  Κοινώς αυγαριά.  Δεντρώδες είδος, που κατάγεται από τη νότια Ευρώπη και αναπτύσσεται σε ύψος 10-15 μ. και σε διάμετρο 7-8 μ.  Είναι πολύ εύρωστο και μακρόβιο δέντρο, μπορεί να ζήσει μέχρι 300-400 χρόνια.  Έχει πασσαλώδεις ρίζες, στρογγυλωπή «Κόμη» και σύνθετα, περιττόληκτα φτερωτά φύλλα, που αποτελούνται από ωοειδή ή λογχοειδή φυλλάρια, πριονωτά προς την κορυφή και χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια.  Ανθίζει τον Μάιο.  Τα λουλούδια έχουν άσπρο χρώμα και σχηματίζονται πάνω στα κλαδιά του προηγούμενου χρόνου, ενωμένα σε κορύμβους.  Οι καρποί, που ωριμάζουν το Σεπτέμβριο, έχουν στρογγυλό ή απιοειδές σχήμα και κίτρινο – κοκκινωπό χρώμα, που αργότερα γίνεται καστανοκόκκινο.  Μερικές φορές το είδος αυτό καλλιεργείται για τους βρώσιμους καρπούς του, που όμως, επειδή είναι πολύ πλούσιοι με τανίνη, πρέπει να  υποστούν προηγουμένως μια ειδική επεξεργασία (υπερ-ωρίμανση).

Σόρβος ο χουπεχένσειος (Sorbus hupehensis).  Θάμνος ή δέντρο, που κατάγεται από την Κίνα και αναπτύσσεται σε ύψος 5-7 μ. και σε διάμετρο 3-5 μ.  Τα φύλλα του σχηματίζονται από 13-17 γαλαζοπράσινα φυλλάρια, που το φθινόπωρο παίρνουν πορτοκαλιές ή κόκκινες αποχρώσεις.  Παράγει λευκά λουλούδια, ενωμένα σε κορύμβους και λευκούς ή ροζ καρπούς.

Σόρβος το υβρίδιο (Sorbus hybrida).  Το δέντρο αυτό κατάγεται από τις Σκανδιναβικές χώρες και αναπτύσσεται σε ύψος 7-8 μ. και σε διάμετρο 3-4 μ.  Έχει ωοειδή φύλλα που η βάση τους διαιρείται σε 4-6 επιμήκη φυλλάρια, σκεπασμένα με τεφρό χνούδι στην κάτω επιφάνεια.  Παράγει υπόλευκα λουλούδια, ενωμένα σε κορύμβους, και καρπούς με λαμπερό κόκκινο χρώμα, που ωριμάζουν κατά τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο.  Η ποικιλία “Joseph Rock” παράγει σφαιρικούς, ανοιχτοκίτρινους καρπούς.

Σόρβος ο ενδιάμεσος (Sorbus intermedia).  Κατάγεται από την Ευρώπη και έχει χαρακτηριστικούς ιξώδεις βλαστούς, που σκεπάζονται από χνουδωτά «λέπια».  Τα φύλλα του, σφηνοειδή και τεφρά, έχουν οδοντωτές παρυφές και οι καρποί του πορτοκαλοκόκκινο χρώμα.

Σόρβος x πλατύφυλλος (Sorbus x latifolia).  Αποτελεί διασταύρωση των ειδών Σόρβος η Αρία (S. aria) και Σόρβος ο δυσεντερικός (S. torminalis) και απαντά αυτοφυές στην κεντρική Ευρώπη.  Πρόκειται για δέντρο με κωνική «κόμη» και απλά, ωοειδή φύλλα, γκρίζα και χνουδωτά στην κάτω επιφάνεια.  Παράγει υπόλευκα λουλούδια και καστανέρυθρους καρπούς.


Σόρβος ο σαργεντιανός (Sorbus sargentiana).  Δεντρώδες είδος, που κατάγεται από την Κίνα και αναπτύσσεται σε ύψος 5-8 μ. και σε διάμετρο 4-5 μ.  Έχει πυραμιδοειδή εμφάνιση και μεγάλα ιξώδη «μάτια», με καστανέρυθρο χρώμα.  Τα φύλλα του αποτελούνται από 7-11 φυλλάρια, που έχουν ανοιχτοπράσινο χρώμα στην κάτω επιφάνεια, ενώ το φθινόπωρο γίνονται κατακόκκινα.  Τα λουλούδια του είναι λευκά και ενωμένα σε κορύμβους, ενώ οι καρποί του έχουν πορτοκαλοκόκκινο χρώμα και ωριμάζουν το Σεπτέμβριο.

Σόρβος ο δυσεντερικός η αντιδυσεντερικός  (Sorbus torminalis). ( Π.Γ.Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 720 έτος 1914).  Εξαιρετικά μακρόβιο θαμνώδες ή δεντρώδες είδος, που κατάγεται από την Ευρώπη και φτάνει σε ύψος 3-5 μ. και σε διάμετρο 3-4 μ.  Έχει ωοειδή ή καρδιόσχημα φύλλα, με ευδιάκριτους λοβούς και φωτεινό πράσινο χρώμα στην επάνω επιφάνεια.  Τα λουλούδια του είναι λευκά και ενωμένα σε κορύμβους, οι καρποί έχουν ελλειπτικό ή ωοειδές σχήμα και κίτρινο – κοκκινωπό χρώμα.

Τεχνική της καλλιέργειας
Τα δέντρα αυτά καλλιεργούνται εύκολα και χρησιμοποιούνται για τη διακόσμηση των κήπων.  Χρειάζονται έδαφος με καλή αποστράγγιση και προσήλιο ή ελαφρά σκιαζόμενο μέρος.  Φυτεύονται στην οριστικιή τους θέση κατά το φθινόπωρο ή την άνοιξη.  Πολλά είδη είναι ανθεκτικά στις χαμηλές θερμοκρασίες και στα ορεινά κλίματα, όπως για παράδειγμα ο Σόρβος ο ήμερος (Sorbus domestica), που χρειάζεται επίσης δροσερά και βαθιά εδάφη.
Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με τους σπόρους που περιέχουνται μέσα στους καρπούς.  Η σπορά γίνεται τον Οκτώβριο, σε κασόνι ψυχρού υποστρώματος ή στο ύπαιθρο, σε γαβάθες που περιέχουν ένα μείγμα κατάλληλο για σπόρους.  Μετά από ένα χρόνο, κατά τον Οκτώβριο, τα νεαρά φυτά μεταφυτεύονται σε φυτώριο, όπου καλλιεργούνται για 2-4 χρόνια και μετά φυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Το είδος Σόρβος ο ήμερος (S. domestica) πολλαπλασιάζεται με παραφυάδες.







Φιλλυρέα η Φιλυρέα (Phillyrea)

Οικογένεια: Ελαιίδες (Oleaceae)
Κοινά ονόματα: φιλλύκι, φελλύκι, φίλλυκος, αγλαντζινιά, γλαντζινιά, θιλύκι.                         
Γαλλιστί Alavert,  Αγγλιστί Jasmine box, Mock privet.  
Γένος που περιλαμβάνει γύρω στα 6 είδη θάμνων ή δέντρων, με διαστάσεις όχι πολύ μεγάλες.  Είναι διαδομένα κυρίως στις παραμεσόγειες χώρες, και καλλιεργούνται στο ύπαιθρο, μόνον στις περιοχές με ιδιαίτερα ήπιο κλίμα. Στον θάμνο αυτό αναφέρεται ο Διοσκουρίδης σαν Φιλλυρέα, ενώ στο ίδιο φυτό με ένα λάμδα (Φιλυρέα) αναφέρεται ο Θεόφραστος, (Φυτών Ιστορία 1 , 9, 3). Απαντάται και η ακανθωτή ( var. spinosa, var Ilicifolia Vis - Willd), (Λεξικό Δ. Καββάδα τόμος ΙΧ σελίς 4112)

 Είδη και ποικιλίες
Phillyrea angustifolia
Φιλλυρέα η στενόφυλλος (Phillyrea angustifolia).  Ιθαγενές των παραμεσόγειων χωρών το είδος αυτό φτάνει σε ύψος 7-8 μ. και σε διάμετρο 4-6 μ.  Είναι πολύ μακρόβιο φυτό, με ακανόνιστο κορμό και κλαδιά.  Η κόμη του είναι επίσης ακανόνιστη.  Έχει στενά, σχεδόν γραμμοειδή φύλλα, με ακέραιες παρυφές, και μικρά άσπρα λουλούδια, ενωμένα σε μασχα­λιαίες ταξιανθίες.  Οι καρποί είναι σφαιρικές δρύπες, οι οποίες στην περίοδο της ωρίμανσης (Σεπτέμβριος) παίρνουν μαύρο χρώμα.

Phillyrea latifolia
Φιλλυρέα η πλατύφυλλος (Phillyrea latifolia).  Κατάγεται από τις παραμεσόγειες χώρες και φτάνει σε ύψος τα 7-8 μ. και σε διάμετρο 4-6 μ.  Μοιάζει με τη Φιλλυρέα τη στενόφυλλη (P. angustifolia), μόνο που έχει φύλλα επιμήκη και ωοειδή.


Φιλλυρέα η μεσαία (Phillyrea Media Schneid). Η  φιλυρέα των αρχαίων και η φιλλυρέα του Διοσκουρίδη.

Εκ των ξενικών ειδών αξιολογότερο είναι η Φιλλυρέα η διακοσμητική (Phillyrea decoravilmoriana)  είδη ιθαγενή της δυτικής Ασίας.

Τεχνική της καλλιέργειας
Τα φυτά αυτά, που είναι εξαιρετικά διαδομένα στις παραμεσόγειες χώρες, προσαρμόζονται και σε πιο ψυχρά κλίματα.  Το είδος φιλλυρέα η πλατύφυλλος (P. latifolia) μπορεί να καλλιεργηθεί στο ύπαιθρο και στη βόρεια Ελλάδα, αλλά σε προφυλαγμένα μέρη.  Οι φιλλυρέες φυτεύονται την άνοιξη και δεν απαιτούν ιδιαίτερες φροντίδες.


Phillyrea Media Schneid
Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός μπορεί να γίνει με σπόρο, με μοσχεύματα ή με καταβολάδες.
Η σπορά γίνεται στο ύπαιθρο αφού πρώτα αφαιρεθεί το σαρκώδες περίβλημα του καρπού και γίνει μια τομή (σχίσιμο) στο ενδοκάρπιο.  Για να επιταχυνθεί το φύτρωμα μπορείτε να βυθίσετε για μισή ώρα σε θειικό οξύ τους σπόρους, τυλιγμένους με το ενδοκάρπιο.  Τα νεαρά φυτά καλλιεργούνται στο φυτώριο για 1-2 χρόνια και, στη συνέχεια, φυτεύονται στην οριστική τους θέση, με τις ρίζες τους μέσα σε μπάλα χώματος.
Τα μοσχεύματα, που κόβονται από κλαδιά 1-2 χρόνων σε μήκος 35 περίπου εκατ., φυτεύονται απευθείας στο χώμα.
Όσο για τις καταβολάδες, παραχώνετε τα κλαδιά το φθινόπωρο και τα αποσπάτε από το μητρικό φυτό μετά από 1-2 χρόνια.


Φράξινος ή Φράξος (Fraxinus)

Οικογένεια: Ελαΐδες (Oleaceae) Κοινά ονόματα: μελιός, μελεό, μέλεγος, φράξο
Γαλλιστί Frene, Αγγλιστί  Ash.
Ο Θεόφραστος ονομάζει τον Fraxinus Ornus Theophrasti ως Μελία. Το ίδιο και ο Όμηρος ο οποίος λέγει ότι εκ του ξύλου του κατεσκευάζοντο δόρατα. ( Π.Γ.Γεννάδιος Λεξικόν Φυτολογικόν σελίς 645 έτος 1914).                                   
Γένος που περιλαμβάνει 70 είδη φυλλοβόλων, ανθεκτικών δέντρων, τα οποία είναι διαδομένα στις εύκρατες περιοχές του βόρειου ημισφαίριου.  Καλλιεργούνται για το όμορφο φύλλωμά τους.  Όλα τα είδη, εκτός από τον Φράξινο τον όρνο (F. ornus), έχουν ασήμαντα λουλούδια, που ανοίγουν την άνοιξη και μετά παράγουν πτερυγιοφόρους καρπούς, που ονομάζονται «σαμάρια».  Πρόκειται για μεγάλα δέντρα, κατάλληλα για πάρκα και μεγάλους κήπους.
Είδη και ποικιλίες
Fraxinus americana
Φράξινος ο αμερικανικός (Fraxinus americana).  Καταγόμενο από τις Η.Π.Α., το είδος αυτό φτάνει σε ύψος 15-30 μ. και σε πλάτος 5-10 μ.  Έχει εύρωστα κλαδιά και σύνθετα φύλλα, αποτελούμενα από 7-9 ωοειδή – ελλειπτικά φυλλάρια, σχεδόν γλαυκά στην κάτω επιφάνεια.  Το φθινόπωρο το φύλλωμα αποκτά κίτρινες και πορφυρές αποχρώσεις.  Είναι δίοικο είδος, με πράσινα λουλούδια, χωρίς πέταλα, που ανοίγουν την άνοιξη.  Στα «θηλυκά» δέντρα σχηματίζονται οι καρποί («σαμάρια») ο καθένας από τους οποίους περιέχει έναν σπόρο.  Είναι κατάλληλο για υγρά εδάφη.
Φράξινος ο υψικάρηνος (Fraxinus excelsior).  Είναι ο κοινός φράξος, ο οποίος κατάγεται από την Ευρώπη και την Ασία.  Φτάνει σε ύψος 40 μ. και σε πλάτος 10-15 μ.  Τα φύλλα, βαθυπράσινα, σχηματίζονται από 7-15 ελλειπτικά – λογχοειδή φυλλάρια, με οδοντωτή παρυφή.  Παράγει και κρεμάμενους καρπούς, που στην αρχή έχουν πράσινο και στη συνέχεια καστανό χρώμα.  Επειδή το είδος αυτό έχει επιφανειακές ρίζες, πολύ αναπτυγμένες, δεν πρέπει να καλλιεργείται κοντά σε κτίρια και τοίχους περίφραξης.
Από τις πολυάριθμες ποικιλίες του αναφέρουμε τη «Χρυσή» (“Aurea”), με φύλλα που γίνονται ανοιχτοκίτρινα το φθινόπωρο, την «Ποικιλόφυλλη» (“Diversifolia”) με φύλλα αποτελούμενα από 1 ή 3 οδοντωτά φυλλάρια και, τέλος, την «Κρεμάμενη» (Penduli”) με κλαδιά λυγισμένα προς τα κάτω.
Φράξινος ο όρνος (Fraxinus ormus).  Είναι μικρότερο από το προηγούμενο είδος: το ύψος του δεν ξεπερνάει τα 10 μ. ενώ το πλάτος φτάνει γύρω στα 4-5 μ.  Τα φύλλα αποτελούνται από 5-7 ωοειδή φυλλάρια.  Τα λουλούδια, με πολύ έντονο άρωμα και υπόλευκο χρώμα, ανοίγουν τον Μάιο, ενωμένα σε φόβες.  Οι καρποί είναι στην αρχή πράσινοι και γίνονται καστανοί όταν ωριμάσουν.
Φράξινος ο οξύκαρπος (Fraxinus oxicarpa).  Είδος με πολλές διακλαδώσεις, που αναπτύσσεται σε ύψος 20 μ. και σε διάμετρο 4-8 μ.  Έχει σύνθετα φύλλα, αποτελούμενα από 5-7 ωοειδή – λογχοειδή φυλλάρια.  Η ποικιλία “Raywood” έχει ένα όμορφο γαλαζοπράσινο φύλλωμα, που γίνεται πορφυρό – ιώδες το φθινόπωρο. Το είδος αυτό απαντάται στο σπάνιο δάσος του φράξου στην περιοχή Λεσινίου  Αιτωλοακαρνανίας  το οποίο έχει ανακηρυχθεί Μνημείο της Φύσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τεχνική της καλλιέργειας
Ο φράξος ευδοκιμεί σε εδάφη γόνιμα και βαθιά, ακόμα και βαριά, αλλά δυσκολεύεται ν’ αναπτυχθεί στα πολύ αργιλώδη, βαλτώδη ή ασβεστώδη χώματα.  Το είδος Φράξινος ο αμερικανικός (F. americana) ενδείκνυται για τις όχθες των ρυακιών.
Φυτεύεται το φθινόπωρο ή την άνοιξη, σε θέσεις προσήλιες ή ημισκιαζόμενες.  Αντέχει πολύ στους ανέμους και επομένως μπορεί να φυτευτεί και σε παραθαλάσσιες περιοχές.  Η ανάπτυξη είναι γρήγορη στη νεαρή φάση, ενώ αργότερα γίνεται πιο αργή.  Αν κοπεί το κυρίως στέλεχος σχηματίζονται πλευρικά παραφυάδες, πολύ εύρωστες.
Πολλαπλασιασμός
Γίνεται με σπόρο ή με εμβόλιο.  Ο εμβολιασμός είναι προτιμότερος για τον πολλαπλασιασμό των ποικιλιών, επειδή τα φυτά που προέρχονται από σπόρο δεν έχουν σταθερά χαρακτηριστικά.  Γίνεται την άνοιξη πάνω στον Φράξινο τον υψικάρηνο (F. Excelsior).
Για τη σπορά πρέπει να έχετε υπόψη σας πως αν γίνει το φθινόπωρο, όταν ο σπόρος είναι ακόμα φρέσκος, τα μικρά φυτά θα είναι έτοιμα την επόμενη άνοιξη, ενώ αν αφήσετε να περάσει ο χειμώνας, η βλάστηση θα καθυστερήσει για ένα χρόνο.  Οι σπόροι τοποθετούνται σε αποστάσεις 15-20 εκατ. ο ένας από τον άλλο και καλύπτονται ελαφρά με φυτόχωμα.  Δυο χρόνια μετά τη σπορά τα μικρά φυτά μεταφυτεύονται στο φυτώριο, όπου καλλιεργούνται για δύο ακόμα χρόνια και, τέλος, φυτεύονται στην οριστική τους θέση.
Ζωικοί εχθροί και ασθένειες
Η πιο επικίνδυνη ασθένεια είναι ο καρκίνος του φράξου, που οφείλεται στον μύκητα Nectria galligena, ο οποίος προκαλεί και τον καρκίνο της μηλιάς.  Πάνω στο φλοιό σχηματίζονται μαύρα εξογκώματα μεγάλων διαστάσεων, που προξενούν την αποξήρανση του δέντρου.  Η προληπτική καταπολέμηση συνίσταται σε ψεκασμούς με μυκητοκτόνα φάρμακα, στο τέλος της βλαστητικής περιόδου ή ύστερα από ιδιαίτερα συμβάντα, που προκαλούν το σχηματισμό πληγών, οι οποίες εξάλλου πρέπει να καλύπτονται με ειδικές μαστίχες.


Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ

Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ
www.delta-trees.com

FACEBOOK

About Us

Η φωτογραφία μου
ATHENS, ATTICA GREECE, Greece
OFFICE :Square Tsokri1 & Sigrou Ave 11742 Athens - Greece EXHIBITION HALL : 28 KM National Road Athens – Lamias 19014 Κιν.0030/6973392234 delta-trees@hotmail.com info@delta-trees.com www.delta-trees.com

ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΑΡΘΡΑ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΤΕ ΑΡΘΡΑ

Φυτά και Φυτώρια στον κόσμο

Vivai piante - plantas de viveros - plantes de vivers - viveiros de plantas - bimëve çerdhe - مشاتل النباتات - растения разсадници- pépinières de plantes - Pflanzen Baumschulen - געוויקסן נערסעריז - planter planteskoler - צמחים במשתלות – puukoolides - 植物の保育園 - pembibitan tanaman- plandlanna plandaí - plöntur nurseries - 植物苗圃 - rasadnicima biljke - augu audzētavas - гадавальніка раслін - augalų medelynai - Planter barnehageplanten kwekerijenr - planten kwekerijen - meithrinfeydd planhigion - növények faiskola - розплідники рослин - گیاهان گلخانه ها - szkółki roślin - pepiniere de plante - питомники растений - постројења вртићи - растенија расадници - rastliny škôlky - rastline drevesnice - mimea vitalu - växter plantskolor – ชำพืช - bitkiler kreşler - rostliny školky - halaman nurseries - kasvien taimitarhat

Blog Archive